Ο Έλληνας γραφίστας και καλλιτέχνης Βασίλης Μαρματάκης έχει δημιουργήσει μερικές από τις πιο συναρπαστικές και κομψές αφίσες ταινιών τα τελευταία χρόνια. Δηλώνει έδρα την Αθήνα και έχει σχεδιάσει τις αφίσες για όλες σχεδόν τις ταινίες του σκηνοθέτη Γιώργου Λανθίμου, μεταξύ των οποίων το The Favourite (2018) και το The Death of a Sacred Deer (2017). Οι ταινίες του Λανθίμου είναι συναρπαστικά διαφορετικές από αυτές των άλλων σκηνοθετών – είναι αρκετά σκοτεινές και παράλογες, αλλά καταφέρνουν με αυτό τον τρόπο να προκαλέσουν τη σκέψη μας.

Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, ανακάλυψε αρχικά το σχέδιο με τη μουσική σχεδιάζοντας εσώφυλλα δίσκων. «Ως παιδί, έκανα καλύμματα για όλες τις μουσικές μου ταινίες και δημιουργούσα κολάζ για να καλύψω τα σχολικά μου βιβλία», λέει. Αφού εγκατέλειψε την Ελλάδα για σπουδές στο Λονδίνο, ο Μαρματάκης επέστρεψε για να κάνει την στρατιωτική του θητεία και προσγειώθηκε ως καλλιτεχνικός διευθυντής στην Αθήνα. Εργαζόμενος σε διαφημιστικό πρακτορείο, γνωρίσθηκε με τον Λάνθιμο, ανεξάρτητο τότε συντάκτη ταινιών, και τελικά συνεργάστηκαν μαζί στο Dogtooth (2009) την πρώτη ελληνική ταινία που επιλέχθηκε για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών μετά από μια δεκαετία.
«Μοιραζόμαστε παρόμοια αισθητική όταν πρόκειται για σχεδιασμό και εκτύπωση. Αναπτύξαμε μια κατανόηση και σεβασμό ο ένας για το έργο του άλλου», λέει ο Μαρματάκης. «Μου δίνει χώρο για να πειραματιστώ και να σχεδιάσω και ποτέ δεν έχει αμφισβητήσει μια ιδέα ή γενικά την σκέψη μου». Ο Μαρματάκης δεν κάνει όμως μόνο τις αφίσες του Λάνθιμου. Εργάστηκε επίσης στους τίτλους του The Favorite, για τους οποίους χρησιμοποίησε μια παραδοσιακή γραμματοσειρά αλλά την χώρισε με τρόπους που τις έκανε να φαίνονται σαν να χαζεύουν εκτός τόπου και έξω από το στάνταρ μοτίβο τους.

Εξετάζοντας το έργο του μας κάνει να πιστεύουμε ότι η Αθήνα είναι το κέντρο μιας πειραματικής σχεδίασης, μόνο που ο σχεδιαστής αποκαλύπτει ότι είναι στην πραγματικότητα το αντίθετο. «Λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης, οι πελάτες του έχουν πολύ λιγότερο χρήμα για να δαπανήσουν για τον σχεδιασμό, γι ‘αυτό και είναι πολύ προσεκτικοί για το πώς το ξοδεύουν. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα λιγότερο πειραματικό έργο, που σημαίνει ασφαλές, σκληρό και μέσα σε αυστηρά πλαίσια σχεδιασμό». Η πόλη όμως εξακολουθεί να είναι στη καρδιά του – εφ ‘όσον μπορεί να φεύγει κάθε τόσο: « Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο εκτιμώ αυτό που έχω στην Αθήνα : το γαλάζιο του ουρανού, τη θάλασσα και το καλό φαγητό. Έτσι, η βάση μου είναι στην Ελλάδα, παρόλο που συχνά αισθάνομαι την ανάγκη να πάρω χρόνο, γι ‘αυτό ταξιδεύω και ξοδεύω ανά περιόδους στο εξωτερικό», λέει.

Το έργο του έχει λάβει έπαινο από τους κριτικούς σε όλο τον κόσμο και ο Μαρματάκης είναι χαρούμενος που τόσοι πολλοί άνθρωποι του το αναγνωρίζουν αυτό. «Είναι υπέροχο. Ειδικά όταν τα σχέδια μου έχουν φυσική παρουσία στους δρόμους. Επίσης, είναι ενδιαφέρον να βλέπουμε – σε διάφορες χώρες – τις μικρές παραλλαγές του κύριου έργου τέχνης ή ακόμα και τη συνολική καταστροφή αυτού», λέει. Οι αφίσες του δεν επιλέγονται πάντα για να εκπροσωπούν πάντα ταινίες σε διεθνές επίπεδο, αφού συχνά οι εναλλακτικές προτάσεις είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρουσες από τις πρωτότυπες.

Η εντυπωσιακή αφίσα για την ταινία Alps (2011) είναι η αγαπημένη του Μαρματάκη μέσα από όλες αυτές που έχει δημιουργήσει μέχρι σήμερα για τον Λάνθιμο. «Πέρα από την ιδέα της, που μου αρέσει πολύ, μου αρέσει το μονόχρωμο μαύρο μελάνι που εκτυπώνεται σε φθηνό γκρι χαρτί φωτοτυπίας DIY», λέει ο Μαραματάκης. Όταν καλείται να επιλέξει μια αγαπημένη του αφίσα κάποιου άλλου καλλιτέχνη, χωρίς δεύτερη κουβέντα επιλέγει Hans Hillmann και την αφίσα του για την ταινία του Robert Bresson με τίτλο «Pickpocket».
