Το νέο βιβλίο της Βικτώριας Χίσλοπ για τις ανθρώπινες σχέσεις: «μια νύχτα του Αύγουστου»
Το νέο βιβλίο της Βικτώριας Χίσλοπ: «μια νύχτα του Αύγουστου»
Το 2018 διάβασα το βιβλίο της Χίσλοπ «Το νησί», έγραψα ένα κείμενο σχετικό, καταλήγοντας με τη φράση: «Στις δύσκολες μέρες που περνά ο σύγχρονος άνθρωπος – για πολλούς λόγους είναι «άρρωστος» ψυχικά και σωματικά, αναγνώσματα όπως το Νησί της Β. Χίσλοπ δείχνουν το δρόμο: “Η αγάπη στα πολλά και στα λίγα”».
Τούτες τις μέρες διάβασα το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο «Μια νύχτα του Αυγούστου» που είναι συνέχεια του Νησιού. Το βιβλίο γράφτηκε στον καιρό του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας.
Θα παραθέσουμε πρώτα τις πληροφορίες που υπάρχουν στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, στη συνέχεια θα δούμε κάποιες απόψεις της για τις συνθήκες που έγραψε το βιβλίο. Θα κλείσει το άρθρο με απόσπασμα από το μυθιστόρημά της. Για εργοβιογραφικά στοιχεία παραπέμπω στο προηγούμενο κείμενό μου.
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”«Η αγάπη στα πολλά και στα λίγα – “Το Νησί” της Βικτόρια Χίσλοπ»” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”696″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
Μια νύχτα του Αυγούστου
25 Αυγούστου 1957: Η αποικία λεπρών στη Σπιναλόγκα κλείνει και ακολουθεί ένα γλέντι για την περίσταση στην Πλάκα, στο χωριό ακριβώς απέναντι. Οι υγιείς συναντούν τους πρόσφατα θεραπευμένους και όλοι μαζί τρώνε, χορεύουν και γιορτάζουν αυτή τη σπουδαία στιγμή απελευθέρωσης από τον φόβο και την αρρώστια.
«Μια νύχτα που στάθηκε ο χρόνος
Όλα παγώνουν, ωστόσο, όταν ακούγονται δυο πυροβολισμοί. Η Άννα πέφτει νεκρή. Και το κλείσιμο της αποικίας θα μείνει συνδεδεμένο για πάντα με την τραγωδία.
Δυο οικογένειες που σημαδεύονται από τη μοίρα
Το ζήτημα είναι πώς θα συνεχίσουν να ζουν αυτοί που έμειναν πίσω. Η αδελφή της η Μαρία, ο σύζυγος της Άννας ο Αντρέας, ο εραστής της ο Μανόλης… Πώς θα αντιμετωπίσουν το στίγμα και το σκάνδαλο. Πώς θα χτίσουν ένα μέλλον πάνω στα ερείπια του παρελθόντος.
Κάθε σελίδα αναδίδει την αγάπη της Χίσλοπ για την Ελλάδα»
Daily Mail
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφηκε το βιβλίο
Η συγγραφέας τον Οκτώβριο του 2020 μιλά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόταν: «Έγραψα το Μια νύχτα του Αυγούστου κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου απομόνωσης που μας επιβλήθηκε εξαιτίας της πανδημίας την άνοιξη του 2020. Εκείνες τις δεκατέσσερις εβδομάδες τις πέρασα στην εξοχή της Αγγλίας, στο ίδιο σπίτι όπου είχα συγγράψει το Νησί σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα. Είναι ένα μέρος που περιστοιχίζεται από λιβάδια, οι πιο κοντινοί γείτονες είναι κοπάδια από πρόβατα και οι μόνοι ήχοι είναι τα κελαηδίσματα των πουλιών.
Δεν υπήρχε κανείς από τους συνήθεις περισπασμούς που καμιά φορά καθιστούν τη συγγραφή πολύ πιο αργή διαδικασία απ’ ό,τι θα έπρεπε να είναι. […] Επικρατούσαν ιδανικές συνθήκες: μοναχικότητα και σιωπή […] Με όλο τον κόσμο γύρω μας αιχμάλωτο μιας ανίατης ασθένειας, ζούσαμε κι εμείς σε μια κατάσταση βουκολικής απομόνωσης και, όταν άρχισα να γράφω, αισθάνθηκα μια ολοένα και μεγαλύτερη σύνδεση με τη ζωή των λεπρών ασθενών της Σπιναλόγκας, πολλοί από τους οποίους είχαν ζήσει πολλά χρόνια χωρισμένοι από τις οικογένειές τους και χωρίς θεραπευτική αγωγή […] Ήταν απόκοσμη η συνειδητοποίηση μιας σειράς από μικρές ομοιότητες ανάμεσα σε εκείνους τους ανθρώπους που ζούσαν στο άσυλο λεπρών και στη σημερινή εποχή που βιώναμε εμείς.
Δεν ήμασταν μεν ασθενείς (αν και πολλές φορές μας καταλάμβανε αγωνία αν πιστεύαμε πως ίσως εμφανίζαμε συμπτώματα), όμως νιώσαμε στο πετσί μας την απομόνωση και τις ελλείψεις σε είδη διατροφής (για πολλές εβδομάδες τα ράφια των σούπερ μάρκετ στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν αδειάσει από όλα τα βασικά είδη) και βιώσαμε τον φόβο απέναντι σε μια ασθένεια για την οποία δεν υπάρχει θεραπεία […] Τις αρχές της περιόδου αυτοαπομόνωσης πέθανε η μητέρα μου. Εξαιτίας των μέτρων δεν είχαμε καταφέρει να την επισκεφτούμε στο σπίτι της για να την αποχαιρετήσουμε και δεν μπορέσαμε να της κάνουμε κανονική κηδεία».
Αποσπάσματα από το βιβλίο
Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το μυθιστόρημα περιγράφει κρητικό γλέντι:
«Κάποια στιγμή, με την παρότρυνση του Αντώνη, ο Μανόλης πήγε στο φορτηγάκι του κι έφερε τη λύρα του. Πήρε θέση στην ορχήστρα, έπιασε το μπράτσο του λεπτοδουλεμένου τρίχορδου οργάνου με το αριστερό του χέρι, ενώ με το δεξί άρχισε να σέρνει το δοξάρι πάνω στις χορδές του. Το όργανο φάνταζε μικροσκοπικό στα μεγάλα χέρια του, όμως ο Μανόλης έβγαζε από μέσα του ήχο τρανό, κεντώντας αριστοτεχνικά τη μελωδία πάνω στον καμβά που ύφαινε η ρυθμική συνοδεία του λαούτου. Οι νότες ξεχύνονταν από τις δοξαριές του σε ολοένα και πιο γρήγορη διαδοχή και ο Μανόλης έπαιξε δίχως να πάρει ανάσα για περίπου μία ώρα. Όλοι οι οργανοπαίχτες είχαν ανεξάντλητες αντοχές. Οι μουσικές τους απλώνονταν πάνω από τους καλεσμένους κι ακόμα παραπέρα, λες και προσπαθούσαν να δραπετεύσουν στους γύρω λόφους.
Το βλέμμα του Μανόλη πλανιόταν στον χώρο χωρίς να κοιτάζει. Καθόταν στην άκρη της σειράς των μουσικών, όμως βρισκόταν αναμφίβολα στην καρδιά της μουσικής και στο επίκεντρο της προσοχής. Κατά τις δέκα η ώρα βγήκε στο πάλκο κι ένας γνωστός τραγουδιστής. Τότε το γλέντι πήρε φωτιά και το κέφι ανέβηκε στα ύψη. Όταν το ρεπερτόριο κινήθηκε πέρα από τα όρια της Κρήτης, ο Μανόλης σηκώθηκε και χόρεψε σόλο ένα ζεϊμπέκικο. Ό κόσμος μαζεύτηκε γύρω του για να θαυμάσει τις σχεδόν ακροβατικές φιγούρες και στροφές του, καθώς ήταν φανερό πως ο χορός του ήταν μάλλον επίδειξη της δεξιοτεχνίας του παρά εξωτερίκευση μιας αγωνίας ή κάποιου καημού, όπως είναι συνήθως το ζεϊμπέκικο.
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Η «Άννα Φρανκ» της Κατίνας Βεΐκου Σεραμέτη” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”77282″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
Σχεδόν όλο το βράδυ ο Αντρέας γύριζε από παρέα σε παρέα για να ευχαριστήσει τους καλεσμένους για την παρουσία τους και για τα δώρα τους για τη Σοφία. Πότε πότε έριχνε κάποια κλεφτή ματιά στη γυναίκα του και την έπιανε να χαμογελάει. Ήταν η πρώτη φορά εδώ και σχεδόν έναν χρόνο που την έβλεπε γαλήνια κι ευτυχισμένη. Επιτέλους, συλλογίστηκε, ξαναέβρισκε τον παλιό εαυτό της.
Όταν άρχισε ο χορός, προς στιγμήν την έχασε από το οπτικό του πεδίο, αλλά κάπου κάπου εντόπιζε στιγμιαία στην πίστα το χτυπητό κόκκινο φόρεμα. Καθώς περιστρεφόταν ο κύκλος των χορευτών, έβλεπε καθαρότερα και το πρόσωπό της. Έδειχνε συνεπαρμένη, δέσμια της έκστασης του χορού. Χρειάστηκαν μέρες μετά για να συνέλθουν από τέτοιο γλέντι. Σε λίγο καιρό θα φθινοπώριαζε για τα καλά και ήταν πολλές οι δουλειές που έπρεπε να γίνουν στα κτήματα, όμως οι εργάτες έσερναν τα πόδια τους. «Κακό της κεφαλής του τού αφεντικού», σχολίασε ο Αντώνης στον Μανόλη. «Αφού στο γλέντι ήταν πιο πολλή η ρακή από το νερό».
Βικτώρια Χίσλοπ
Σε μια πρόσφατη συνέντευξή της στον Κώστα Μπουρούση λέγει:
-Ποιος από τους χαρακτήρες που έχετε δημιουργήσει αντικατοπτρίζει καλύτερα εσάς;
B.X.: Υπάρχουν πολλοί ήρωές μου στους οποίους θα ήθελα να μοιάσω. […] Όπως και τη Μαρία από το «Μια νύχτα του Αυγούστου», ένα παράδειγμα υπομονής και καρτερίας. Αν και παλεύει με τις συνέπειες της λέπρας, ποτέ δεν παραπονιέται και ποτέ δεν οικτίρει τον εαυτό της. Τρέφω απεριόριστο θαυμασμό για τέτοιους ανθρώπους.
-Πέρυσι τον Ιούλιο (2020) τιμηθήκατε από την Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με την ελληνική υπηκοότητα. Τι σηματοδοτεί αυτό για σας;
B.X.: Είναι μια τεράστια τιμή. Είμαι πραγματικά περήφανη που δέχτηκα ένα τέτοιο δώρο. Η πολιτογράφησή μου ως Ελληνίδας συνέπεσε με το Brexit – αυτό κι αν ήταν σύμπτωση -, οπότε το ελληνικό διαβατήριο είναι κάτι ανεκτίμητο και σε πρακτικό επίπεδο. Διευκολύνει πολύ το να έρχομαι και να φεύγω από την Ελλάδα και είμαι, στ’ αλήθεια, ευγνώμων γι’ αυτό.
Επιλογικά
Το μυθιστόρημα της Χίσλοπ «Μια νύχτα του Αυγούστου» είναι μια βυθοσκόπηση των ανθρώπινων σχέσεων, στην Ελλάδα – κυρίως στην Κρήτη και στον Πειραιά, στην αριστοκρατική, στην αγροτική και στην εργατική ζωή, στους άντρες και στις γυναίκες, στη χαρά και στον πόνο. Ένα σύγχρονο πανόραμα. Συναρπαστικό. Γραμμένο τον καιρό της πανδημίας…
