Τα χέρια της. Κοκαλιάρικα, ζαρωμένα, γεμάτα κόμπους και μαύρα στίγματα. Τόσο αδύνατα και εύθραυστα, δεν μπορεί να ανήκουν σε άνθρωπο ζωντανό, σε μια υπερήλικη γυναίκα έστω, σίγουρα όχι στη μάνα μου. Δεν είναι αυτά τα χέρια που χάιδευαν το ξανθό μου κεφαλάκι στρώνοντας στην άκρη την καλοχτενισμένη μου χωρίστρα, που με άγγιζαν κάθε τόσο τρυφερά στο μέτωπο για να διαπιστώσουν αν έχω πυρετό, που μου έσφιγγαν αποφασιστικά το χέρι συγκρατώντας με κάθε φορά που επιχειρούσα να διασχίσω απρόσεχτα το δρόμο. Σαν και τώρα που με κρατάει σφιχτά, με ένα ελαφρύ τρέμουλο, για να μη φύγω από κοντά της.
– Έφαγες τίποτα; Από το πρωί είσαι εδώ…
Τα μάτια της μες στην απόγνωση και τον τρόμο έψαξαν εναγωνίως τα δικά μου καταφέρνοντας όμως το ακριβώς αντίθετο, να αποστρέψω το βλέμμα μου και να προσηλωθώ στις σελίδες του βιβλίου που κρατούσα.
-Τι διαβάζεις;
-Ένα βιβλιαράκι… ενός Γερμανού… “Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή”.
-Θυμάσαι που μικρός ήθελες να γίνεις ποιητής;
Ποιητής… Μα πώς μου είχε κατέβει αυτή η ιδέα; Όχι γιατρός ή πυροσβέστης, ούτε καν αστροναύτης. Ποιητής! Ποτέ δε θα ξεχάσω το σαρκαστικό ύφος της δασκάλας μου, κυρία Βέτα τη λέγανε, την ώρα που διάβαζε μπροστά στους αποσβολωμένους συμμαθητές μου την έκθεσή μου με θέμα “Τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω;” «Εγώ όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ποιητής!». Αυτή και μόνο η δήλωση ήταν αρκετή για να ξεσπάσει στην τάξη ένας ορυμαγδός από γέλια, ξεφωνητά και αλαλαγμούς με ολοφάνερη πρόθεση να συρρικνώσουν την ήδη χαμηλή αυτοπεποίθηση του μικρού Κωστάκη, ή αλλιώς του ποιητή “Φανφάρα”, σύμφωνα με το νέο παρατσούκλι που από εκείνη τη μέρα με συνόδευε στο εξής σε όλη τη διάρκεια των μαθητικών μου χρόνων, μαζί βεβαίως με τα κοράκια του, και τα μαύρα και τα κόκκινα.
Στο σπίτι εκτυλίχθηκε η δεύτερη πράξη της διαπόμπευσής μου. «Μα καλά, τόσα επαγγέλματα υπάρχουν. Τον ποιητή πήγες και διάλεξες; Χάθηκε να γράψεις για τον μηχανικό, το δικηγόρο ή έστω τον ηλεκτρολόγο, όπως είναι ο πατέρας σου;» Άντε τώρα να εξηγήσεις στους μεγάλους πόση γοητεία μπορεί να ασκήσει σε μια παιδική ψυχούλα ο “Φακής” του Βασίλη Ρώτα, να τους πεις για τις λέξεις που είναι τοποθετημένες η μία πλάι στην άλλη και παράγουν μια απαράμιλλη μουσικότητα, να τους μιλήσεις για τις απερίγραπτες εικόνες που ξεπετάγονται μπρος στα έκπληκτα μάτια σου.
Κορμί κορδωμένο
μουστάκι στριμμένο
γαλόνια χρυσά και σπαθί…
Και να! ζωντανεύει ο Φακής ο φοβερός, κι ας τρομάζει απ’ τους ίσκιους, χουχου!
-Διάβασέ μου τι γράφει αυτός ο Γερμανός…
-Ο Ρίλκε…
-Ρίλκε τον λένε; Διάβασέ μου…
Φόρεσα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας και άνοιξα κάπως απρόθυμα το βιβλίο στη σελίδα που το είχα αφήσει. «Μπορεί όμως, τις ώρες ίσα-ίσα τούτες, ν’ αξαίνει και να μεστώνει η Μοναξιά∙ γιατί το μέστωμά της είναι οδυνηρό σαν το μέστωμα των παιδιών και θλιβερό σαν τις πρώτες ανοιξιάτικες μέρες. Μη σας παραπλανάει όμως τούτο. Ένα, και μόνο, μας είναι απαραίτητο: η Μοναξιά, η μεγάλη εσώτερη Μοναξιά. Να βυθίζεσαι στον εαυτό σου και, ώρες ολόκληρες, να μην ανταμώνεις εκεί κανέναν – αυτός πρέπει να ’ναι ο ανώτερος του καθενός στόχος. Να ’σαι μονάχος – όπως ήσουν μονάχος στα παιδικά σου χρόνια, όταν οι μεγάλοι πηγαινοέρχονταν…»
-Δε φοβάμαι τον θάνατο… Έτσι κι αλλιώς τα ψωμιά μου τα ’χω φάει. Για
σένα ανησυχώ που θα μείνεις μόνος, δε θα ’χεις μια συντροφιά…
Η φωνή της, αν και τρεμάμενη, ακούστηκε πιο σίγουρη και δυνατή από άλλες φορές. Το χέρι της αναζήτησε το πρόσωπο του γιου της, το τρυφερό μάγουλο του μικρού της αγοριού, όμως τα υγρά της μάτια στράφηκαν προς το παράθυρο. Είχε αρχίσει να χιονίζει.
-Άσ’ τον αυτόν να λέει. Δύσκολο πράγμα η μοναξιά. Ρώτα και μένα…
Ήθελα να της πω ότι συμφωνώ με τον Ρίλκε. Ότι αυτόν το δρόμο ακολούθησα κι εγώ, το δρόμο που προτρέπει τον νεαρό Franz Xaver Kappus να ακολουθήσει, το δρόμο του Ερημίτη, το δρόμο του Ποιητή, κι ας μην έχω καταφέρει να γράψω ούτε ένα ποίημα στη ζωή μου. Όχι πως δεν προσπάθησα. Αμέτρητες φορές. Ως φέρελπις φοιτητής της Φιλολογίας μελετούσα μετά μανίας τους μεγάλους Έλληνες ποιητές, μήπως και καταφέρω να κλέψω λίγη από την έμπνευση τους. Τις νύχτες ξαγρυπνούσα μην μπορώντας να αποφασίσω αν προτιμώ τα σονέτα του Μαβίλη ή του Γρυπάρη. Στριφογυρνούσα το σκεβρωμένο μου κορμί στα ιδρωμένα σεντόνια αποστηθίζοντας τα ηδονικά ποιήματα του Καβάφη και τα σατιρικά του Καρυωτάκη. Η Μούσα όμως με περιφρονούσε και δεν καταδεχόταν να επισκεφτεί το κρεβάτι μου. Ούτε και κανείς άλλος…
Στα φοιτητικά πάρτι σύχναζα –απρόσκλητος τις περισσότερες φορές– για να καταναλώσω άφθονο αλκοόλ. Σνόμπαρα του καλεσμένους, ή έτσι ήθελα να πιστεύω, αφού ούτως ή άλλως κανείς δε με πλησίαζε, κι έτσι κατέληγα συνήθως να περιφέρω το άθλιο σαρκίο μου με ένα μπουκάλι τζιν στο χέρι παριστάνοντας τον καταραμένο ποιητή. «Εδώ μου κρύβεσαι, λοιπόν!», διαπίστωσε θριαμβευτικά η οικοδέσποινα, όταν με ανακάλυψε να σκαλίζω τη βιβλιοθήκη του γραφείου του πατέρα της σ’ εκείνο το δίπατο σπίτι της Βασιλίσσης Όλγας. «Τι σπουδάζεις;», με ρώτησε με ύφος που υποσχόταν πολλά. «Φιλοσοφική», της απάντησα αδιάφορα και κάπως επιτηδευμένα. «Λατρεύω τους κουλτουριάρηδες! Πες μου ότι γράφεις και ποιήματα». Δεν μπορούσα να της χαλάσω τη φαντασίωση. «Θα σου απαγγείλω ένα που σκαρφίστηκα πριν από λίγο:
Μια μέρα απ’ το σχολείο,
βαστώντας το βιβλίο,
το δειλινό γυρνούσα
και κάτι μελετούσα.
κι εκεί προς ένα μέρος
με απαντάει ο Έρως.
Με λέγει: Τι σπουδάζεις,
τι μάθημα διαβάζεις;
Ποιητικά, φωνάζω,
στον Όμηρον σπουδάζω,
ολάκερους τρεις χρόνους
με κόπους και με πόνους.
Ω μαθητή, με λέγει,
ο δάσκαλός σου φταίγει,
όπου δεν έχει τρόπον,
και χάνεις τόσον κόπον.
Πλην, αν τον παραιτήσεις
κι εμένα ακολουθήσεις,
εγώ σε τα μανθάνω
εις μιαν στιγμήν απάνω.
Ζητώ όμως, πριν αρχίσω,
μισθόν, να σε φιλήσω
το στόμα και τα χείλη,
για να γενούμε φίλοι.
Λοιπόν με πλησιάζει,
με σφίγγει, μ’ αγκαλιάζει,
και μ’ ένα μόν’ φιλί του
με κάμνει ποιητή του.»
Η ευειδής νεαρά απεδείχθη εξαίρετη χειρωνάκτις και με αντάμειψε γενναιόδωρα προσφέροντας στον κατεργάρη «ποιητή της δεκάρας» μια μνημειώδη ανακούφιση. Δεν τόλμησα να της αποκαλύψω την πατρότητα του ποιήματος. Ας με συγχωρέσει ο Αθανάσιος Χριστόπουλος…
-«Η μοναξιά μου», μαμά, «δεν είναι πια άδεια∙ είναι ένα καταφύγιο ονείρου, όπου κανένας θόρυβος απ’ έξω δε φτάνει». Τήρησα με ευλάβεια τις συμβουλές του Γερμανού μέντορά μου. «Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο Έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό να ’ναι το δυσκολότερο απ’ όσα μας έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία… Γι’ αυτό κι οι νέοι πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου εγκλεισμού. Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση».
Κοιμήθηκε. Στο πρόσωπό της παρέμεινε ανεξίτηλη η αγωνία για την επικείμενη εγχείρηση. Από το παράθυρο δεν φαινόταν τίποτα. Μόνο μια λάμπα αχνοφώτιζε το πάρκινγκ του νοσοκομείου. Το χιόνι είχε προλάβει ήδη να καλύψει τα αυτοκίνητα με μια λεπτή στρώση. Θα ρίξει πολύ χιόνι. Όπως τότε, σ’ εκείνο το φυλάκιο στα σύνορα, στην εσχατιά της Ελλάδας. «Αργυρίου, φαίνεται τα δυο μας θα κάνουμε Χριστούγεννα. Αν δε μας φάνε οι αρκούδες…». Ο λοχαγός μου, αφού κατέβασε αναρίθμητα καντήλια και χριστοπαναγίες, αποδέχτηκε τελικά το γεγονός ότι θα περνούσε την Άγια Νύχτα αποκλεισμένος από τη σφοδρή χιονοθύελλα στη μέση του πουθενά παρέα με έναν δεκανέα, μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή και τη ζεστασιά του σπιτιού του στην Ορεστιάδα. Πάλεψε με τον λυσσασμένο άνεμο να κλείσει την πόρτα του μικροσκοπικού δωματίου, που μετά βίας χωρούσε δύο κρεβάτια κι ένα γραφειάκι, και έσπευσε στον καμπινέ επιτρέποντάς μου να γίνω αυτήκοος μάρτυς του εκκωφαντικού ήχου των ούρων του, καθώς έπεφταν με ορμή στη λεκάνη. «Δε θα κοιμηθείς; Τι ώρα έχεις σκοπιά;», με ρώτησε πασχίζοντας να απαλλαγεί από τις λασπωμένες αρβύλες του. «Γερμανικό έχω, κύριε λοχαγέ», απάντησα αποφεύγοντας να κοιτάξω το λευκό σλιπάκι του αξιωματικού που μου αποκαλύφθηκε σε πρώτο πλάνο. «Δε νυστάζεις;» «Προσπαθώ να γράψω ένα χαϊκού… ένα γιαπωνέζικο ποίημα. Αποτελείται από τρεις στίχους: ο πρώτος και ο τρίτος έχουν πέντε συλλαβές, ενώ ο μεσαίος εφτά. Έχω κολλήσει στον τελευταίο». «Παλάβωσες εντελώς, ρε Αργυρίου; Τι χαϊκού και αηδίες μου λες; Σ’ έχει βαρέσει η μαλακία, μου φαίνεται. Έλα, ξάπλωσε μαζί μου κάτω από τις κουβέρτες, μπας και καταφέρουμε να ζεσταθούμε, γιατί αλλιώς θα το δαγκώσουμε». Αμφιταλαντεύτηκα. «…ο έρωτας μου». Ή μήπως «…ο λοχαγός μου»; Αποφάσισα. «…η μοναξιά μου».
Η κοιλιά μου με το επίμονο γουργουρητό της μού υπενθύμισε ότι όντως δεν είχα φάει τίποτα από το πρωί. Στο κυλικείο παρήγγειλα ένα σάντουιτς.
-Δυστυχώς, τελείωσαν, κύριε.
-Έναν καφέ τότε. Σκέτο.
Η τηλεόραση πάνω από το ψυγείο με τους χυμούς και τις σοκολάτες έπαιζε ειδήσεις χωρίς τον ήχο. Ακραία καιρικά φαινόμενα έπλητταν απ’ άκρη ως άκρη τον πλανήτη. Καταστροφικές πλημμύρες στη Βρετανία, φόβοι για επικίνδυνο τσουνάμι στην Ιαπωνία, εφιαλτικές προβλέψεις για τον πιο δριμύ χειμώνα των τελευταίων δεκαετιών στα Βαλκάνια. Ευτυχώς που δεν είχε ήχο η τηλεόραση. Ο καφές μού έκαψε τη γλώσσα, αλλά τουλάχιστον μου ζέστανε τα παγωμένα χέρια. Έξω το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα. Από το ραδιόφωνο ένα γνώριμο τραγούδι έφτασε στα αυτιά μου. «Εγώ δεν είμαι ποιητής… είμαι στιχάκι… Είμαι στιχάκι της στιγμής… πάνω σε τοίχο φυλακής… και σε παγκάκι… Είμαι στιχάκι της στιγμής… πάνω σε τοίχο φυλακής… και σε παγκάκι».

Ο Κώστας Τερζανίδης γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1976 στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε και μένει στην Ξάνθη, όπου και διδάσκει σε Γυμνάσιο του νομού Ξάνθης ως φιλόλογος.
- Δεν κάνει ιδιαίτερα, αλλά κάνει ιταλικά, χορό και ντραμς.
- Παιδιά δεν έχει, αλλά έχει δύο ανίψια και ένα βαφτιστήρι.
- Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (Fractal, Book Press, Φρέαρ, Λόγω Γραφής κ.α.) και σε ανθολογίες διηγημάτων (Ανθολογία μικροδιηγήματος «Με μια σχεδία», «Ιστορίες του Σταθμού και του Τραίνου» από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή» από τις εκδόσεις Γραφή, «Άνθρωπος δίχως προσωπείο» από τις εκδόσεις Καλλιτεχνείο).
- «Η Εκδρομή» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέθεξις (2021).
