Κείμενα Θρακιωτών Λογοτεχνών
Λαογραφικά στοιχεία στη Θρακική και Ξανθιώτικη Λογοτεχνία (μέρος 2)
Κείμενα Θρακιωτών Λογοτεχνών
Θα προσπαθήσουμε μέσα από πρόσθετα εργοβιογραφικά στοιχεία και κάποια αποσπάσματα να προσεγγίσουμε τους θρακιώτες / θρακιώτισσες λογοτέχνες που αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο. Κείμενα Θρακιωτών Λογοτεχνών.
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Λαογραφικά στοιχεία στη Θρακική και Ξανθιώτικη Λογοτεχνία (μέρος 1)” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”9077″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ (1849 – 1896)
To 1873 το Σεπτέμβρη, παλικάρι εικοσιτεσσάρων πρωτοέρχεται στην Αθήνα. Είχε ήδη μια περιπετειώδη ζωή. Στα μεταγενέστερα λαογραφικά του γραπτά όπως «Οι Καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου στη Θράκη», αλλά και η «Πρωτομαγιά», καθώς και στα διηγήματά του, γενικά, εμφανίζεται η Θράκη που έζησε ο Βιζυηνός και η Θράκη που θυμόταν. Το τελευταίο δημοσιευμένο διήγημά του «Μοσκώβ Σελήμ» δείχνει τη Θράκη της συνύπαρξης λαών και πολιτισμών. Ένα ποίημά του και ένα απόσπασμα από διήγημά του:
Θρᾳκῶν ᾎσμα
Ἀπὸ τὴ Θρᾴκη, βρὲ παιδιά,
ἀπὸ τὴν Πιερία
ἐβγῆκεν ἡ Θρησκεία.
Κι᾿ ἔσυραν αὔραις τοῦ Θρακιὰ
ἀπ᾿ τὴν χρυσή της δάδα
μιὰ σπίθα στὴν Ἑλλάδα.
Καὶ τὴν ἐσπείρανε κοντὰ
στὴν παλαιὰν Ἀθήνα,
στὴν πρώτην Ἐλευσίνα.
Κι᾿ ἐγείνη φῶς στὰ σκοτεινὰ
κι᾿ ἐφάνηκ᾿ ἐκεῖ κάτου
ὁ Δίας κι᾿ ἡ γενιά του.
Γι᾿ αὐτό, καθεὶς ἂς προσπαθᾷ
τὸ φῶς νὰ φέρῃ τώρα
στὴν πρώτη του τὴ χώρα!
Για τη γλώσσα είναι το επόμενο απόσπασμα από το περίφημο διήγημα του Βιζυηνού «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα».
[…] Ὁ διδάσκαλός μου ὅμως, δὲν ἠξεύρω τί παθών, ἀπεφάσισεν ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς στιγμῆς νὰ μὲ μάθῃ καὶ καλὰ ὅτι ἡ μηλιὰ δὲν εἶναι μηλιά, ἀλλὰ μηλέα!
– Πές πὼς τὸ λένε μηλέα! ἐκραύγαζεν ἔξαλλος ὁ ἰσχνὸς καὶ χλωμὸς νεανίσκος, κρατῶν με ἀπὸ τὸ ὠτίον καὶ δεικνύων τὸ δένδρον.
– Μπά, π᾿ ἀνάθεμά τον! ἐσκεπτόμην ἐγὼ ἠγανακτισμένος, πὼς ἠμπορεῖ αὐτὸ ποτὲ νὰ γίνῃ ἡ μηλιὰ μηλέγα! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἴδιο δένδρο ποὺ ἔχουμεν εἰς τὸν κῆπον μας, κάμνει τὰ αὐτὰ ἄνθη, τὰ αὐτὰ φύλλα, τοὺς αὐτοὺς καρπούς, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτὸ μηλιά, ὅπως ἡ ἐδική μας. Τὸ ξεύρω ἀπὸ μίας ἀρχῆς, μὲ τὸ ἔμαθεν ἡ μητέρα μου. Τὸ λέγει ὅλος ὁ κόσμος! Ἐγὼ ποῖον νὰ πιστεύσω περισσότερον, τὴν μητέρα μου καὶ τοὺς χωριανούς μου ἢ αὐτὸν τὸν ξένον, ποὺ ἦλθε νὰ μᾶς ἀλλάξῃ τὰ ὀνόματά μας!
– Ὄχι δάσκαλε, δὲν τὸ ξέρεις! ἀπεκρινόμην ὁσάκις μὲ ἠρώτα· αὐτό ῾ν᾿ μηλιά!
– Μπά; Ἔτσι θὲς ἐσύ, χαϊβάνι; Τώρα νὰ σὲ δείξω ἐγὼ πῶς τὸ λέν.
Καὶ -αὐτοῦ σὲ τρώγει, αὐτοῦ σὲ πονεῖ- μοῦ ἔδωκεν ὁ ἀθεόφοβος τεσσαράκοντα παρὰ μίαν, ὀξύτατα κραυγάζων ἐν τῷ μεταξὺ νὰ εἰπῶ ὅτι ἡ μηλιὰ δὲν εἶναι μηλιά, ἀλλὰ μηλέα! […]
Ἀφοῦ εἶδον ὅτι δὲν ἠδυνάμην ν᾿ ἀνθέξω πλέον εἰς τὴν σκληρότητα τοῦ ἀπανθρωπαρίου ἐκείνου, ἔκαμα τὸν ἑξῆς λογαριασμὸν μὲ τὴν συνείδησίν μου καὶ εἶπον: αὐτὴ ἡ μηλιά, ποὺ εἶναι μέσα εἰς τὸ κῆπον τῆς μητροπόλεως, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μηλέα· καὶ εἶναι μηλέα ὄχι δι᾿ ἄλλον λόγον, παρὰ διότι ὁ διδάσκαλος δέρνει! Ἡ μηλιὰ ὅμως, ὅπου εἶναι μέσα εἰς τὸν κῆπο μας, εἶναι μηλιά, διότι εἶναι μηλιά! Τοιουτοτρόπως συνεβιβάσθημεν μὲ τὸν διδάσκαλον.
[…] Ὅσοι τῶν ἀναγνωστῶν τῆς Ἑβδομάδος ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἀναγινώσκοντας πᾶν οἱονδήποτε ἄρθρον ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι τέλους δύνανται νὰ διακόψουν ἐνταῦθα τὴν ἀνάγνωσιν, διότι ἡ ἱστορία μου ἐτελείωσεν. Ὅσοι ὅμως ἔχουσι τὴν κακὴν συνήθειαν ν᾿ ἀναγινώσκωσι μόνον τοὺς ἐπιλόγους, ἂς μάθωσι τουλάχιστον ἐντεῦθεν ὅτι ἡ μανία τῶν θελόντων νὰ διδάσκωσιν οὐχὶ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, εἰσάγοντες τὰ τελευταῖα ὑπὸ τὰ γνωστὰ αὐτῶν ὀνόματα, ἀλλὰ ἀγνώστους λέξεις, δι᾿ ὧν ἀπαιτοῦσι νὰ ὀνομάζονται ἄγνωστα πράγματα, καθιστᾷ τὴν ἑλληνικὴν μόρφωσιν σισύφειον μόχθον καὶ καταδικάζει τὸ ἔθνος εἰς τὸν διὰ πνευματικῆς ἀσιτίας χείριστον θάνατον! Διὰ τοῦτο τὸ περὶ ἑλληνικῆς γλώσσης εἶναι, κατ᾿ ἐμέ, ὡς εἶπον, οὐσιωδέστερον παρὰ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα.
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Ο βορειοθρακιώτης Κώστας Βάρναλης (1884 – 1974) και εμείς σήμερα” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”7544″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1884 – 1974)
Ο Κώστας Βάρναλης στα Φιλολογικά Απομνημονεύματα μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη ζωή τους στη Βόρεια Θράκη / Ανατολική Ρωμυλία. Ιδιαίτερα μιλά για τη μητέρα του – τυπική Βορειοθρακιώτισσα. Η καταγωγή του πατέρα του Γιάννη Βάρναλη ήταν από την Βάρνα, εξ ου και το επώνυμο Βάρναλης, που το υιοθέτησε, επειδή δεν ήθελε να ακούει το πραγματικό επώνυμό του, που ήταν Μπουμπούς.
«Άμα τελείωσα τα Ζαφείρια παιδί αμούστακο δεκαοκτώ χρονώ, διορίστηκα δάσκαλος στο σκολειό του Πύργου με μισθό 600 λέβια το χρόνο, ήγουν με 1,70 μεροκάματο!… Δεν πρόφτασα όμως να εξασκήσω τα υψηλά μου διδασκαλικά καθήκοντα. Και σ’ αυτήν την περίσταση η Μοίρα μου με κυνήγησε. Ένα κυριακάτικο απομεσήμερο λαβαίνω συστημένο από την κοινότητα της Βάρνας γεμάτο σφραγίδες κι επισημότητες και με την αντρέσσα γραμμένην ελληνικά… Το ανοίγω και διαβάζω πως η κοινότητα της Βάρνας το θεωρούσε τιμή της ότι εν των τέκνων αυτής ηρίστευσεν εις εγκυκλίους σπουδάς του και μου προτείνει να με στείλει να σπουδάσω εις το Αθήνησι Πανεπιστήμιον από το κληροδότημα του Βαρναίου Νικολάου Παρασκευά Φιλολογίαν ή… Θεολογίαν. […] Δέχτηκα να σπουδάσω φιλολογία με την κρυφή χαρά πως θα επισκεπτόμουν τη χώρα των ονείρων μου, την Ελλάδα. Τη χώρα του αρχαίου μεγαλείου, της Σοφίας, της Ομορφιάς και της Ελευθερίας!» Βέβαια, όταν φτάνει στην Αθήνα, το 1903, απογοητεύεται από την εικόνα που συναντά…
Η μητέρα του «Κοντή, παχουλή, με μάτια πάντα δακρυσμένα (είχε πονόματο), απλή, γνωστική, νοικοκυρά, γεμάτη το συναίσθημα του χρέους και τις θυσίες για τους άλλους, δεν έζησε ούτε μια στιγμή της ζωής της για τον εαυτό της. Ανάμεσα στο Θεό και τους ανθρώπους τραβούσε το μοιραίο της πεσσιμιστικό δρόμο χωρίς να πει ποτές κακό για κανένα και πολύ περισσότερο χωρίς να κάνει κακό. […] Τη θυμάμαι με το μαύρο τσεμπέρι της σφιγμένο πάνω από τα φρύδια, με το μαύρο σάλι της κι ένα διπλωμένο μαντήλι στο χέρι για να σκουπίζει τα δάκρυά της (είχε πονόματο), επήγαινε χαράματα στην εκκλησιά, κούτσα – κούτσα γιατί έπασχε από ρευματισμούς, όπως έπασχε και από αϋπνίες».
Ο Βάρναλης αναφέρεται στη μητέρα του με σεβασμό χωρίς να κρύβει ή να ωραιοποιεί. Έντονα προβάλλεται η λαϊκή δεισιδαιμονία. Ένα παράδειγμα: Κάποτε, όταν ήταν μικρός ο Κώστας Βάρναλης αρρώστησε από τύφο, και συνέπεσε μια κότα της αυλής του να λαλεί σαν κόκορας. Η μητέρα του το θεώρησε «κακόν οιωνό» και ύστερα από συμβουλή μας «ειδικής» την πουλά σε ένα γειτονικό αρμένικο εστιατόριο, για να αγοράσει με τα χρήματα ένα κερί. Σε δύο μέρες πέθανε ο εστιάτορας Αρμένης. Η μητέρα του ποιητή τραβούσε τα μαλλιά της, γιατί με την πράξη της σκότωσε τον άνθρωπο! Ο πνευματικός την καθησύχασε, ότι ο θάνατος ήταν σύμπτωση, και η μητέρα κοινώνησε. Και ο ποιητής παρατηρεί ότι στη Μάνα του Χριστού και στους Πόνους της Παναγίας «προσπάθησα να δώσω και τις δύο φορές όλο το ανθρώπινο βάθος του μητρικού φίλτρου, όπως το νιώθουν οι αληθινές μητέρες, που είναι ικανές να ξεπεράσουνε τα όρια του καλού και του κακού, όταν πρόκειται για το παιδί τους».
Κλείνουμε με ένα χαρακτηριστικό περιεκτικό απόσπασμα από τα Απομνημονεύματά του: «Το Ξύλο, η Καθαρεύουσα και η Μεγάλη Ιδέα μας είχανε κάνει το μυαλό κουρκούτι. Όταν εύρισκα Τουρκόπουλο, Βουλγαράκι ή Εβραιάκι του χεριού μου, το έπιανα και το έδερνα για να εκδικηθώ τα όσα κακά μας είχανε κάμει».
Μερικοί στίχοι του Κώστα Βάρναλη από ένα ποίημά του (Νοέμβριος 1968):
Αὐτονεκρολογία
Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου
γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος,
κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι.
Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα»
κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου:
νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ
καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος.
Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια.
Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων
καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία.
Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος. […]
Τὰ μπουκωμένα στόματ᾿ ἀλυχτῆσαν:
–καλότυχοι, ἕνας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, ποὺ δὲν τόνε προλάβαμε!
–κόβουμ᾿ ἕναν, φυτρώνουνε σαράντα!
Εὐχαριστῶ σας, γερατειὰ καὶ πόνοι,
ποὺ ἐσεῖς μὲ ξαποστείλατε, ὄχι ὁ Νόμος
(δυὸ φορὲς «ἐπ᾿ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ»!).
Κι οὔτε μὲ πολτοποίησε στὴ λάσπη
ἕνα τρίκυκλο ἀθῷο («τροχαῖον ἀτύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στὰ βαθιὰ τῆς θάλασσας.
Τ᾿ ἀδούλωτα κορμιὰ δὲ βρίσκουν οὔτε
μιᾶς πιθαμῆς Ἑλλάδα νὰ ἡσυχάσουν!
Κείμενα Θρακιωτών Λογοτεχνών
Λαογραφικά στοιχεία στη Θρακική και Ξανθιώτικη Λογοτεχνία (μέρος 2)
[penci_related_posts dis_pview=”yes” dis_pdate=”no” title=”Διαβάστε δωρεάν βιβλία στο διαδίκτυο από την “Ανοικτή Βιβλιοθήκη”” background=”#eee” border=”” thumbright=”no” number=”1″ style=”grid” align=”none” withids=”8948″ displayby=”recent_posts” orderby=”rand”]
