Ο Κύκλος έχει μιάν αρχή
Άλλο ένα από τα πολλά ιστορικά, λογοτεχνικά και ποιητικά βιβλία του Θανάση Μουσόπουλου, βλέπει το φως στην πόλη της Ξάνθης, αφού είναι γνωστό ότι ο φιλόλογος, συγγραφέας και ποιητής, δραστηριοποιείται εκδοτικά μόνο στην Ξάνθη, την πόλη που υπεραγαπά.
Η αγάπη για τον τόπο και το χώρο που ζεις, αποδεικνύεται με την πράξη και τη στάση σου απέναντι σ’ αυτόν, και ο Θανάσης Μουσόπουλος μας το έχει αποδείξει με τη μακρόχρονη συγγραφική, πολιτιστική του προσφορά και δράση στην πόλη μας.
«Υψιπετείν, της Ζωής και της Ποίησης», από τις τοπικές εκδόσεις Σπανίδη, στο τέλος του 2017, με ποιήματα γραμμένα στα λίγα τελευταία χρόνια, από το 2011 και μετά. Λιτά, μικρά και αποφθεγματικά, με αρκετές στοχαστικές Πλατωνικές ιδέες, αποκρυσταλλωμένες στην κοσμοθεωρία τους και με την προτροπή, να πετάς ψηλά.
Κάποιες φορές δυο –τρεις στίχοι και μόνο, είναι αρκετοί να μας εισάγουν με την αφοπλιστική τους δύναμη στην προβληματική της συλλογής, με την τελετουργία του ελάχιστου να ακροβατεί ανάμεσα σε δύο κόσμους, του πραγματικού και του εικονικού. Μ’ αυτήν την ελάχιστη αίσθηση, τη μαγική αίσθηση της αυτάρκειας που σε γεμίζει πληρότητα:
«Να έζησα,/ ένα σονέτο/για να γράψω»
Τρεις στίχοι σηματοδοτούν την αρχή και το τέλος αυτής της συλλογής. Παίζοντας λίγο με τις λέξεις και μεταφέροντας το «ένα σονέτο» αριστερά, μένει ακέραιος ο στίχος «έζησα ένα σονέτο», αφαιρώντας το , προκύπτει ο στίχος «έζησα για να γράψω». Και οι δύο, δυνατοί και λακωνικοί, μας δείχνουν το λίγο της ζωής που λυτρώνει.
Με το άυλο αυτό αντίβαρο, το διαφορετικό και ανατρεπτικό, ο ποιητής υπερίπταται πάνω απ’ τα γκρίζα τοπία της ζωής, ενώνοντας ορατά και αόρατα με τη δύναμη του υπερεγώ.
Άλλοτε σε ελεύθερο κι άλλοτε σε παραδοσιακό στίχο, τα 22 αυτοτελή ποιήματα της συλλογής χωρισμένα σε τρεις μικρές ενότητες , «Ζωή», «Ποίηση γιατί;», «Τριλογία μιας άλλης ζωής», σκοπό έχουν να μας μυήσουν στον κόσμο του ποιητή, στην καθημερινότητα της ζωής και στην ποιητική υπέρβασή της. Ο ποιητής ξεκινά αυτοσαρκαζόμενος, προσποιούμενος μια ανέραστη σχέση με τη ζωή και την ποιητική του μούσα, να μη φανεί η εξάρτησή του απ’ αυτήν και υπονομευθεί η αγωνιστική του διάθεση:
«Να μη φανείς αδύναμος/και εξαρτημένος/έρωτας ξενέρωτος»
Η έμπνευσή του τροφοδοτείται από τις απλές καθημερινές όψεις της ζωής, την αίσθηση του γήινου και φθαρτού μας κόσμου, για να καταδυθεί σ’ έναν κόσμο κρυμμένο στον εσωτερικό πλούτο και δύναμη του ανθρώπου, στην αποκάλυψη που θα τον εκτοξεύσει σ’ έναν αρμονικό και ιδεατό κόσμο, μέσα απ’ τη μαγεία της ποιητικής αίσθησης γιατί,
«είναι κρίμα να ζεις μετρώντας και φεύγοντας»
«με τ’ όνειρο ανοίγουμε το πέρασμα»
«αν χρειαστεί/ θα μπεις στα δικά σου Γεροσόλυμα/ επί πόλω όνου»
Για τον άνθρωπο που τολμά να ονειρεύεται, υπάρχει πάντα ένας μυστικός προσωπικός χώρος που μπορεί να τον δυναμώνει, να τον αλλάζει, να τον μεταμορφώνει. Ποίηση λοιπόν γιατί; Ο ποιητής μας πείθει, ότι ο δοτικός, κοινωνικοποιημένος, αγαπητικός ρόλος της ποίησης λυτρώνει:
« Ας αλλάξουμε τις πράξεις κάνε την /αφαίρεση/
θα σου δώσω θα μου δώσεις για/να χαίρεσι»
Με αισιοδοξία, ελαφρά ειρωνεία και χιούμορ ο Θανάσης Μουσόπουλος, αντιτάσσει το παράδοξο του ονείρου, στο παράδοξο δόγμα της λογικής. Προτείνει μία πτήση πάνω απ’ την όποια τραγική πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει, με το παιγνιώδες ύφος που τον χαρακτηρίζει:
«Το ποίημα κατάγεται/ από άλλο μέρος,/δεν είναι από τα οικόπεδα/
που βγαίνουν στο σφυρί / μέρα παρά μέρα».
Σε χαμηλούς τόνους, στιχουργική λιτή, στήνει τα απλά σκηνικά του μέσα στη σύγχρονη εποχή, για να αφήσει γυμνά τα νοήματα να φωτισθούν.
Στο ποίημα «Υψιπετείν», απ’ το οποίο παίρνει και τον τίτλο της η συλλογή, ο ποιητής εικονογραφεί και σχολιάζει την πραγματικότητα μιας πολυπολιτισμικότητας, καθώς ταξιδεύει στο ίδιο βαγόνι με τον Αφγανό και το τσιγγανάκι που τραγουδούν και μιλούν μια κοινή γλώσσα στο αναφαίρετο δικαίωμα της ζωής. Η αίσθηση της κοινής πορείας, αλλάζει την ψυχολογία του όχλου και ο συρμός πετάει στα σύννεφα:
«Μόλις μπήκα στο βαγόνι/η αγριάδα έκανε φτερά./Ο Αφγανός και ο Τσιγγάνος/ έβγαλαν το συρμό από τις ράγες/και τον πετάξανε στα σύννεφα,/με μουσικές και μυρουδιές/αλλιώτικες./Αναπτερώθηκα.
Τα τραίνα, τα βαγόνια και οι σταθμοί, περνούν μέσα απ’ όλες τις ποιητικές συλλογές του Θανάση Μουσόπουλου, πεισματικά και εμμονικά, αλλάζουν τη σκέψη, τη νοοτροπία, τη στάση ζωής, αφήνουν πίσω τα μικρά και τα τετριμμένα, συντρίβουν τον θάνατο και πολλές φορές εκτοξεύονται με τη δυναμική της ταχύτητας της ψυχής.
«Λες κι η ζωή εισβάλλει μες στο θάνατο/ κι ο θάνατος μες στη ζωή-/
Το ένα χέρι από δω το άλλο από κει /Ένα το άγαλμα πάντως/Αρκεί να το θαυμάζουμε/ Να συμπληρώνουμε το ένα με το άλλο».
