Παράλληλες πορείες: «ο δρόμος με τις φάμπρικες» του Τζον Στάινμπεκ (1902-1968) και ο μεταφραστής Κοσμάς Πολίτης (1888 – 1974)
Παράλληλες πορείες: «ο δρόμος με τις φάμπρικες» του Τζον Στάινμπεκ (1902-1968) και ο μεταφραστής Κοσμάς Πολίτης (1888 – 1974)
Πριν από εξήντα χρόνια, το 1962, ο Τζον Στάινμπεκ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας για το πλούσιο έργο του. Το ακόλουθο κείμενό μας θα προσεγγίσει το έργο του «Ο δρόμος με τις φάμπρικες» (1945) και είναι αφιερωμένο σε ένα νεοέλληνα λογοτέχνη με πολυσήμαντο μεταφραστικό έργο, στον Κοσμά Πολίτη.
Στο πρώτο μέρος θα αναφερθούμε συνοπτικά στον Κοσμά Πολίτη και στο έργο του, τιμώντας κατά τον τρόπο αυτό τους πολλούς σημαντικούς νεοέλληνες μεταφραστές και μεταφράστριες, που στους τελευταίους δύο αιώνες μάς έφεραν σε επαφή με την παγκόσμια λογοτεχνία. Μεταγγίζουν την ξένη λογοτεχνία στη γλώσσα μας, δημιουργώντας λογοτεχνικό κείμενο. Αντίστοιχη είναι και η εξίσου μεγάλη προσφορά όσων μεταφράζουν τη δική μας λογοτεχνία στις άλλες γλώσσες.
Κοσμάς Πολίτης
Τιμώντας τον Κοσμά Πολίτη αποδίδουμε τη δέουσα τιμή στους πνευματικούς ανθρώπους που συνδέονται με τον ένα ή άλλο τρόπο με τη Μικρασιατική Πληγή του 1922.
Ο Κοσμάς Πολίτης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Παρασκευάς Ταβελούδης, 16 Μαρτίου 1888 – 23 Φεβρουαρίου 1974) γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο έμπορος πατέρας του, καταγόταν από τη Μυτιλήνη και η μητέρα του από το Αϊβαλί. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη το 1890, έπειτα από οικονομική καταστροφή. Φοίτησε στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή (1900-1904) και στο Αμερικάνικο Κολέγιο της Σμύρνης (1904-1905). Εγκατέλειψε τις σπουδές του και άρχισε να εργάζεται στην Τράπεζα Ανατολής και στη συνέχεια στην “Wiener Bank”. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκατέλειψε τη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Παρίσι (1922-1923), έπειτα στο Λονδίνο, όπου εργαζόταν στο εκεί υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας, και τελικά το 1924 στην Αθήνα, όπου έγινε και υποδιευθυντής της Τράπεζας.
Στα γράμματα εμφανίστηκε αιφνίδια, το 1930, σε ηλικία 42 ετών με το μυθιστόρημα Λεμονοδάσος. Το 1934 μετατέθηκε στην Πάτρα, έγραψε την Eroica, που εκδόθηκε το 1938 και τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο πεζογραφίας, το 1945 δημοσίευσε το μυθιστόρημα Το Γυρί. Το 1960 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος για την Κορομηλιά. Το 1962 δημοσίευσε το μυθιστόρημα “Στου Χατζηφράγκου”, ένα γοητευτικό βιβλίο αναμνήσεων αφιερωμένο στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη της εποχής, όπου κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο πριν από την καταστροφή της το 1922 καί για το οποίο πήρε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1964.
Το 1967, την ημέρα του πραξικοπήματος, πέθανε η σύζυγός του κι ο ίδιος συνελήφθη και ανακρίθηκε ως αριστερός. Αφέθηκε τελικά ελεύθερος μετά από παρέμβαση της Τατιάνας Γκρίτση-Μιλιέξ. Το 1973 εισήχθη στον Ευαγγελισμό με αναπνευστική και καρδιακή ανεπάρκεια, και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε οίκο ευγηρίας. Το 1974 νοσηλεύτηκε ξανά στον Ευαγγελισμό, όπου και απεβίωσε στις 23 Φεβρουαρίου.
Τα τρία πρώτα μυθιστορήματα του Πολίτη — Λεμονοδάσος, Εκάτη και Εroïca — έχουν χαρακτήρα κοσμοπολίτικο. Από το μυθιστόρημα Το Γυρί, παράλληλα με την ιδεολογική μεταστροφή του συγγραφέα προς τα Αριστερά, σημειώνεται θεματική μεταβολή και στην πεζογραφία του: το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται πλέον στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις και τους λαϊκούς ανθρώπους και εστιάζει στο καθημερινό και το συνηθισμένο αντί για το απόλυτο και το ιδανικό. Από την ίδια οπτική γωνία περιγράφει και την Σμύρνη στο τελευταίο του ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, Στου Χατζηφράγκου (1962). Πρωταγωνίστρια του έργου αυτού είναι η ίδια η Σμύρνη, και η συγκεκριμένα η λαϊκή συνοικία Χατζηφράγκου. Αυτό που αναγνωρίστηκε αμέσως ως το αξιολογότερο χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Κοσμά Πολίτη ήταν η «ποιητικότητα» και ο «λυρισμός».
Το μεταφραστικό έργο του Κοσμά Πολίτη ήταν πλούσιο και ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς μετέφρασε πολλά από τα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ενδεικτικά κάποιες από τις κυριότερες μεταφράσεις του: Τζον Στάινμπεκ, Ρ. Κίπλνγκ, Α. Κρόνιν . Ε. Α. Πόου, Ρ. Ρολάν, Λ. Αραγκόν, Α. Ζιντ, Ε. Φόρστερ, Φ. Σ. Φίτζεραλντ, Φρ. Σαγκάν, Τ. Ουίλλιαμς, Φ. Γκαρθία Λόρκα, Τα. Τσάπλιν, Τζ. Βοκκάκιο, Ηλ. Καζάν, Τζ. Τζόυς, Γ. Φώκνερ, Γ. Σαίξπηρ κ.ά.
Ο δρόμος με τις φάμπρικες
Στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα προσεγγίσουμε το έργο «Ο δρόμος με τις φάμπρικες» του Τζον Στάινμπεκ. Διαβάζοντας την αριστοτεχνική μετάφραση του Κοσμά Πολίτη νιώθουμε πώς παντρεύεται η τέχνη του λόγου των δύο δημιουργών.
Τζων Ερνστ Στάινμπεκ
Ο Τζων Ερνστ Στάινμπεκ γεννήθηκε στο Σαλίνας της Καλιφόρνιας το 1902. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, κύριος εκπρόσωπος του νατουραλισμού και της κοινωνικής πεζογραφίας στη χώρα του. Στο έργο του ασχολήθηκε με την εργατική τάξη της δεκαετίας του ’30, την εποχή του μεγάλου κραχ ή της “Μεγάλης Ύφεσης” της αμερικανικής οικονομίας· παρ’ όλη την απαισιοδοξία που φέρνει η νατουραλιστική προσέγγιση, το έργο του διαπνέεται από ποιητικά και ανθρωπιστικά στοιχεία, διαγράφοντας τους ήρωές του σαν πραγματικούς χαρακτήρες. Ο Στάινμπεκ έγινε γνωστός με το μυθιστόρημα “Τορτίλα Φλατ” το 1935, αλλά η μεγάλη επιτυχία ήλθε το 1937 με το “Άνθρωποι και ποντίκια”. Δύο χρόνια αργότερα με τα “Σταφύλια της οργής” καθιερώθηκε μαζί με τον Φώκνερ και τον Χέμινγουεϊ ως ένας από τους τρεις μεγάλους σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς. Το 1940 το μυθιστόρημά του τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Στάινμπεκ εργάστηκε ως πολεμικός ανταποκριτής για λογαριασμό της εφημερίδας “New York Herald Tribune”, ενώ το 1948, σε μια εποχή όπου οι ΗΠΑ είχαν καταληφθεί από αντικομμουνιστική υστερία, ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση. Υπήρξε προσωπικός φίλος δύο αμερικανών προέδρων: του Τζων Κένεντι και του Λίντον Τζόνσον. Τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1962. Πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1968. Τα πιο γνωστά και πολυδιαβασμένα του μυθιστορήματα είναι: “Η αμφίβολη μάχη”, “Άνθρωποι και ποντίκια”, “Ο δρόμος με τις φάμπρικες”, “Τα σταφύλια της οργής”, “Ανατολικά της Εδέμ”, “Η πεδιάδα της Τορτίγια”, “Ουράνιες βοσκές”, κ.ά.
Στην ελληνική έκδοση (εκδ. Γράμματα, 1983 / ειδική έκδοση για την «Ελευθεροτυπία», 2006) εκτός από το αναλυτικό εργοβιογραφικό σημείωμα για τον Τζον Στάινμπεκ, περιλαμβάνεται ένα αναλυτικό κείμενο – εισαγωγή στο μυθιστόρημα. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματά του:
Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες
«Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες στο Μοντερέυ στην Καλιφόρνια είναι ένα ποίημα, μια βρωμισιά, έχει ένα δικό του φως, ένα έντονο χρώμα, είναι κάτι πολύ συνηθισμένο μα κι ένα όνειρο μαζί, μια νοσταλγία. Κάτι το σκόρπιο και το συγκεντρωμένο, σίδερα, τενεκέδες, σκουριά και πελεκούδια, το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες, παντού κουλούρες τα σκοινιά, κόφες λαχανικά, φάμπρικες για σαρδέλες του κουτιού, καταγώγια, ταβέρνες και μπορντέλα, μικρομάγαζα, εργαστήρια χημικά, παλιοξενοδοχεία. Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούν «πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι» -εννοούσε, δηλαδή, πως κατοικούν άνθρωποι λογής λογής. Αν τους κοίταζε όμως από μιαν άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να ’χε πει πως κατοικούν «άγγελοι, άγιοι και οσιομάρτυρες» -και πάλι θα εννοούσε το ίδιο. […] Ολόκληρος ο δρόμος βουίζει και αναδεύεται, φωνές, τρεξίματα, ομιλίες, το ψάρι κυλάει έξω από τις βάρκες, ίδιος ασημένιος ποταμός, κι όσο αδειάζουν οι βάρκες, τόσο ψηλώνουν πάνω στο νερό. […] Ο Δόκτορας βγήκε από το Βιολογικό Εργαστήριο κι αργοπερνάει το δρόμο για ν’ αγοράσει δυο μπουκάλια μπίρα στου Λη Τσονγκ το μαγαζί. Ο Ανρί, ο ζωγράφος, τριγυρνάει στα χορταριασμένα χέρσα και οσμίζεται σαν κυνηγιάρικο σκυλί μες στα παλιόσκοινα που είναι απορριγμένα εκεί πέρα, να βρει ένα κομμάτι ξύλο ή ένα κομμάτι σίδερο που του χρειάζονται για τη βάρκα που σκαρώνει. Έπειτα πέφτει το βραδάκι, ανάβει το φανάρι μπρος στης Ντόρας -ίδιο κόκκινο φεγγάρι που φωτάει ολονυχτίς το Δρόμο με τις Φάμπρικες. Μερικοί επισκέπτες φτάνουν στο Βιολογικό Εργαστήριο για ν’ ανταμώσουν τον Δόκτορα, κι αυτός ξαναπερνάει το δρόμο για ν’ αγοράσει πέντε μπουκάλια μπίρα στου Λη Τσονγκ το μαγαζί».
Στάινμπεκ και Πολίτης
Οι δύο συγγραφείς – Στάινμπεκ και Πολίτης – κινούνται σε παράλληλους δρόμους. Μιλούν για τον άνθρωπο του λαού, βλέπουν και οι δύο ρεαλιστικά έως νατουραλιστικά την καθημερινή ζωή χωρίς προκαταλήψεις και ρατσισμούς, προοδευτικά – θα έλεγα.
Όσον αφορά τον Δρόμο με τις Φάμπρικες μεγάλη εντύπωση μού έκαναν οι αναφορές του Στάινμπεκ στο Βυζάντιο, στην Αθήνα, στον Ποσειδώνα, στον Άη Γιώργη. Συχνή επίσης είναι η φιλοσοφική του διάθεση, καθώς και η βαθύτατη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στα ζώα. Πολύ παραστατική η περιγραφή μιας επιδημίας γρίπης, που θύμισε την πρόσφατη πανδημία.
Αν ήθελα να εντάξω πολιτικά τον Στάινμπεκ – όπως και τον Κοσμά Πολίτη – θα τους κατέτασσα στους αριστερούς συγγραφείς της γενιάς τους.
Δεν μπορώ, λοιπόν, παρά να συμφωνήσω με την Αριστούλα Ελληνούδη (Ριζοσπάστης – 29 Δεκέμβρη 2004) που παρατηρεί ότι ο Στάινμπεκ «κατήγγειλε, με δραματικό, αλλά και σαρκαστικό τρόπο την απάνθρωπη καταπίεση των λαϊκών μαζών από τους παλιούς μεγαλογαιοκτήμονες και τα νέα τζάκια του καπιταλιστικού κεφαλαίου – ανθρωποφαγικών κατακτητών του αμερικανικού νότου, αποκαλύπτοντας πολύ έγκαιρα το κάλπικο «αμερικανικό όνειρο» περί δημοκρατίας, ισονομίας, ίσων ευκαιριών και ευζωίας όλων των κατοίκων στις ΗΠΑ. Το σύνολο του πεζογραφικού και σεναριακού έργου του, αλλά προπάντων «Τα σταφύλια της οργής» και η νουβέλα «Άνθρωποι και ποντίκια» θα στέκουν υπεράνω του συμβιβασμού του, την περίοδο του μακαρθισμού, αλλά και του «Νόμπελ» που έλαβε το 1962».
