Μία πρωτότυπη και εντελώς διαφορετική ματιά, έξω από τα συνηθισμένα, επιχειρεί να ρίξει στην ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη χώρα μας ο συγγραφέας και καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Κώστας Δικαίος με το βιβλίο του που τιτλοφορείται «Στόχος: Ωρίων, Κέδρος Δονούσας».
Η μυθιστορία του βιβλίου τοποθετείται μέσα σε ένα αληθινό ιστορικό πλαίσιο το οποίο φωτίζει αριστοτεχνικά μία λησμονημένη όσο και εντελώς παραμελημένη πτυχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα: εκείνη του πολέμου στη θάλασσα.
Η πλειοψηφία των ιστορικών μυθιστορημάτων που έχουν γραφτεί για την περίοδο του μεγαλύτερου πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα στη χώρα μας, αφορούν τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και την τριπλή κατοχή που γνώρισε η Ελλάδα: γερμανική, ιταλική και βουλγαρική. Οι γνώσεις των περισσότερων από εμάς για τον πόλεμο στη θάλασσα την ίδια περίοδο εξαντλούνται στο πολύ γνωστό επεισόδιο του τορπιλισμού και της βύθισης του καταδρομικού «Έλλη» από τους Ιταλούς, το οποίο συνέβη τον Δεκαπενταύγουστο του 1940, λίγο πριν από το επίσημο ξέσπασμα του πολέμου ανάμεσα στις δύο χώρες.
Κι όμως, ο Κώστας Δικαίος έρχεται να μας αποκαλύψει στο βιβλίο του ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν η πρώτη εχθρική ενέργεια της γείτονας χώρας ενάντια στη δική μας τότε: είχε προηγηθεί, στις 12 Ιουλίου του 1940, η επίθεση της Ιταλίας ενάντια στο πλοίο του πολεμικού μας ναυτικού με το όνομα Ωρίων στη Γραμβούσα της Κρήτης. Η επίθεση αυτή, από τρία βομβαρδιστικά ιταλικά αεροσκάφη, δεν είχε θύματα, ούτε προξένησε εκτεταμένες ζημιές στο, εφτάψυχο, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, πλοίο.
Αυτή είναι η πρώτη από τις ανασκευές των καθιερωμένων μύθων για την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που επιχειρεί ο Κώστας Δικαίος στο βιβλίο του και η οποία μας φέρνει στον αληθινό πρωταγωνιστή του: το πλοίο του Ελληνικού Πολεμικού ναυτικού «Ωρίων», ενός πλοίου του οποίου την ύπαρξη αγνοούσαμε έως σήμερα οι περισσότεροι από εμάς.
Δεν θα σας μιλήσω για την ιστορία του πλοίου αυτού-αυτή την γοητευτική αναδρομή στον παρελθόν του πλεούμενου την πραγματοποιεί πολύ επιτυχημένα ο συγγραφέας στο βιβλίο του-, αλλά για τους υπόλοιπους ήρωες της γοητευτικής αυτής μυθιστορίας, προκειμένου να τους γνωρίσουμε από κοντά.
Όπως μας καταθέτει ο ίδιος ο συγγραφέας στο επιμύθιο του βιβλίου του, παρά την ενδελεχή έρευνα που ο ίδιος διεξήγαγε στα ναυτικά αρχεία του κράτους, σε διαδικτυακές και έγγραφες πηγές και παρά τις προφορικές μαρτυρίες που ο ίδιος με κόπο συνέλεξε, δεν μπόρεσε να εντοπίσει την ακριβή πορεία του «Ωρίωνα» από τις αρχές του Σεπτέμβρη του 1944, μετά τον τορπιλισμό που υπέστη αυτός στη Σάμο, έως και την τελική του καταστροφή, έναν μήνα αργότερα περίπου, στις 23 Σεπτεμβρίου, στον Κέδρο της κυκλαδίτικης νήσου Δονούσας. Αυτό, επομένως, το κενό του ενός μηνός στην ιστορία του πλοίου, έρχεται να συμπληρώσει η φαντασία του συγγραφέα και να δημιουργήσει ένα ιστορικό μυθιστόρημα με πολλές προεκτάσεις.
Καθότι, λοιπόν, το πλοίο είχε περάσει στα γερμανικά χέρια των δυνάμεων Κατοχής στη χώρα μας, αποπλέει από τη Σάμο τον Σεπτέμβρη του 1944 με μεικτό πλήρωμα, τόσο Γερμανών, όσο και Ελλήνων ομήρων. Θεωρητικά, ανώτερος όλων πάνω στο πλοίο είναι ένας αντιπαθητικός ναζί, ο χερ Φίσσκοφφ, εκπρόσωπος της γερμανικής εταιρείας πλοιοκτητών και οικονομικός αξιωματούχος. Στην πράξη, όμως, ανώτερος ιεραρχικά σε ένα πλοίο είναι ο Κυβερνήτης του και στην προκειμένη περίπτωση ο κάπτεν Στρατής Πετρέλλης. Οι δύο αυτοί εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες και οι δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι που αντιπροσωπεύουν, αποτελούν τους βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου, πλην, φυσικά, του ίδιου του πλοίου «Ωρίων».
Ο χερ Φίσσκοφφ αντιπροσωπεύει όλα όσα απεχθανόμαστε και γνωρίζουμε για τους ναζί την περίοδο της Κατοχής: αδίστακτος, εγωπαθής, άπονος και ανάλγητος, κοινώς ένας εγκληματίας πολέμου, είναι μακράν ο πιο αντιπαθητικός χαρακτήρας του βιβλίου, αυτός που εκπροσωπεί έναν κόσμο βίας, τον κόσμο του Χίτλερ.
Ο Μυτιληνιός στην καταγωγή κάπτεν Στρατής, από την άλλη, αντιπροσωπεύει έναν εντελώς αντίθετο κόσμο από εκείνον των ναζί: έντιμος μέχρι αηδίας, αδιάφθορος, ικανότατος, δίκαιος και καλοσυνάτος, διαθέτει σπάνιο βρετανικό φλέγμα και ψυχραιμία, έτσι ώστε να μπορεί να τα βγάλει πέρα ακόμη και στις πιο δύσκολες καταστάσεις και να μην παρασύρεται σχεδόν ποτέ από τα πάθη του. Συγχρόνως, ο κάπτεν Στρατής είναι και μέλος της Αντίστασης. Αυτός εκπροσωπεί τον κόσμο της ειρήνης και της εντιμότητας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το μοναδικό κοινό του Στρατή Πετρέλλη και του Φίσσκοφφ είναι η πιστή τήρηση των κανόνων και της ευνομίας. Κανένα απολύτως, όμως, άλλο, σημείο επαφής δεν φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στους δύο αυτούς άνδρες.
Ο κάπτεν Στρατής παρουσιάζεται επίσης ως σκεπτικιστής απέναντι στη θρησκεία και αρκετά φιλοσοφημένος σαν άνθρωπος, σε αντίθεση με τον εξίσου καλό και ικανό υφιστάμενό του, τον Ύπαρχο Ευγένιο Σκαρλατίδη, Πόντιο στην καταγωγή. Το καρέ των ηρώων συμπληρώνουν επάξια οι υπόλοιποι Έλληνες όμηροι ναυτικοί του πλοίου, όπως ο αυτοσχέδιος ριμαδόρος Αναστάσιος Κωκιδιάς, ο Ανθυποπλοίαρχος Δημήτριος Δαλαμπίνης, ο ασυρματιστής Μυλόπουλος και άλλοι, πιο ήσσονος σημασίας, χαρακτήρες.
Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη πολύ σημαντικό πρόσωπο στο βιβλίο του Δικαίου που θα μας οδηγήσει στην κατάρριψη ενός ακόμη μύθου: αυτός δεν είναι άλλος από τον Λούντβιχ Μύλλερ, τον Γερμανό διερμηνέα του πλοίου. Αλλά αυτός ο Μύλλερ δεν είναι ένας συνηθισμένος Γερμανός της εποχής, δεν μπορούμε, δηλαδή να τον αποκαλέσουμε ναζί, ακόμη κι αν το θέλουμε. Κι αυτό διότι ο πατέρας του ήταν διαπρεπής αρχαιολόγος, ενώ η μητέρα του, μουσικός στο επάγγελμα, έτρεφε μεγάλη αγάπη για τους νεότερους Έλληνες μουσικούς του εικοστού αιώνα, όπως, για παράδειγμα, για τον Νίκο Σκαλκώτα και τον Μανώλη Καλομοίρη.
Αποτέλεσμα αυτής της παιδείας που έλαβε ο φιλέλληνας Μύλλερ, ήταν να εξελιχθεί σε έναν σφοδρό πολέμιο του ναζιστικού καθεστώτος και να συντάσσεται με το μέρος των Ελλήνων, αντί με το μέρος των Γερμανών, βοηθώντας τους κατακτημένους με τις μεταφράσεις του όπως και όποτε μπορεί, κόβοντας και ράβοντας, δηλαδή, καταλλήλως τα λεγόμενα των Γερμανών. Και πράγματι, θα καταφέρει τελικά με τη δράση του αυτή και με την άψογη συμπεριφορά του να κερδίσει τη συμπάθεια και τις καρδιές όλων των Ελλήνων ομήρων του πλοίου, ακόμη και εκείνων που παρουσιάζονται δύσπιστοι στην αρχή ως προς τις αληθινές προθέσεις του.
Η ύπαρξη του χαρακτήρα του Μύλλερ στο βιβλίο, επομένως, έρχεται να καταρρίψει έναν ακόμη διαδεδομένο μύθο: τον μύθο του αποκλειστικά «κακού» Γερμανού κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν ήταν όλοι οι Γερμανοί υποστηρικτές του Χίτλερ και ότι ανάμεσά τους υπήρξε ένα μεγάλο φάσμα ανθρώπων, το οποίο κυμαινόταν από την απόλυτη πίστη στις ναζιστικές αρχές, όπως ο Φίσσκοφφ, μέχρι την ήπια και αναγκαστική σύμπραξη με τους ναζί, την ουδετερότητα, αλλά και την αντίδραση στο καθεστώς με όποιον τρόπο ήταν αυτός κάθε φορά εφικτός, όπως έπραττε για παράδειγμα και ο Μύλλερ στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επιπροσθέτως ο Δικαίος, εξιστορώντας αληθινά, αλλά και μυθιστορηματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον πλου του πλοίου από τη Σάμο μέχρι την Κω, την Ικαρία και τελικά τη Δονούσα, δράττεται της ευκαιρίας να πραγματοποιήσει συγχρόνως και μία αναδρομή στα ιστορικά γεγονότα της εποχής, γεγονότα που αφορούν όχι μόνο την ιστορία του πλοίου Ωρίων, αλλά και εκείνα του ελληνοϊταλικού πολέμου και κάποιων πτυχών της γερμανικής κατοχής σε διάφορα μέρη της χώρας όπως στη νήσο Δονούσα, η οποία αριθμούσε τότε περί τις τριακόσιες ψυχές.
Μέσα από την έκθεση της τεταμένης σχέσης που διατηρούσαν οι Γερμανοί του πλοίου με τους Έλληνες ομήρους, ο Δικαίος ανατέμνει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής και μας προσφέρει μια μικρογραφία της πάνω σε ένα πλοίο: διότι η κοινωνία του Ωρίωνα αντιπροσωπεύει όλες τις μικρές κοινωνίες στην Ελλάδα της Κατοχής. Μέσα από τη διαρκή και γλαφυρότατη πρόζα, ο Δικαίος περιγράφει διεξοδικά τις συνθήκες της καθημερινής ζωής τότε και εκθέτει τις απόψεις των ηρώων του, απόψεις που γίνονται αφορμή για τις πιο όμορφες και αποκαλυπτικές συζητήσεις μεταξύ των μελών του πληρώματος.
Πράγματι, οι ήρωες θα συνομιλήσουν για διάφορα θέματα και όχι μόνο για αυτά που σχετίζονται άμεσα με τον πλου του καραβιού: για τη θρησκεία, για τις οικογένειές τους, για την ποίηση του Καββαδία, αλλά και για πολλές πτυχές της σύγχρονης πολιτισμικής ιστορίας της Ελλάδας.
Και αυτό είναι ένα σημείο ακόμη που θέλει να τονίσει ο συγγραφέας με τη συγγραφή του εν λόγω πονήματος: τη μεγάλη αξία και της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής παραγωγής και όχι μονάχα εκείνης της ελληνικής αρχαιότητας, όπως γίνεται συνήθως. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Λούντβιχ Μύλλερ παρουσιάζεται, εκτός από άριστος γνώστης της ελληνικής αρχαιότητας, και ως ειδήμων στη λογοτεχνική, ποιητική, εικαστική και γενικότερα στην πολιτιστική παραγωγή της Ελλάδας στα μέσα του εικοστού αιώνα.
Οι ήρωες του Δικαίου δεν είναι διόλου εξιδανικευμένοι ή υπεράνθρωποι: αντιθέτως, είναι πάνω από όλα ανθρώπινοι-και πανανθρώπινοι. Πονούν και υποφέρουν για τη μοίρα της χώρας τους, θυμώνουν με την αδικία, είναι πιστοί στο καθήκον τους και προσπαθούν να αντισταθούν όπως μπορούν. Παράλληλα, συζητούν και συνομιλούν ζωηρά, πραγματοποιούν γνωριμίες, εκτελώντας όλες τις καθημερινές τους εργασίες, στο τέλος μάλιστα, κάποιοι ερωτεύονται κιόλας. Και όπως λένε αμφότεροι ο Λούντβιχ και ο Πετρέλλης, δια μέσου της πένας του συγγραφέα: «Είμαστε αυτό για το οποίο δακρύζουμε, είμαστε αναμνήσεις και αδιέξοδα. Είμαστε αφοσίωση στις αξίες μας».
Εν κατακλείδι, χάρη στην εκτενή ολοζώντανη πρόζα του βιβλίου, το χτίσιμο αληθινών, ξεκάθαρων και εντελώς ανθρώπινων χαρακτήρων, αλλά και την κινηματογραφική πλοκή και την πιστή στην πραγματικότητα αναπαράσταση των περιγραφόμενων σκηνών, το βιβλίο αυτό, που εντάσσεται λογοτεχνικά στο ρεύμα του ρεαλισμού, είναι ιδιαίτερα ευκολοδιάβαστο και απευθύνεται σε όλο το φάσμα των αναγνωστών.
Στα δυνατά του σημεία πρέπει να συγκαταλεγεί η αδιαμφισβήτητη πρωτοτυπία του και η αληθοφανής γλώσσα που χρησιμοποιούν οι χαρακτήρες, μία γλώσσα που μας μεταφέρει ευθέως σε εκείνη την εποχή. Επίσης άκρως θετική στην αποτίμηση του μυθιστορήματος είναι η ανασκευή κάποιων μύθων για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, όπως προαναφέρθηκε και η παρουσίαση πολλών άγνωστων πτυχών της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη χώρα μας, πτυχών που περιλαμβάνουν την καθημερινή ζωή κατά την περίοδο της Κατοχής σε μικρά νησιά του Αιγαίου, αλλά και την καθημερινότητα πάνω σε ένα πλοίο.
