Προσεγγίζοντας «Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι» του ΛΟΥΙ ΝΤΕ ΜΠΕΡΝΙΕΡ | Στοιχειά και Σκέψεις
Κοντεύουν τριάντα χρόνια (1994) από την πρώτη δημοσίευση στα αγγλικά και ένα χρόνο μετά στα ελληνικά αυτού του βιβλίου που έκανε παγκόσμια γνωστή την Κεφαλονιά. Ενώ το 2001 έγινε κινηματογραφική ταινία με τον Νίκολας Κέιτς και την Πενέλοπε Κρουζ.
Την ταινία δεν την έχω δει, θα πω λίγα λόγια για το βιβλίο που το ξαναδιάβασα πρόσφατα. Ο κορονοϊός μας έδωσε πολλές ώρες οικιακής απομόνωσης.
Ο Λουί ντε Μπερνιέρ
Θα αναφερθώ συνοπτικά στον συγγραφέα του βιβλίου. Ο Λουί ντε Μπερνιέρ γεννημένος το 1954 στο Λονδίνο, πολυταξιδεμένος και πολυτεχνίτης (δάσκαλος, μηχανικός αυτοκινήτων, αρχιτέκτονας κήπων κ.ά.), πριν ασχοληθεί με το γράψιμο, έγινε γνωστός κυρίως από το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» (1993), που έδωσε πάνω από 2,5 εκατ. αντίτυπα παγκοσμίως και μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο. Τιμημένος τρεις φορές με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Κοινοπολιτείας, έχει στο παλμαρέ του αξιόλογα μυθιστορήματα, όπως τον «Κόκκινο σκύλο», τον «Ταξιδευτή», τα «Μυστικός πόλεμος του δον Εμμάνουελ», «Σενιόρ Βίβο» και «Ο άρχοντας της κόκας» (που συνιστούν τη λεγόμενη «Τριλογία της Λατινικής Αμερικής»), τα «Πουλιά χωρίς φτερά» (πορτρέτο της Τουρκίας της εποχής της ανόδου των Νεότουρκων στην εξουσία) κ.ά., που όλα τους έχουν εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Ψυχογιός». Το τελευταίο του μυθιστόρημα «Η κόρη του παρτιζάνου», με θέμα τη σχέση ενός Άγγλου και μιας λαθρομετανάστριας από την πρώην Γιουγκοσλαβία, που ο πατέρας της φέρεται να υπήρξε παρτιζάνος υπό τις διαταγές του Τίτο, είναι μάλλον και το καλύτερό του ως σήμερα.
Είχα απορία, πώς ο Λουί έγραψε αυτό το βιβλίο για την Κεφαλονιά στα χρόνια του δεύτερου πολέμου, με τόσες λεπτομέρειες. Βρήκα, λοιπόν, στις 26 Νοεμβρίου 2020, την παρακάτω είδηση:
«Σε ηλικία 96 χρόνων πέθανε ο εμπνευστής του βιβλίου που διαφήμισε την Κεφαλονιά στα πέρατα του κόσμου, Piers de Berniere-Smart. Πρόκειται για τον πατέρα του μυθιστοριογράφου, Louis de Bernieres, ο οποίος έγραψε το έτος 1994 το πιο γνωστό έργο του «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», […] Βιβλίο που μεταφράστηκε σε 33 γλώσσες και έγινε κινηματογραφική ταινία […] Ο πατέρας του μυθιστοριογράφου ήταν αξιωματικός και διέσχισε την Μεσόγειο, ενώ πολέμησε σθεναρά τους φασίστες και τους ναζί. Ήταν ο άνθρωπος που μετέφερε στον υιό τις προσωπικές εμπειρίες από τον πόλεμο, συμπεριλαμβάνοντας τα όσα φρικαλέα συνέβησαν στην Κεφαλονιά αλλά και την ρομαντική ιστορία του τότε λοχαγού, Άμος Παμπαλόνι. Στην κηδεία του Piers de Berniere-Smart βρέθηκαν μόλις έξι άτομα της οικογένειάς του λόγω του λοκντάουν, συμπεριλαμβανομένων των θυγατέρων του, Susanna και Charlotte, οι οποίες δεν πήγαν με μαντολίνο αλλά με σαξόφωνο με το οποίο έπαιξαν το ‘The Last Post’» [Άγγελος Αρτελάρης – Πηγή: kefaloniatimes.gr]
Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι
Πάμε τώρα στο βιβλίο, που μετέφρασε θαυμάσια η Μαρία Αγγελίδου. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:
«Στο όμορφο νησί της Κεφαλλονιάς, η κόρη του γιατρού, η Πελαγία, είναι αρραβωνιασμένη με ένα νεαρό ψαρά. Όταν οι Ιταλοί, το 1940, καταλαμβάνουν το νησί, ο ψαράς μπαίνει στην Αντίσταση ενώ το σπίτι του γιατρού επιτάσσεται για να μείνει εκεί ο λοχαγός Κορέλι. Ο Κορέλι είναι πολιτισμένος, εύθυμος, αγαπά τη μουσική και ασχολείται πιο πολύ με το μαντολίνο του παρά με τον πόλεμο η Πελαγία νιώθει να την τραβά ο Ιταλός λοχαγός.
Τα πράγματα με τον καιρό δυσκολεύουν και ο πόλεμος παρουσιάζει το πραγματικό, δυσάρεστο πρόσωπό του. Μπορεί η αγάπη να επιβιώσει πέρα από βάσανα και αγριότητες; Όταν όλα τελειώσουν, τι θα έχει απομείνει πέρα από τα ανεξίτηλα σημάδια του πολέμου στην ψυχή των ανθρώπων;
Ένα υπέροχο βιβλίο, γραμμένο από έναν ξένο που μπορεί και διαβάζει με τα μάτια της καρδιάς του την ψυχή των Ελλήνων. Είναι ένας πραγματικός ύμνος στην πατρίδα μας και τον άνθρωπο. Ένας Έλληνας δε θα μπορούσε να γράψει καλύτερα».
Το μυθιστόρημα, εκτός από την «ιστορία» των ατόμων, έχει και αναφορά σε πραγματικά γεγονότα – Θα σταθώ σε τρεις πλευρές.
Η πρώτη ιστορία – την οποία αγνοούσα – σχετίζεται με τη μεραρχία Άκουι. Παραθέτω στοιχεία από την Βικιπαίδεια.
«Η Σφαγή της Μεραρχίας Άκουι, επίσης γνωστή και ως η Σφαγή της Κεφαλονιάς, ήταν η μαζική εκτέλεση των ανδρών της ιταλικής 33ης Μεραρχίας πεζικού Άκουι από τις γερμανικές δυνάμεις, στο νησί της Κεφαλονιάς, τον Σεπτέμβριο του 1943, μετά την ιταλική παράδοση κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Περίπου 5.000 στρατιώτες σφαγιάστηκαν και πολλοί άλλοι πνίγηκαν.
Μετά την απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης να διαπραγματευτεί την συνθηκολόγηση της στους Συμμάχους το 1943, ο Γερμανικός Στρατός προσπάθησε να αφοπλίσει τους Ιταλούς κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Άξονας». Στις 13 Σεπτεμβρίου οι Ιταλοί της 33ης Μεραρχίας πεζικού Άκουι αντιστάθηκαν στον αφοπλισμό και πολέμησαν τους Γερμανούς στη Κεφαλονιά. Μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου και η τελευταία ιταλική ομάδα αντίστασης παραδόθηκε αφού τα πυρομαχικά της εξαντλήθηκαν. Συνολικά 1.315 Ιταλοί σκοτώθηκαν στη μάχη, 5.155 εκτελέστηκαν έως τις 26 Σεπτεμβρίου και 3.000 πνίγηκαν όταν τα γερμανικά πλοία που μετέφεραν τους επιζώντες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης βυθίστηκαν από τους Συμμάχους. Οι άνδρες που σφαγιάστηκαν αποτέλεσαν μία από τις μεγαλύτερες ομάδες αιχμαλώτων πολέμου μαζί με αυτών της σφαγής στο Κάτιν. Η εξολόθρευση τους ήταν μία από τις πολλές φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν από την 1η Ορεινή Μεραρχία».
Η δεύτερη πλευρά που με συγκίνησε είναι ο σεισμός του 1953. Η ακολουθία των σεισμών στα Ιόνια νησιά περιείχε τρεις κύριους καταστροφικούς σεισμούς με αυξανόμενη ένταση και περισσότερους από 135 μετασεισμούς που έλαβαν χώρα από τις 9 έως τις 12 Αυγούστου του ίδιους έτους και προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές στα νησιά Ζάκυνθος, Ιθάκη και Κεφαλονιά. Ο αριθμός των θυμάτων ανήλθε σε 455 νεκρούς, 2.412 τραυματίες και 21 αγνοούμενους, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού των νησιών τα εγκατέλειψε εξαιτίας των σεισμών. Θεωρούνται οι καταστροφικότεροι σεισμοί στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Ο συγγραφέας περιγράφει θαυμάσια το σεισμό και τις δραματικές εικόνες.
Το τρίτο στοιχείο – που μου φάνηκε κάπως υπερβολικό – είναι η αναφορά του στους αντάρτες, που ο συγγραφέας τους παρουσιάζει μάλλον απαξιωτικά.
Διάβασα ένα κείμενο του ιστορικού μελετητή της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, Φανούρη Κ. Βώρου, στον οποίο θα αναφερθώ τιμητικά, λόγω του πρόσφατου θανάτου του, στις 20 Γενάρη του 2020.
Ο Φ. Κ. Βώρος γεννήθηκε το 1932 στο Ληξούρι, σπούδασε στην Αθήνα φιλολογία και ιστορία, στο Εδιμβούργο φιλοσοφία, απ᾿ όπου έλαβε και το διδακτορικό του δίπλωμα (Ph.D), υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ το 1976 διορίστηκε στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Μελετών και Επιμόρφωσης (Κ.Ε.Μ.Ε.), το οποίο μετεξελίχθηκε στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, απ’ όπου αφυπηρέτησε ως Επίτιμος Σύμβουλος. Δημοσίευσε περίπου 20 βιβλία, τα οποία αναφέρονται σε θέματα ιστορίας, φιλοσοφίας, εκπαίδευσης και πολυάριθμα άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, καθώς και λήμματα σε εγκυκλοπαίδειες.
Στο κείμενό του για το Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι, ο Φ. Κ. Βώρος, που ξέρει την περιοχή καθότι γεννημένος στο Ληξούρι, αναφέρεται αναλυτικά σε στοιχεία του μυθιστορήματος που δεν έχουν σχέση με την ιστορική αλήθεια. Ανάμεσα στις στρεβλώσεις είναι και η αναφορά στον ΕΛΑΣ. Ένα παράδειγμα. γράφει ο Βώρος:
«Φροντίζει όμως να επαναφέρει στο νησί τον ταπεινό ψαρά, τον Μαντρά, μεταμορφωμένο σε υπερφίαλο και βίαιο λοχαγό του ΕΛΑΣ, ψυχολογικά έτοιμο για να εγκρίνει και τη σύλληψη του πεθερού του, του καλόκαρδου πρακτικού γιατρού, από τους κομμουνιστές: «Θα είχαν ασφαλώς τους λόγους τους. Το κόμμα δεν κάνει ποτέ λάθος. Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» (σελ.517).
Με αυτή την ψυχολογία που απόκτησε στον ΕΛΑΣ μπορεί να επιχειρήσει και το βιασμό της «αρραβωνιαστικιάς» του. Ο κ. Bernier δίνει την ψυχογραφία του αγαθού ψαρά, που είχε μεταμορφωθεί σε βιαστή: «Φαίνεται πως ο βιασμός ήταν κάτι στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Λες κι ήταν μια ενστικτώδης, αντανακλαστική αντίδραση που αποκτήθηκε μετά από τρία χρόνια παντοδυναμίας κι ανεξέλεγκτης συμπεριφοράς, που τον είχαν μεταμορφώσει, τον είχαν κάνει άλλον άνθρωπο: ξεκίνησε αρπάζοντας με το όπλο την περιουσία των άλλων και στο τέλος έφτασε να αρπάζει τα πάντα. Ήταν πια γι’ αυτόν ένα φυσικό κι αδιαμφισβήτητο δικαίωμα, θέμα ρουτίνας, κι η βαναυσότητα κι η κτηνωδία που συνόδευαν το βιασμό ήταν γι’ αυτόν στοιχεία πολύ πιο ερεθιστικά από την αδύναμη αναλαμπή της ηδονής με την οποία τελείωνε. Μερικές φορές έφτανε και να σκοτώσει ακόμα τελειώνοντας, για να κρατήσει ένα ισχνό απομεινάρι, ένα ίχνος της ευχαρίστησης που προηγήθηκε. Έπειτα δεν του έμενε παρά μονάχα η κούραση κι ένα κενό που τον έσπρωχνε άγρια στην επανάληψη, ξανά και ξανά» ( σελ. 520)».
Σε επόμενες ενότητες γίνεται αναφορά από τον Φ.Κ.Βώρο πρώτα στον Κορέλι του μυθιστορήματος και μετά στον πραγματικό Κορέλι. Διαβάζουμε:
«Όσο για τον Κορέλι, αυτός ο ευχάριστος άνθρωπος, που δεν αγαπούσε τον πόλεμο, αλλά έκανε το καθήκον του ως διοικητής ιταλικής πυροβολαρχίας και όταν πήγαινε στο σπίτι του γιατρού έπαιζε ευχάριστη μουσική με το μαντολίνο του, κέρδισε τη συμπάθεια της Πελαγίας, που κι εκείνος την αγάπησε πολύ και χωρίς υστεροβουλία.
Την ώρα της τραγωδίας των Ιταλών ήταν ανάμεσα στους «εκτελεσμένους», βαριά τραυματισμένος, αλλά διέφυγε τη χαριστική βολή. Τυχαία ένας ντόπιος τον ανακάλυψε και τον οδήγησε ως τον «πρακτικό γιατρό». Ύστερα από τη δύσκολη ανάρρωσή του, με τη φροντίδα του γιατρού και της Πελαγίας, φυγαδεύτηκε μια νύχτα, με καΐκι, για τη Σικελία. Με φροντίδα βέβαια, του άγγλου κατάσκοπου, που είχε προσγειωθεί στον Αίνο και έμοιαζε σαν «άγγελος» στα μάτια του βοσκού. Ως αυτό το σημείο φτάνει η παραποίηση της ιστορίας από τον κ. Bermier (σελ. 487 – 494).
Ο πραγματικός Κορέλι, ο Amos Pampaloni, πραγματικά τραυματίας τότε στα πλαίσια της πραγματικής τραγωδίας – και της γερμανικής θηριωδίας – σώθηκε πραγματικά από της ντόπιους, του εφεδρικού και μάχιμου Αντάρτικου, με της οποίους είχε και προηγούμενη συνεργασία, καθότι ήταν συνειδητός αντιφασίστας και είχε διαφωνήσει με το διοικητή του στο ζήτημα των διαπραγματεύσεων (για παράδοση όπλων) με της Γερμανούς. Πρωτοστάτησε στη σύγκρουση μαζί της. Και όταν σώθηκε προσχώρησε ανοιχτά στο ελληνικό Αντάρτικο, της και πολλοί άλλοι συμπατριώτες του. Και επισκέφτηκε πρόσφατα την Κεφαλονιά, για να συναντήσει παλιούς συναγωνιστές και να θυμηθούν και να αφηγηθούν την αληθινή ιστορία εκείνης της περιόδου (1943-44). Και είχα και εγώ την ευκαιρία να παρακολουθήσω με θαυμασμό την πηγαία έκφραση των αισθημάτων της, όταν συναντήθηκαν για μια αποχαιρετιστήρια τελετή σ’ ένα παραλιακό κέντρο στο Αργοστόλι, το βράδυ της 31-10-2000».
Συμπεραίνει ο Φ. Κ. Βώκος και για τον δημιουργό της ταινίας ότι «αναπαράγει την κακοποιημένη από τον “συγγραφέα” Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης των Ελλήνων».
Επιλογικά
Προβληματίστηκα ποια στάση να κρατήσω, τι να πω για το βιβλίο. Το συμπέρασμά μου είναι ότι το μυθιστόρημα δεν είναι βιβλίο ιστορίας, έχει στοιχεία μυθοπλασίας. Ένα από αυτά τα στοιχεία που απέχει από την πραγματική ιστορία, είναι η λειτουργία των αντάρτικων σωμάτων. Αυτό, δεν μειώνει την ομορφιά και την ποιητική του Λουί ντε Μπερνιέρ.
