[penci_blockquote style=”style-2″ align=”none” author=”” font_style=”italic” text_size=”20″]Ένα βιβλίο ντοκουμέντο: αληθινοί άνθρωποι αφηγούνται τις ιστορίες τους και ζωντανεύουν μια χώρα και μια εποχή. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν οι πρώτοι στην οικογένειά τους που πήραν πτυχίο, το «χρυσό βραχιόλι», και άλλαξαν ζωή.[/penci_blockquote]
Το οικογενειακό απωθημένο που διαμόρφωσε μια ολόκληρη χώρα. Ένα πτυχίο για το παιδί.
Η Σοφία Νικολαϊδου παίρνει συνεντεύξεις και μας παρουσιάζει με τα δικά τους λόγια αυτούς που έφυγαν από το χωριό και ήρθαν στην πόλη. Αυτούς που γεννήθηκαν στη φτώχεια από γονείς που ήξεραν λίγα ή ελάχιστα γράμματα.
Αυτούς που διάβασαν, πέρασαν στο πανεπιστήμιο, απέκτησαν αξιοσέβαστο επάγγελμα και άνετη ζωή. Αγροτόπαιδα που έγιναν γιατροί, εργατόπαιδα που σπούδασαν δικηγόροι. Κορίτσια που πάλεψαν για το αυτονόητο: μια δουλειά και το δικό τους πορτοφόλι. Ελεύθεροι επιχειρηματίες και δημόσιοι υπάλληλοι, απόφοιτοι του δημόσιου σχολείου ή υπότροφοι των μεγάλων ιδιωτικών. Παιδιά που σπούδασαν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό.
Στην Ελλάδα του 20ού αιώνα ζήσαμε μια ειρηνική επανάσταση: μια επανάσταση με όπλο τις σπουδές και τα γράμματα.
Ένα πανόραμα του 20ού και του 21ου αιώνα σε μια χώρα που άλλαξε και συνεχίζει να αλλάζει. Τρεις γενιές Ελλήνων αφηγούνται την ιστορία τους και φτιάχνουν ένα μωσαϊκό από φωνές – σαν τα παλιά μωσαϊκά στα σπίτια που μεγαλώσαμε.
Ένα τραγούδι που το ρεφρέν του το ξέρουμε καλά. Είναι η φωνή που λέει, εμείς μπορεί να πεινάσουμε, αλλά το παιδί θα σπουδάσει.
“Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου το σχολείο θεωρούνταν προτεραιότητα και οι σπουδές είχαν αξία. Οι γονείς μου ήταν παιδιά της Κατοχής. Πίστευαν στα γράμματα, ιδίως η μαμά, με μια πίστη ακλόνητη, που δεν άλλαξε με τα χρόνια. Δύο άνθρωποι από σόγια φτωχά (μόνο αργότερα κατάλαβα πόσο φτωχά), με μόνη περιουσία το μυαλό και τις γνώσεις τους.
Ο μπαμπάς πεντάρφανος, γλίτωσε από τα πρόβατα στο χωριό και ήρθε στην πόλη. Παιδί του ορφανοτροφείου, έμαθε μουσική στο ίδρυμα και πρόκοψε. Τον θυμάμαι με το παπιγιόν, μαέστρο σε συναυλίες. Να διευθύνει χορωδίες, φιλαρμονικές, ν’ ανεβοκατεβαίνει κλίμακες στο πιάνο, να παίζει πνευστά, έγχορδα, κρουστά, με την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που μπορεί να τα μάθει όλα. Τις τρεις φορές που προσπάθησε να μου διδάξει σολφέζ ήταν βιαστικός. Δεν καταλάβαινε γιατί, ενώ του φαινόμουν έξυπνη, δεν ξεπετούσα ολόκληρη τη θεωρία της μουσικής σε ένα μάθημα. Αφού είχα, υποτίθεται, μυαλό κι αφού μου τα εξηγούσε, προς τι η χρονοτριβή στις απαντήσεις; Γι’ αυτόν η μουσική ήταν ο τρόπος του να σκέφτεται και να ζει τη ζωή του.
Ακόμη θυμόταν το πώς του είχαν πέσει όλα τα μαλλιά από την πείνα στο χωριό. Η μουσική τον έσωσε από τη μαύρη φτώχεια. Τον γλίτωσε από το χωμάτινο πάτωμα και το καρφί στον τοίχο όπου κρεμούσαν τα ρούχα. Έριξε μαύρη πέτρα και, μόλις έπιασε λεφτά στα χέρια του, τα σκόρπισε με λύσσα. Μέχρι που πέθανε, το 2004, στο χωριό δεν άλλαξαν και πολλά. Το χωμάτινο πάτωμα έγινε τσιμεντένιο. Όμως το καρφί είχε μείνει στον τοίχο, στην ίδια θέση που το άφησε.
Η μαμά ήταν από προσφυγικό σόι. Περήφανοι ως το κόκαλο, με έναν πόντιο πατέρα πατριάρχη που την έκλεινε για τιμωρία στην αποθήκη, γιατί ήταν κακόφαγη. Στο σπίτι του το φαγητό έπρεπε να το σέβονται και να το τρώνε όλοι. Ο ίδιος άνθρωπος, όταν βρέθηκε στη φυλακή επί Κατοχής, έγραφε γράμματα με μία και μόνη κάθε φορά εντολή: «Θα πεινάτε, νέπουτση, αλλά τα παιδία θα μαθάνε γράμματα. Δε θα τα στείλεις στα χωράφια, άκουσες; Δε θα τα σταματήσεις από το σκολείο». Από τα πέντε παιδιά της οικογένειας σπούδασαν τα τέσσερα. Η μάνα μου μέτρησε τις δυνάμεις της και διάλεξε τη Σχολή που θα της χάριζε υποτροφία. Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Επέλεξε τη Φιλολογία, ενώ η αγάπη της ήταν η Φυσική. Όμως εκεί οι εξετάσεις περιείχαν θέματα εκτός της διδαχθείσας ύλης, χρειάζονταν λεφτά για φροντιστήριο. Στη Φιλολογία θα περνούσε μόνο με το διάβασμά της. Με δύο υποτροφίες που έλαβαν η μαμά και ο μεγαλύτερος αδελφός της, τα χρόνια εκείνα σπούδασαν τέσσερα παιδιά.”
Η Σοφία Νικολαΐδου έχει εκδώσει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μελέτες και μεταφράσεις. Το μυθιστόρημά της Χορεύουν οι ελέφαντες (Μεταίχμιο, 2012) μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Melville House. Το μυθιστόρημά της Απόψε δεν έχουμε φίλους (Μεταίχμιο, 2010) μεταφράστηκε στα εβραϊκά και κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Kester Books, για το βιβλίο αυτό τιμήθηκε με το Athens Prize for Literature 2010. Το βιβλίο της Καλά και σήμερα: Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος (Μεταίχμιο, 2015) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας ως έργο που προάγει τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά θέματα. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο επίσης κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της Στο τέλος νικάω εγώ (2017).
Από το 1992 ως το 2018 εργάστηκε ως φιλόλογος σε σχολείο. Από το 2019 Διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
