Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Η Φούγκα του θανάτου ποίημα του Πάουλ Τσέλαν για τους Εβραίους στα «Θρακικά Χρονικά»

 

Η Φούγκα του θανάτου ποίημα  του Πάουλ  Τσέλαν για τους Εβραίους στα «Θρακικά Χρονικά»

 

 

Η Φούγκα του θανάτου ποίημα  του Πάουλ  Τσέλαν για τους Εβραίους στα «Θρακικά Χρονικά»

Στον τευχότομο 32 του 1975 / 1976 του περιοδικού «Θρακικά Χρονικά» (σελ. 130) δημοσιεύθηκε το περίφημο ποίημα του Πάουλ Τσέλαν (1920 – 1970) «Η Φούγκα του θανάτου». Από τα γερμανικά σε κατά λέξη μετάφραση το απέδωσε ο τότε μαθητής μου Νίκος Κωνσταντινίδης και εγώ έχω τη λογοτεχνική επιμέλεια και απόδοση.

Θεωρώ, βλέποντας το πόσες μεταφράσεις υπάρχουν στη γλώσσα μας και στις άλλες γλώσσες του ποιήματος αυτού, ότι είναι πολύ σημαντικό ότι στα «Θρακικά Χρονικά» δημοσιεύσαμε αυτή τη μετάφραση.  Και βέβαια, τιμή για τους Εβραίους αυτή η μετάφρασή μας.

Θα παραθέσω βιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή (βασισμένοι σε σχετικό κείμενο της ΄Ολγας Σέλλά)  και στη συνέχεια θα παραθέσουμε τη μετάφραση του ποιήματος.

 

Πάουλ Τσέλαν

Ο Πάουλ Τσέλαν (Paul Celan, 1920-1970) ήταν γόνος εβραϊκής οικογένειας από το Τσέρνοβιτς της Μπουκοβίνας. Όταν το 1941 οι ναζιστικές δυνάμεις κατέλαβαν τη γενέτειρά του, οι γονείς του εκτοπίστηκαν και στη συνέχεια έχασαν τη ζωή τους. Μετά τον πόλεμο ο Τσέλαν εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου και παντρεύτηκε. Το έργο του αναγνωρίστηκε έγκαιρα ως ένα από τα σπουδαιότερα ποιητικά εγχειρήματα της μεταπολεμικής περιόδου. Πρόκειται για μια ποίηση μελαγχολική που μέσα από ένα διαρκή διάλογο με τους νεκρούς ηχεί σαν επωδή στο ολοκαύτωμα. Ο Τσέλαν χάθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στα νερά του Σηκουάνα στις 20 Απριλίου 1970.

«Η οικογένεια του Πάουλ Τσέλαν ήταν γερμανόφωνοι Εβραίοι από το ανατολικό τμήμα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Ζούσαν στο Τσέρνοβιτς, πρωτεύουσα της περιοχής της Μπουκοβίνας, η οποία περιήλθε στη Ρουμανία λίγα χρόνια πριν από τη γέννηση του Τσέλαν, το 1920. Πριν ακόμα γεννηθεί, βρέθηκε ήδη σε μιαν άλλη πατρίδα. Γνώρισε στη Ρουμανία τη σοβιετική και τη γερμανική κατοχή, κατέφυγε στο Βουκουρέστι κι από εκεί στη Βιέννη και το 1948 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου έζησε όλη τη ζωή του. Εκεί σπούδασε, δίδαξε, μετέφρασε, παντρεύτηκε, εκεί έμεινε πιστός στη μητρική του γλώσσα δημιουργώντας το ποιητικό του έργο.

Το έργο του αναζητούσε πάντα «ένα διαθέσιμο Εσύ», που κάθε φορά ήταν άλλος: η μητέρα του, η γυναίκα του, οι γιοι του, φιλικά κι αγαπημένα πρόσωπα, η Νέλλυ Ζαξ, ο Ρέμπραντ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Σπινόζα, ο Αγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, η Εσθήρ, ο βασιλιάς Ληρ, ένα φυτό, μια πέτρα, μια λέξη. «Προχώρησα προς τη γλώσσα με όλο μου το είναι», είχε γράψει ο Τσέλαν. Μια γλώσσα, μέσω της οποίας «ο Τσέλαν έγινε ο εμβληματικός ποιητής της μεταπολεμικής περιόδου, επειδή ζήτησε επίμονα να καταγράψει στα γερμανικά την καταστροφή που συντελέστηκε στη Γερμανία. Με τον κόσμο του εξαλειμμένο, κρατήθηκε σφιχτά από τη μητρική του γλώσσα, που του ανήκε όσο ανήκε και στους δολοφόνους – από το μόνο πράγμα, δηλαδή, που κυριολεκτικά του είχε απομείνει. Στο μέτρο μάλιστα που και η ίδια η γλώσσα είχε πληγεί, με τα ποιήματά του ήλπισε ίσως να θεραπεύσει τις πληγές της», γράφει ο βιογράφος του, Τζον Φέλστινερ. Μια γλώσσα που ήταν θρυμματισμένη και ελλειπτική, γεμάτη αντιφάσεις και κρυφούς υπαινιγμούς.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Πάουλ Αντσελ, αλλά το άλλαξε το 1947, όταν ήδη βρισκόταν στο Βουκουρέστι και δούλευε ως διορθωτής και μεταφραστής σ’ έναν εκδοτικό οίκο, που ονομαζόταν «Το ρώσικο βιβλίο». Ο Τσέλαν είχε επιβιώσει από τα καταναγκαστικά έργα στη διάρκεια του πολέμου, ήταν ήδη ένας επιζών, είχε χάσει πολλούς δικούς και δεν συγχώρησε ποτέ τον εαυτό του για το θάνατο των γονιών του, σ’ ένα στρατόπεδο Εβραίων στη Ρουμανία. Πίστευε ότι αν βρισκόταν στο σπίτι τη βραδιά που τους συνέλαβαν, θα είχε καταφέρει να τους προστατεύσει και να τους σώσει, όπως έκαναν πολλοί φίλοι του για τους γονείς τους. Στην καρδιά του Μεσοπολέμου, όταν η κομμουνιστική δράση τιμωρούνταν σκληρά, ο έφηβος Τσέλαν προσχώρησε σε μια περίεργη αντιφασιστική οργάνωση νεολαίας, της οποίας τα περισσότερα μέλη ήταν Εβραίοι. Τύπωναν μάλιστα κι ένα περιοδικό που λεγόταν «Κόκκινος Μαθητής», στις σελίδες του οποίου τα νεαρά μέλη της οργάνωσης μετέφραζαν κείμενα του Μάρξ από τα γερμανικά στα ρουμανικά.

Οι γονείς του ονειρεύονταν να γίνει γιατρός, αλλά ο νεαρός Πάουλ έγραφε από τα 16 του ήδη, τα πρώτα του ποιήματα. Η ποίηση ήταν το καταφύγιό του και τους 19 μήνες των καταναγκαστικών έργων στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετέφρασε σονέτα του Σαίξπηρ, ποιήματα των Βερλαίν, Γέιτς, Ελυάρ, Γιεσένιν, κ.λπ. «Αρχισα μαντηλάκι να υφαίνω», λέει ο τελευταίος στίχος στο πρώτο σημαντικό του ποίημα με τίτλο «Μαύρες νιφάδες» που έγραψε όταν έμαθε την εκτέλεση της μητέρας του από τους Γερμανούς. Ήταν ο τρόπος του να δηλώσει ότι από ‘δω και πέρα θ’ ακολουθήσει τον δρόμο της ποίησης.

«Το τραύμα από το Ολοκαύτωμα φαίνεται να το χειρίζεται με μεγάλη διακριτικότητα και επιείκεια απέναντι στους Γερμανούς αναγνώστες του. Ο ίδιος, όπως και πολλοί από τους επιζώντες εκείνης της περιόδου, δεν έδωσε σχεδόν ποτέ μια τεκμηριωμένη μαρτυρία – γεγονός που προσδίδει στην ποίησή του τη βαρύτητα μαρτυρίας. Παρ’ όλα αυτά, τα χρόνια του πολέμου κυριολεκτικά τον στοίχειωναν», λέει ο βιογράφος του.

Επιτομή αυτού του ψυχικού άλγους ήταν το κορυφαίο του ποίημα «Η φούγκα του θανάτου», το πρώτο που εκδόθηκε με το όνομα Πάουλ Τσέλαν, το οποίο είναι αναγραμματισμός του επιθέτου Αντσελ».

ΠΑΟΥΛ ΤΣΕΛΑΝ (1920 – 1970)

 

Η ΦΟΥΓΚΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

μαύρο γάλα της αυγής εμείς το πίνουμε βράδυ

εμείς μεσημέρι το πίνουμε και πρωί εμείς το πίνουμε νύχτα

εμείς πίνουμε και πίνουμε

σκάβουμε ένα λάκκο στους ανέμους εκεί πλαγιάζεις ευρύχωρα

ένας άντρας μένει στο σπίτι παίζει με φίλια γράφει

γράφει σκοτάδι τη γερμανία όταν κατέχει τα χρυσά σου μαλλιά  μαργαρίτα

γράφει και ξεπροβάλλει στο σπίτι και τ’ αστέρια λάμπουν

προσκαλεί  τα σκυλιά του  με σφύριγμα

προσκαλεί  τους  εβραίους  του τους βάζει ν΄ ανοίξουν έναν λάκκο στη γη

μας διατάζει  άιντε το χορό ν’  αρχινήσουμε

 

μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα

πρωί σε πίνουμε και μεσημέρι σε πίνουμε βράδυ

εμείς σε πίνουμε και σε πίνουμε

ένας άντρα μένει στο σπίτι παίζει με φίλια γράφει

γράφει σκοτάδι τη γερμανία  όταν κατέχει τα χρυσά σου μαλλιά  μαργαρίτα

τα σταχτένια σου μαλλιά  σουλαμίτιδα σκάβουμε έναν  λάκκο στους ανέμους

εκεί πλαγιάζει ευρύχωρα

τσιρίζει βαθύτερα κεντρίστε το χώμα εσείς και σεις τραγουδείστε και παίξτε

απ’ τον τουκά τη ζώνη αδράχνει και την κουνάει τα μάτια του είναι γαλανά

καρφώστε βαθύτερα τα φτυάρια εσείς και σεις παίξτε συνεχίστε το χορό

 

μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα

εμείς μεσημέρι σε πίνουμε και πρωί σε πίνουμε βράδυ

εμείς σε πίνουμε και σε πίνουμε

ένας άντρας μένει στο σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά μαργαρίτα

τα σταχτένια σου μαλλιά  σουλαμίτιδα παίζει με τα φίδια

προστάζει παίξτε γλυκύτερα το θάνατο ο θάνατος ένας μαέστρος από τη γερμανία

φωνάζει παίξτε πιο μουντά τα βιολιά και θα πετάξτε καπνός στον αγέρα

έτσι θα ‘χετε έναν λάκκο στα σύννεφα εκεί πλαγιάζει ς ευρύχωρα

 

μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα

εμείς μεσημέρι σε πίνουμε ο θάνατος είν’  ένας μαέστρος απ’  τη  γερμανία

εμείς βράδυ σε πίνουμε και πρωί εμείς πίνουμε και πίνουμε

ο θάνατος είν’ ένας μαέστρος από τη γερμανία  τα μάτια του είναι γαλανά

σε έβαλε στόχο με μπρούντζινη σφαίρα σε σημαδεύει κατάκαρδα

ένας άντρας μένει στο σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά μαργαρίτα

απάνου μας αμολά τα σκυλιά του μας δωρίζει έναν λάκκο στον αγέρα

παίζει με φίδια φαντάζεται είν’ ο θάνατος ένας μαέστρος από τη γερμανία

τα χρυσά σου μαλλιά μαργαρίτα

τα σταχτένια σου μαλλιά σουλαμίτιδα

 

Μετάφραση Νίκος Κωνσταντινίδης

Λογοτεχνική απόδοση Θανάσης Μουσόπουλος

ΘΡΑΚΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, τ. 32 – σελ. 130,   1975-6

 

 

  Και επιλέγει η Όλγα Σελλά

«Καρπός εκείνων των μηνών, όταν τελείωσε ο πόλεμος κι αποκαλύφθηκε η εξόντωση των Εβραίων, είναι ένα ποίημα που έγραψε, ένα ποίημα που υπερβαίνει το προσωπικό του δράμα και γίνεται η επιτομή και το απόλυτο μέτρο σύγκρισης της «μετά Αουσβιτς ποίησης» το ποίημα «Η φούγκα του θανάτου». Το εκπληκτικό αυτό κείμενο έτυχε πολύ μεγαλύτερης προσοχής από οποιοδήποτε άλλο ποίημα γέννησε ο πόλεμος. Αυτό που εντυπωσιάζει, κυρίως, είναι η δημόσια διαδρομή του μετά το 1952, χρονιά που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στη Γερμανία. Η «Φούγκα του θανάτου», η Γκουέρνικα της μεταπολεμικής λογοτεχνίας, έγινε η ίδια ο φορέας της ιστορικής πράξης, η βιογραφία της, συμπυκνωμένη ολόκληρη σε αυτό το ποίημα».

Σχετικά άρθρα

TAKIS Αφιέρωμα | Προσεγγίζοντας μια γλυπτική διάνοια

Βασίλειος Μακέδος

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ: 1821 – ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΕΤΗ

Θανάσης Μουσόπουλος

Ηδονισμός | Η φιλοσοφία της ευχαρίστησης (μέρος 1ο)

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X