Sparmatseto
Projects Γενικά Projects

Τα ανταγωνιστικά επιχειρήματα για την κυριαρχία και τη φύση της πολιτικής εξουσίας

 

Τα ανταγωνιστικά επιχειρήματα για την κυριαρχία και τη φύση της πολιτικής εξουσίας

 

Τα ανταγωνιστικά επιχειρήματα για την κυριαρχία και τη φύση της πολιτικής εξουσίας

Στο τέλος του 16ου  αιώνα, δημιουργήθηκε η ανάγκη εξέλιξης και σχηματισμού οργανωμένου σύγχρονου κράτους. Η ιδέα δημιουργίας ενός σύγχρονου κράτους συνδεόταν  στενά και άρρηκτα με την ιδέα της κυριαρχίας και γεννούσε το ερώτημα του κατόχου της εξουσίας. Η Ευρώπη έγινε σταδιακά η γενέτειρα αναζητήσεων και εξελίξεων σε πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό επίπεδο που σε συνδυασμό με την άνοδο των συγκεντρωτικών, απολυταρχικών και συνταγματικών κρατών, εκκίνησε η αμφισβήτηση των κατεστημένων θεοκρατικών αντιλήψεων του μεσαίωνα που οδήγησε σε αναζήτηση της φύσης και των ορίων της πολιτικής εξουσίας.

Η ανάπτυξη των διάφορων  θεωριών για την κυριαρχία, ανέδειξε νέα θέματα όπως η δίκαιη άσκηση της πολιτικής εξουσίας και η νομιμοποίηση της κάθε εξουσίας ή αρχής. Δημιούργησε ένταση ανάμεσα στους κατέχοντες την εξουσία και την κοινωνία και είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία αντιφατικών αντιλήψεων για τη φύση της κυρίαρχης εξουσίας καταλήγοντας σε δύο πόλους: την κρατική και την λαϊκή κυριαρχία.

 

 

Η πηγή της εξουσίας | Οι προσεγγίσεις

Η βασική ιδεολογική διαφορά έγκειται στην πηγή της εξουσίας και ποιος θα έχει την νομιμοποίηση να την ασκεί.

Σύμφωνα με την πρώτη αντίληψη, την τελική αρμοδιότητα να καθορίζει το κοινό καλό την έχει το κράτος και σύμφωνα με την δεύτερη το κράτος αποτελούσε μία επιτροπή που κατείχε την εξουσιοδότηση για την θέσπιση των νόμων που επιθυμούσε ο λαός. Η αντίληψη για την κρατική κυριαρχία εκφράστηκε από τον Τόμας Χομπς στο έργο του ¨Λεβιάθαν¨ (1651) και η λαϊκή κυριαρχία εκφράστηκε από τον Ζαν Ζακ Ρουσό στο έργο του ¨Το κοινωνικό συμβόλαιο¨ (1762).

Ο Χόμπς υποστήριζε ότι η κυριαρχία είναι ευθύνη του κράτους και γι’ αυτό θα έπρεπε να τη διαχειρίζεται και να ενεργεί ως θεματοφύλακας του δικαίου. Τα άτομα όφειλαν να παραχωρήσουν με προθυμία τα δικαιώματά τους, εξουσιοδοτώντας μία  ικανή, ισχυρή και μοναδική αρχή να ενεργεί για αυτά, αποβλέποντας στην ευημερία τους και σε μία αποτελεσματική διοίκηση. Έτσι δημιουργούταν μία σχέση κυβερνώντων και κυβερνώμενων, αέναη, διαιωνιζόμενη και απόλυτη , που το κράτος είχε την εξουσιοδοτημένη και την νόμιμη εκπροσώπηση του λαού με την αιτιολογία την ασφάλεια του λαού. Το κράτος ως ισχυρός εκπρόσωπος  θα  τιθασεύει τα πάθη και τις αδυναμίες των ατόμων και προκειμένου να τηρηθεί η κοινωνική τάξη η επιβολή του ήταν αναγκαία.

Ο Ρουσό δεν ήταν αντίθετος με την έννοια της κυριαρχίας αλλά πίστευε ότι έπρεπε να τη διατηρεί ο λαός. Οι πολίτες είναι οι εκφραστές του κοινού καλού που προκύπτει μέσα από τη συζήτηση και τη δημόσια συμφωνία. Υποστήριζε ότι ο λαός θα έπρεπε να συμμετάσχει πιο ενεργά στη διαδικασία της διακυβέρνησης , να κατέχει τη νομοπαρασκευαστική ιδιότητα έτσι ώστε μέσα από τη θέσπιση νόμων να ρυθμίζεται η ζωή του. Οι κυβερνώμενοι θα έπρεπε να είναι κυβερνώντες.

 

 

Μία εναλλακτική άποψη, στον τομέα της κυριαρχίας, εξέφρασε ο Τζον Λοκ η οποία είχε μικτό χαρακτήρα κράτους και κοινωνίας. Πίστευε ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να δρα ως εργαλείο ώστε να υπερασπίζεται και να προστατεύει τα ατομικά δικαιώματα του λαού (της ζωής, της ελευθερίας και της περιουσίας), τα οποία επιβαλλόταν από τη θεία θέληση και διαφυλασσόταν από τον νόμο.

Ο Λοκ τασσόταν υπέρ μιας συνταγματικής μοναρχίας η οποία θα διατηρούσε τα εκτελεστικά δικαιώματα και μιας κοινοβουλευτικής συνέλευσης που θα κατείχε τα νομοθετικά δικαιώματα, χωρίς αυτό να σημαίνει την απόλυτη και χωρίς όρους μεταβίβαση όλων των δικαιωμάτων του λαού στο κράτος. Η παραχώρηση των δικαιωμάτων του λαού  στο κράτος είχε κατά τον Λοκ μοναδική επιδίωξη των στόχων του λαού. Στην αποτυχία επίτευξης των στόχων, τελικός κριτής είναι ο λαός, ο οποίος και θα μπορούσε να ανακαλέσει τόσο τους εκπροσώπους του όσο και την ίδια την κυβέρνηση. Η λαϊκή εξέγερση θεωρούταν αναπόφευκτη και επιβεβλημένη αν ο λαός γινόταν δέκτης τυραννικών πολιτικών ενεργειών.

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ επεξεργάστηκε σημαντικά τη θεωρία της φιλελεύθερης δημοκρατίας φθάνοντας στην άποψη ότι οι κυβερνήτες θα έπρεπε να λογοδοτούν για τις πράξεις τους απέναντι στους κυβερνώμενους. Η επίτευξη μιας εξισορροπημένης κατάστασης,  ανάμεσα στην ισχύ και το δίκαιο στην εξουσία και την ελευθερία, θα επερχόταν μόνο μέσω των πολιτικών μηχανισμών (διενέργεια τακτικών εκλογών, συναγωνισμός των αντιπροσώπων, αντιπαράθεση ελεύθερων απόψεων). Οι μηχανισμοί αυτοί θα έδιναν στο λαό την εξουσιοδότηση και τον έλεγχο των πολιτικών αποφάσεων .

Μια τελείως διαφορετική άποψη εξέφρασαν οι Μαρξ και Ένγκελς. Η πάλη για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων και την εξασφάλισης της οικονομικής ανάπτυξης του λαού δεν ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσαν να επιτευχθούν τα οικουμενικά ιδανικά της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης γιατί εναντιωνόταν στην καπιταλιστική οικονομία. Πίστευαν ότι η καπιταλιστική οικονομία παράγει συστηματική ανισότητα και περιορισμούς στην πραγματική ελευθερία.

Οραματισμός του Μαρξ ήταν μία ¨δομή κομμούνας¨ η οποία θα αντικαθιστούσε τον κρατικό μηχανισμό και σύμφωνα με αυτήν θα υπήρχε πυραμιδική αντιπροσώπευση μέσω της εκλογής αντιπροσώπων από μικρές σε μεγαλύτερες ομάδες.  Οι παραγωγικές δομές της οικονομίας δεν θα ανήκαν σε κάποιον άλλα θα ήταν μοιρασμένες στην κοινωνία με ίσα δικαιώματα σε όλους από τη χρήση τους.

Τέλος, ο Βέμπερ πίστευε ότι ο μετασχηματισμός των ταξικών σχέσεων δεν μπορεί να οδηγήσει στην άμεση δημοκρατία και να αντικαταστήσει το κράτος γιατί τότε θα υπήρχε πρόβλημα συντονισμού και ρύθμισης που αναπόφευκτα θα κλεινόταν να λύσει η γραφειοκρατία. Ξεχώρισε δύο στοιχεία του κράτους: την επικράτεια και τη βία. Θεωρούσε ότι το κράτος είναι μία σχέση ανθρώπων που κυριαρχούν πάνω σε άλλους. Μια σχέση που υποστηρίζεται από τη νόμιμη βία και το κράτος έχει το δικαίωμα να ασκεί επιθετική πολιτική αφού πρώτα εξασφαλίσει την νομιμοποίηση του λαού .Φοβόταν τον εγκλωβισμό της πολιτικής ζωής από ένα ορθολογικό και γραφειοκρατικό σύστημα  διοίκησης, το οποίο το ανέφερε ως ένα ατσάλινο κλουβί.

 

 


Βιβλιογραφία

  • Hall, S. &Gieben, B., 2003. Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας: Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλα.

Σχετικά άρθρα

Η τέχνη του να μιλάς και να μη λες τίποτα | Οδηγός επιβίωσης για υποψηφίους πολιτικούς

Δημιουργική Γραφή (για παιδιά)-Το αντίδοτο στη γλωσσική ένδεια της εποχής

Λεύκη Σαραντινού

Πώς η βιομηχανική εποχή επέφερε τον μετασχηματισμό των έμφυλων σχέσεων

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X