Sparmatseto
Μουσική

Γυναίκες Συνθέτριες: Ρομαντισμός | Οι συνθέτριες (μέρος 3)

 

Γυναίκες Συνθέτριες: Ρομαντισμός | Οι συνθέτριες (μέρος 3)

 

 

Γυναίκες Συνθέτριες: Ρομαντισμός | Οι συνθέτριες

 

FANNY MENDELSHON ( 1805-1847) Γερμανίδα

Η Φάνι Μέντελσον αργότερα γνωστή ως Φάνι [Κασίλι] Μέντελσον Μπαρθόλντι (Fanny [Cäcilie] Mendelssohn Bartholdy) και μετά τον γάμο της και ως Φάνι Χένσελ (Fanny Hensel) ήταν Γερμανίδα πιανίστα και συνθέτρια.

Η Μέντελσον γεννήθηκε στο Αμβούργο και ήταν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Καταγόταν από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια εβραίων της πόλης, η οποία ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό και συγκεκριμένα το Λουθηρανικό δόγμα, για να αποφύγει το αντισημιτικό πνεύμα της εποχής. Ο πατέρας της Αβραάμ ήταν τραπεζίτης και ο παππούς της Μωυσής από την πλευρά της μητέρας της ποιητής και φιλόσοφος. Το δεύτερο επίθετο Μπαρτόλντι προέκυψε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για ένα θείο του, που τους κληροδότησε μία μεγάλη ακίνητη περιουσία. Η Φάνι είχε αδελφούς, τον Πάουλ, και τον γνωστό συνθέτη  Φέλιξ  και μια αδελφή τη Ρεβέκκα. Μεγάλωσε μέσα στην καλλιεργημένη ατμόσφαιρα του Βερολίνου μεταξύ διανοούμενων. Ο πατέρας τραπεζίτης και η μητέρα της επίσης καλή πιανίστα. Κι από τις δύο πλευρές της καταγόταν από εξέχουσες εβραϊκές οικογένειες. Η Μέντελσον, δεν μεγάλωσε όμως με τις εβραϊκές αρχές, αλλά έμαθε να σέβεται τις αξίες και τον πολιτισμό των Εβραίων. Παρά την εβραϊκή καταγωγή της οικογένειας, η Fanny και τα αδέρφια της μεγάλωσαν ως Προτεστάντες.

Τα πρώτα της βήματα στο πιάνο τα έκανε σε νεαρή ηλικία με τη μητέρα της, η οποία υπήρξε μαθήτρια του Γιόχαν Κίμπεργκερ, ο οποίος με τη σειρά του ήταν μαθητής του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Στη συνέχεια σπούδασε πιάνο με τον Ludwig Berger και  σύνθεση με τον Carl Friedrich Zelter, δύο από τους καλύτερους εκπαιδευτικούς στην πόλη. Σε ηλικία 13 ετών, η Φάνι, μπορούσε να παίξει όλο το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο του Μπάχ, πράγμα που έκανε και το 1818, στα γενέθλια του πατέρα της. Κατόπιν, έλαβε κάποιες σπουδές το Παρίσι. Περί το 1820, αυτή και ο αδελφός της εντάχθηκαν στη σχολή Sing-Akademie zu Berlin. Ο διευθυντής τότε της Ακαδημίας, σε ένα γράμμα του, έγραψε ότι “η Φάνι μπορεί να παίξει σαν άνδρας”, δήλωση ιδιαίτερα τιμητική για την εποχή.

Ο πατέρας της την εμπόδισε να αφιερωθεί πλήρως στο  πάθος της, τη μουσική.  Ο Abraham Mendelssohn έγραψε στην κόρη του, όταν ήταν σε ηλικία 15 ετών: «η μουσική μπορεί να γίνει γι ‘αυτόν [τον αδελφός της Felix] το επάγγελμά του, ενώ για εσάς θα πρέπει να παραμείνει μόνο μια ευχαρίστηση, αλλά ποτέ η βάση της ύπαρξής σας και των ενεργειών σας..”  Την εμποδίζουν να γίνει συνθέτρια. Την εγκιβωτίζουν μέσα στις παραδεδομένες και κλισαρισμένες αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες η γυναίκα έπρεπε να παραμείνει και να διευθύνει το σπίτι της. Αντιθέτως προσέφεραν στον αδελφό της Felix μια ορχήστρα που του επέτρεψε να δοκιμάζει τις δημιουργίες του, διευκολύνοντας τον στη δημοσίευση των έργων του.  Ο Felix παρουσιάζεται στον Goethe όταν είναι μόλις 11 ετών, ενώ η Fanny παραμερίζεται.  Αυτή η συνάντηση αφορά μόνο το αρσενικό φύλο!!! Ωστόσο, η Fanny διατηρεί μια πολύ στενή σχέση με τον αδερφό της Felix,  τρεισήμισι  χρόνια νεότερο της. Δεν ήταν ασυνήθιστο για τον τελευταίο να ζητάει συμβουλές σύνθεσης από την αδερφή του, της οποίας το μουσικό γούστο σέβεται.

Παρόλη την κοινωνική πολεμική η Φάνη συνέθετε από πολύ νεαρή ηλικία, αποδεικνύοντας ότι ήταν εξαιρετικά προικισμένη πιανίστρια .

Αν και η οικογένειά της και η κατάστασή της δεν της επιτρέπουν να δημοσιεύσει, καταλαβαίνουμε ότι η σύνθεση πήρε μια πολύ σημαντική θέση στη ζωή της:

Παντρεύτηκε σε ηλικία 24 ετών, το 1829 τον ζωγράφο Wilhelm Hensel, 11 χρόνια μεγαλύτερό της. Το ζευγάρι θα αποκτήσει έναν γιο, τον Sebastian Ludwig Felix, τα ονόματα του οποίου προέρχονται από τους αγαπημένους συνθέτες της Fanny, Bach και Beethoven. Ο σύζυγός της Wilhelm Hensel την ενθάρρυνε να παίξει, και σε αντίθεση με τον πατέρα και τον αδελφό της, την ενθάρρυνε να δημοσιεύσει τα έργα της.  Αν και δεν ταξιδεύει πολύ, ειδικά αν συγκρίνουμε με τον αδερφό της που ταξιδεύει στην Ευρώπη, η Fanny και ο σύζυγός της φεύγουν το 1839 για την Ιταλία. Θα μείνουν περισσότερο από 6 μήνες στη Ρώμη, όπου συναντά και εντυπωσιάζει τους Γάλλους συνθέτες Hector Berlioz και Charles Gounod. Ο τελευταίος περιγράφει τη Fanny ως «έναν αξέχαστο μουσικό, μία εξαιρετική πιανίστα και μια γυναίκα ανώτερης νοημοσύνης.”

Από την ηλικία των 38 χρόνων (έτος1843), διηύθυνε τις συναυλίες της Κυριακής το πρωί στο Elternhaus (ορφανοτροφείο) στο Βερολίνο.

Η Fanny Mendelssohn έχει γράψει σχεδόν 250 Lieder για σοπράνο και πιάνο, καθώς και πάνω από εκατό κομμάτια για σόλο πιάνο. Τα κείμενα των Lieder προέρχονται συχνά από σύγχρονους ποιητές, κυρίως από τους Jean-Pierre Claris de Florian, Joseph von Eichendorff, Johann Wolfgang von Goethe, Heinrich Heine, Ludwig Hölty, Ludwig Tieck , Johann Heinrich Voß. Ο σύζυγός της Wilhelm Hensel, ζωγράφος, χαράκτης και ποιητής, έγραψε επίσης περίπου είκοσι Lieder για αυτήν.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον πιανίστα Françoise Tillard, έξι από τα νεανικά τραγούδια του αδελφού της Felix συντέθηκαν στην πραγματικότητα από την Fanny, όπως αναγνώρισε ο ίδιος ο Felix.

Πολύ λίγα από αυτά τα έργα της έχουν δημοσιευτεί. Η Fanny Mendelssohn δεν βρήκε το θάρρος να τα δημοσιεύσει μέχρι το 1846, ένα χρόνο πριν από το θάνατό της.

Ο φιλόσοφος Πάουλ Χένσελ και ο μαθηματικός Κουρτ Χένσελ ήταν εγγόνια της.

Πέθανε από εγκεφαλικό σε ηλικία 41 ετών.

Στο Αμβούργο, υπάρχει μουσείο αφιερωμένο στη Φάνι και στον αδελφό της Φέλιξ Μέντελσον.

 

Amalia Emma Sophie Hartmann(1807-1851) ΔΑΝΕΖΑ

Η Amalia Emma Sophie Hartmann, με το πατρικό όνομά της  Emma Zinn γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1807 στην Κοπεγχάγη από μια πλούσια εμπορική οικογένεια, των οποίων το σπίτι ήταν το κέντρο μιας ποικίλης πολιτιστικής ζωής. Ο πατέρας της, Johan Friedrich Zinn, είχε κληρονομήσει την επιχείρηση μετά το θάνατο του πατέρα του, Johann Ludvig Zinn  το 1802.  Αρχικά συνεργάσθηκε με τον αδελφό του Carl Ludvig Zinn, αλλά ο τελευταίος πέθανε το 1808. Η Emma μεγάλωσε στο Zinn House στο Kvæsthusgade  και σπούδασε φωνή και πιάνο με τον συνθέτη Andreas Peter Berggreen .

Παντρεύτηκε το 1829, σε ηλικία 22 ετών, τον Δανό συνθέτη και διευθυντή του Ωδείου της Κοπεγχάγης Johann Peter Emilius Hartmann. Γέννησε 10 παιδιά εκ των οποίων επέζησαν τα τρία παιδιά: ο γιός τους Emil και οι κόρες τους Emma Sophie και Clara. Η Έμμα Χάρτμαν ήταν ένα ζωντανό, και μη συμβατικό άτομο που εξασφάλισε ότι ο σύζυγός της Χάρτμαν δεν έπρεπε να αναπαύεται σε οποιαδήποτε άνετη φόρμα, ασκώντας μία κριτική που διέγειρε και γονιμοποιούσε. Δεν φοβόταν να αποδοκιμάσει τα έργα του ακόμη και με πολύ κατηγορηματικές μομφές. Κατά την διάρκεια της καθημερινής ζωής, η Έμμα έπαιζε τα βράδια με τα παιδιά της αυτοσχεδιάζοντας στο πιάνο και έγραφε μελωδίες κυρίως για τα παιδιά της. Ενδιαφερόταν για πολλές μορφές πολιτισμού όπως η τέχνη, η λογοτεχνία και η φιλοσοφία και συχνά πήγαινε στο θέατρο. Μία από τις φίλες της έγραψε ότι η συνάντηση με την Έμμα ήταν σαν να παίρνει «πνευματικά Snaps».

Ο γιος τους Emil Hartmann επιδόθηκε στην σύνθεση και έγινε διάσημος συνθέτης. Η κόρη τους Emma Sophie παντρεύτηκε τον Δανό συνθέτη Niels Wilhelm Gade, ενώ η κόρη τους Clara παντρεύτηκε τον συνθέτη, πιανίστα και Δανό παιδαγωγό August Winding.

Ο εγγονός τους, Oluf Hartmann, γιος του συνθέτη Emil Hartmann, έγινε ζωγράφος και ήταν φίλος του διάσημου συνθέτη Carl August Nielsen. Το 1910 ο ζωγράφος Oluf Hartmann πέθανε σε ηλικία 30 ετών και ο Carl August Nielsen του αφιέρωσε το μουσικό έργο “Ved en ung Kunstners Baare” (Για την διάπλαση ενός νεαρού καλλιτέχνη).

Στην οικογένεια ανήκει και ο διάσημος συνθέτης Λαρς φον Τρίερ (Lars von Trier)

Η πρώτη της δημοσιευμένη σύνθεσή της ήταν δύο χοροί για την Φοιτητική Ένωση τον Φεβρουάριο του 1841 και ένα βιεννέζικο βαλς. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1840, που οι τοκετοί τελείωσαν, η Έμμα Χάρτμαν άρχισε να συνθέτει τραγούδια. Ενθαρρυνόμενη από έναν φίλο του σπιτιού, τον Ernst Weis, που την βοήθησε με την καταγραφή του έργου της και του συζύγου της, δημοσίευσε με το ψευδώνυμο “Frederik H Palmer” 5 συλλογές με 22 ρομάντζα και χορούς. Η τελευταία συλλογή, ωστόσο, ήρθε μόνο μετά το θάνατό της. Οι χοροί κυκλοφόρησαν το 1907 από την οικογένειά της.

Η Amalia Emma Sophie Hartmann πέθανε σε ηλικία 44 ετών στις 6 Μαρτίου 1851 στην ίδια πόλη την αγαπημένη Κοπεγχάγη.

 

 

Μαρία Μαλιμπράν-Γκαρσία (1808 – 1836) ΓΑΛΛΙΔΑ

Η Μαρία Μαλιμπράν έγινε η ροκ σταρ του Ρομαντικού κόσμου της όπερας.  

Η Μαρία Μαλιμπράν μπήκε στον κόσμο το 1808 με μια ασυνήθιστα ενδιαφέρουσα ιστορία και ένα σύνολο γονιδίων.

Ο πατέρας της, ήταν ο διάσημος τενόρος Μανουέλ Γκαρσία, ένας θεαματικός τραγουδιστής, ένας λαμπρός δάσκαλος και μανιακά ωραίος.  Η Ισπανίδα μητέρα της ήταν μια τραγουδίστρια της όπερας. Η αδελφή της  ήταν η mezzo-soprano και συνθέτρια, Pauline Viardot.

Ο πατέρας της αποφασισμένος να μετατρέψει την κόρη του σε μία από τις πιο λαμπρές τραγουδίστριες του πλανήτη, την κτυπούσε και την τρομοκρατούσε τακτικά για να εξυπηρετήσει αυτόν τον σκοπό.

Πράγματι ο σκοπό επετεύχθη!!! Κατά την άφιξή της στη Βενετία, 20.000 άτομα την υποδέχτηκαν. Μην ξεχνάμε ότι το θέατρο Malibran και το ξενοδοχείο Malibran στη Βενετία εξακολουθούν να είναι ενεργά!!!  Κατά την άφιξή της στη Λούκα, το πλήθος έβγαλε τα άλογα από το αμάξι της και τα τράβηξαν στους δρόμους οι ίδιοι. Όταν έχασε μια παντόφλα κατά τη διάρκεια μιας παράστασης στη Νάπολη, οι δύο πρώτες σειρές του ακροατηρίου πήδηξαν στο “κοίλο της ορχήστρας” για να ανακτήσουν το αναμνηστικό.

Οι ποιητές την μνημονεύουν, οι συνθέτες έγραψαν για αυτήν και έχουν δημιουργηθεί ταινίες για τη ζωή της.

Η Malibran ταξίδεψε με την οικογένειά της στην Αμερική σε ηλικία 17 ετών και τραγούδησε στις πρώτες παραστάσεις της ιταλικής όπερας στον Νέο Κόσμο. Μέχρι τα 19 είχε επιστρέψει μόνη της στην Ευρώπη και προχώρησε συστηματικά στην κατάκτηση του κόσμου της όπερας, με δραματικούς ρόλους.    Μια τυπική μέρα της ζωής της ήταν η εξής: έκανε πρόβες το πρωί, ιππασία το απόγευμα, τραγουδούσε σε όπερα το βράδυ, και έπειτα συχνά σε παραστάσεις σε ιδιωτικά σαλόνια μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

Ο ρομαντικός θάνατός της σε ηλικία 28 ετών – λόγω επιπλοκών της  πτώσης της από άλογο – συγκλόνισε τον μουσικό κόσμο σαν τον θάνατο της πριγκίπισσας Νταιάνα.

Μιλώντας δεκαετίες μετά το θάνατό της, ακόμη και ο μεγάλος Βέρντι επικαλέστηκε το όνομά της ως οπερατικό ιδανικό.

 

Ένα τραγούδι της Maria Malibran (1808-1836) για κιθάρα και φωνή

“Αντίο πόλεις, αντίο πλούσια εξοχή

Μην περιμένετε να με αποπλανήσετε αυτήν την ημέρα.

Ακούω από απόσταση τον αγαπητό αέρα των βουνών

Και η καρδιά μου χτυπά με χαρά και αγάπη…….

Αντίο πόλεις …

Καλλιεργημένα χωράφια και  λουλούδια της άνοιξης

με υπερηφάνεια εμφανίζετε την ομορφιά σας

Ναι, τρέχω μακριά από εσάς για την άνυδρη ερείκη

ΕΚΕΙ μπορούμε τουλάχιστον να βαδίσουμε ΠΡΟΣ την ελευθερία.

 

 

Στον τάφο της, μπορούμε να διαβάσουμε αυτό το τεταρτημόριο του Lamartine:

Beauté, génie, amour furent son nom de femme,

Écrit dans son regard, dans son cœur, dans sa voix.

Sous trois formes au ciel appartenait cette âme.

Pleurez, terre ! Et vous, cieux, accueillez-la trois fois !

Η ομορφιά, η ιδιοφυΐα, η αγάπη ήταν το όνομα αυτής της γυναίκας ,

Γράφτηκε πάνω στα μάτια της, μέσα στην καρδιά της, μέσα στη φωνή της.

Με τρεις μορφές ουράνιες πλάστηκε  αυτή η ψυχή.

Κλαίω, γη! Και εσείς, ουρανοί, την καλωσορίζετε τρεις φορές!

 

 

Léopoldine BLAHETKA (1809  1885)-ΑΥΣΤΡΙΑΚΗ

«Όμορφη νέα και πιανίστρια!!!» αναφώνησε ο Frédéric Chopin ακούγοντας  μια  συναυλία της Léopoldine Blahetka το 1829 κατά τη διάρκεια της  πρώτης παραμονής  του στη Βιέννη.

Τσεχικής καταγωγής, Αυστριακή από τη γέννηση και Γαλλίδα με επιθυμία υιοθεσίας, η Marie-Léopoldine Blahetka γεννήθηκε στο Guntramsdorf-bei-Wien (Κάτω Αυστρία) στις 15 Νοεμβρίου 1809. Ο πατέρας της, Joseph Georg Blahetka σπούδασε πιάνο με τον Joseph Czerny και έλαβε μια θέση στις μουσικές εκδόσεις Träg στη Βιέννη. Η μητέρα της, η Barbara Sophia Blahetka έπαιζε  πληκτρολόγιο στις ορχήστρες της Βιέννης και ήταν η πρώτη δασκάλα πιάνου της κόρης της. Στη συνέχεια ανατέθηκε η φροντίδα της στην κυρία Catherina de Cibbini-Kozeluch. Η σοφή ηγεσία αυτής της κυρίας ανέπτυξε γρήγορα τις σπάνιες ικανότητες της Léopoldine και ο Τζόζεφ Τσέρνι τελειοποίησε το ταλέντο της.

Η Léopoldine Blahetka ήταν μόλις εννέα (9) χρονών όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο κοινό, στο ξενοδοχείο zum Römischen Kaiser, στη Βιέννη, 1 Μαρτίου 1818. Η πρόωρη ικανότητά της ενθουσίασε όσους την άκουσαν. Στην παιδική της ηλικία, η Mlle Blahetka έκανε σύντομα ταξίδια στη Βιέννη, για να ακουστεί. Αργότερα ταξίδεψε σε όλη τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Γαλλία, την Αγγλία και παντού θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα ταλέντα της  εποχής.

Η νεαρή βιρτουόζος άρχισε να παρουσιάζει τις δικές της συνθέσεις το 1822, σε ηλικία 13 ετών.

Συνέχισε τις σπουδές της με τον Joseph Czerny, στη συνέχεια με τον Frédérick-Guillaume Kalkbrenner στο Παρίσι χάρη στον γενναιόδωρο πρίγκιπα Ιωάννη του Λιχτενστάιν, και με τον μεγάλο Τσέχο πιανίστα και συνθέτη Ignaz Moscheles. Επίσης σπούδασε σύνθεση με τον καθηγητή Simon Sechter στη Βιέννη.

O Μπετόβεν όταν την άκουσε εντυπωσιάσθηκε από τις τεχνικές της δεξιότητες, την ευαισθησία και την μουσικότητα της και δέχτηκε να παίξει το 2ο Κοντσέρτο του, Op 19 με την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης το έτος 1820. Μετά της κολακευτικές κριτικές έπαιξε στο Κάρλοβιβάρι, στην Πράγα και στην Βιέννη με τον Paganini.

Γνώρισε τον Chopin ενώ έμενε στη Βιέννη το 1829. Ο Chopin ενθουσιασμένος μαζί της, όταν άκουσε την περιοδεία της Blahetka στην Πολωνία,  προσφέρθηκε να παίξει μαζί της έργα για δύο πιάνα στη Βαρσοβία.

Αποθεωμένη από το κοινό σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης αποφάσισε να εγκαταλείψει την Βιέννη και να εγκατασταθεί στην Βόρεια Γαλλία στην πόλη  Boulogne-sur mer, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της. Η Blahetka γρήγορα ενσωματώθηκε στην κοινωνία της Boulogne και συμμετείχε ενεργά στην κοινότητα και την πολιτιστική ζωή της πόλης. Συνεργάσθηκε με την Φιλαρμονική εταιρεία-μουσικό Σύλλογο Société philharmonique de Boulogne-sur-Mer.

Εκεί  ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και τη σύνθεση με αφοσίωση αφήνοντας 64 έργα, ένα Trio με πιάνο op 5, μια σονάτα για βιολί και πιάνο op 15 , μια Grande Polonaise και πολλές παραλλαγές για φλάουτο και πιάνο, όργανο και φλάουτο κλπ.

Η μεγάλη καλλιτέχνης, πεθαίνει σε ηλικία 76 ετών από καρδιακή ανακοπή στον ύπνο της, αφήνοντας ανεξίτηλη μνήμη στην υιοθετημένη πόλη της, όπως αποδεικνύεται από άρθρα που δημοσιεύθηκαν στον τοπικό τύπο. Ένα δείγμα της μημης της ενσωματώνεται στην τοπική εφημερίδα Annotateur της 12ης Αυγούστου 1847, η οποία δημοσίευσε ένα αφιέρωμα γραμμένο από έναν θαυμαστή, μέλος από του Συλλόγου Société philharmonique de Boulogne-sur-Mer  “Αφιέρωμα σε εσάς, που το ταλέντο σας, εκφραστικό, καθαρό, ομοιόμορφο, ισχυρό, με  συναίσθημα μας τραβάει. Για εσάς, πλούσια σε αυτούς τους θησαυρούς, πού, με μαγικές συμφωνίες, η ψυχή μας με τη δική σας είναι συνδεδεμένη.

 

Συνεχίζεται…

Σχετικά άρθρα

Ουμ Καλσούμ, “το αηδόνι της Αραβίας”

Μαρία Σκαμπαρδώνη

Μοναδική αρχαία αναπαράσταση στίχων της Ομήρου Οδύσσειας…(ηχητικό)

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Γυναίκες συνθέτριες κατά την Αναγέννηση | Στοχασμοί

Έφη Ζάννη

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X