Sparmatseto
Μουσική

Γυναίκες Συνθέτριες: Ρομαντισμός | Οι συνθέτριες (μέρος 2)

 

Γυναίκες Συνθέτριες: Ρομαντισμός | Οι συνθέτριες (μέρος 2)

 

Γυναίκες Συνθέτριες: Ρομαντισμός 2

 

 

JeanneLouise Farrenc (1804-1875) Γαλλίδα

 Η Jeanne-Louise Dumont (Παρίσι 1804-1875), είναι πιο γνωστή με το όνομα Louise Farrenc, από το όνομα του συζύγου της, του φλαουτίστα και του μουσικογράφου Jacques Hippolyte Aristide Farrenc (1794-1865).

Για τέσσερις γενιές, η οικογένεια της Louise είχε αναδείξει στην γλυπτική παράδοση καλλιτέχνες υψηλού επιπέδου. Ο προπάππους της Pierre Dumont ήταν γλύπτης του παρεκκλησίου του βασιλιά υπό την αιγίδα της βασιλικής οικογένειας.

Ο παππούς της François, ήταν επίσης πολύ προικισμένος γλύπτης, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Ζωγραφικής και Γλυπτικής. Ο πατέρας της, Jacques-Edme Dumont (1761-1844) ήταν ένας από τους πρώτους έξι υποτρόφους της Βασιλικής Σχολής Προστατευόμενων Φοιτητών του Louis XV που προετοίμαζε τους πιο προικισμένους νέους για το Prix de Rome και την είσοδό τους στην Ακαδημία, που το απέκτησε το 1788 και ήταν τυχερός που κατοικούσε στην Ιταλία μέχρι το 1793. Ήταν λαμπρός γλύπτης με ανεξάρτητο πνεύμα, του οποίου τα έργα κοσμούν μνημεία και αποτελούν την υπερηφάνεια των μουσείων. Ο αδελφός της  Auguste Dumont, ήταν επίσης εξαιρετικός γλύπτης.

Ο πατέρας της Jacques-Edme Dumont και η μητέρας της Marie-Elisabeth-Louise Curton (1775-1844) ζούσαν στο Λούβρο με περίπου άλλες τριάντα οικογένειες καλλιτεχνών και βιοτεχνών συνδεδεμένων με το στέμμα. Εκεί γεννιούνται ο Auguste, η Louise και η νεότερη Constance. Όταν ο Ναπολέων μετέτρεψε το Λούβρο σε μουσείο για τη δόξα του, οι οικογένειες μεταφέρθηκαν στη Σορβόννη και φυσικά εγκαταλείφθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να μεγαλώσουν σε ένα προνομιακό, δυναμικό, πρωτότυπο και πλούσιο περιβάλλον, όπου η τέχνη ήταν μέρος της ζωής.

Οι γονείς παρείχαν μια ποιοτική εκπαίδευση σε καθένα από τα παιδιά, τα οποία ως εκ τούττου είχαν σταθερό πνευματικό υπόβαθρο, και έτσι τα δύο κορίτσια ξέφυγαν από τα δεσμά που επιβάλλονταν στις γυναίκες της εποχής. Το 1822, ο Stendhal, ο οποίος υποστήριζε την εκπαίδευση των γυναικών, γράφει: «Με την τρέχουσα εκπαίδευση των νέων κοριτσιών, που αποτελεί καρπό της τύχης και της πιο ανόητης αλαζονείας μας, αφήνουμε αδρανείς στο σπίτι τις πιο λαμπρές ικανότητες των γυναικών, που θα μπορούσαν να λάμπουν  για τον εαυτό τους και για εμάς “, αλλά ωστόσο αναγνωρίζει: “Δεν υπάρχει κανένας από εμάς που δεν προτιμούσε, να περάσει τη ζωή του μαζί με μία υπηρέτρια παρά με μια εκπαιδευμένη γυναίκα “.

 

romandismos (1)

 

Η Louise είχε ορισμένες ικανότητες στη ζωγραφική και γλυπτική, αλλά τελικά ευδοκιμεί στη μουσική. Ξεκίνησε τη μουσική της εκπαίδευση με τη νονά της, Anne-Elisabeth-Cécile-Soria, διάσημη πιανίστρια, μαθήτρια του μεγαλοφυούς παιδαγωγού Muzio Clementi, και στην ηλικία των 9 μόλις έδειξε σχεδόν επαγγελματική ικανότητα στο πιάνο. Είχε επίσης πάθος για τη μουσική θεωρία και, σε ηλικία 15 ετών, άρχισε να μελετά ιδιωτικά μαθήματα σύνθεσης, αρμονίας και μουσικής θεωρίας με τον Anton Reicha στο Conservatoire.

Το Εθνικό Ωδείο Μουσικής του Παρισιού (Conservatoire National Supérieur de Musique de Paris), ήταν ανοιχτό για τις γυναίκες, αλλά θα χρειαζόταν αρκετή επιμονή και επιμονή ώστε να περάσουν από την πόρτα του. Επιπλέον, εξαιρούνταν οι γυναίκες από τα μαθήματα πνευστών οργάνων επειδή το παίξιμο θεωρούνταν άσεμνο για αυτές. Απαγορευόταν επίσης η πρόσβαση στο απολυτήριο και, κατά συνέπεια, στα πανεπιστήμια και τα κολέγια. Η Louise ήταν τυχερή που μπορούσε να δοκιμάσει τις ικανότητές της στον τόπο όπου ζούσε. Μπορούσε να εμφανιστεί σε πολλές μουσικές βραδιές  ως σόλο πιανίστα.

Πιθανότατα κατά τη διάρκεια μιας από αυτές τις συναυλίες συναντήθηκε με τον φλαουτίστα σύζυγό της Aristide Farrenc, και ιδρυτή του δικού του μουσικού εκδοτικού οίκου. Παντρεύτηκαν το 1821, όταν  η Louise  ήταν 17 χρονών και είχε ήδη αναγνωριστεί ως συνθέτρια Η Louise συνέχισε και μετά τον γάμο της τη μουσική της κατάρτιση και τελειοποιήθηκε έχοντας στο πλευρό της  μεγάλους πιανίστες όπως τον Hummel και τον Moscheles. Ο σύζυγός της αναγνώρισε το μεγάλο ταλέντο της γυναίκας του και της παρείχε μια άνευ όρων υποστήριξη.

Μάλιστα αυτή η υποστήριξη  αναγνωρίζεται ιδιαίτερα από την μουσικοκριτικό Marie-Antoinette Bobillier, η οποία, σε ένα άρθρο της στην εφημερίδα “L’Art”, γράφει, με το ψευδώνυμο του Michel Brenet: “Εξαιρετικός μουσικός, φλαουτίστας, συνθέτης, μουσικός συντάκτης, ζηλότυπος συλλέκτης και γνώστης μελετητής, ο Aristide Farrenc, ήξερε πώς να μαντέψει το ταλέντο της πολύ νεαρής του συζύγου, να την ενθαρρύνει και να την αναγκάσει σχεδόν να παράγει  έργα ….”

Η έλλειψη αυτοπεποίθησής της Louise  ήταν ένα υπόλειμμα της εκπαίδευσης που έλαβε από νεαρή ηλικία. Ήταν πολύ φοβερό, μία τόσο σπουδαία καλλιτέχνης, να μην μπορεί να ξεπεράσει τις προκαταλήψεις που στηριζόταν στην εξής λογική επιχειρηματολογία: ”Υπάρχει η θηλυκή φύση που στηρίζεται στη διαίσθηση περισσότερο από τη λογική και κανένα αριστούργημα δεν φτιάχτηκε από μια γυναίκα. Άλλωστε η υπερβολική εκπαίδευση βλάπτει τη θηλυκότητα “(Isabelle Bricart, Saintes ή Fiesies. Η εκπαίδευση των νέων κοριτσιών τον 19ο αιώνα, Παρίσι, Albin Michel 1985)!

Σε ηλικία 22 ετών, το 1826, το ζευγάρι απέκτησε μία κόρη εξαιρετικά  προικισμένη, την Victorine-Louise (1826-1859). Στην ηλικία των 5 και ήμισυ ετών, έπαιζε πιάνο πολύ καλά  και από την ηλικία των 12 ετών, έπαιζε επαγγελματικά Hummel και Bach. Η “Μουσική εφημερίδα” έγραψε: «Η Mademoiselle Farrenc, ηλικίας 13 ή 14 ετών, ερμήνευσε ένα κουαρτέτο για πιάνο, βιολί, βιόλα και βιολοντσέλο του Μπετόβεν με τόσο στιλ όσο βάζει η μητέρα της στις συνθέσεις της.

Η Louise σε ηλικία 38 ετών, το 1842, διορίστηκε καθηγήτρια τάξης πιάνου στο Ωδείο του Παρισιού, μια θέση υψίστου κύρους που κατείχε για τριάντα χρόνια. Η Farrenc διορίστηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών και ήταν η πρώτη γυναίκα στην οποία ανατέθηκε αυτή η λειτουργία. Εκείνη την εποχή, ήταν ήδη γνωστή για τις πιανιστικές της ποιότητες ως ερμηνεύτριας, τις συνθέσεις της και την εξαιρετική διδασκαλία της σε ιδιωτικά μαθήματα. Εκτιμήθηκαν το σύνολο των προσόντων της και ως εκ τούτου, ο διορισμός της έγινε δεκτός, όπως αποδεικνύεται από ένα άρθρο στο Revue et gazette musicale: «Η κυρία Farrenc μόλις διορίστηκε καθηγήτρια πιάνου στο Conservatoire. Κανείς δεν ήταν πιο άξιος αυτής της σημαντικής θέσης, και η διοικητική πράξη που την διόρισε έλαβε ομόφωνη έγκριση και έπαινο“.

Στο Ωδείο υπήρχε σαφής διαχωρισμός μεταξύ των τάξεων των αγοριών και των τάξεων των κοριτσιών. Η Louise υφίσταται διάκριση ως προς τον μισθό της, ο οποίος ήταν χαμηλότερος από αυτόν των ανδρών. Αλλά οι επιστολές μαρτυρούν τις προσπάθειές της να διακανονίσει την ανισοτιμία και να πετύχει την ίση μισθολογική μεταχείριση .

Κατά τη διάρκεια της ζωής της, η Louise Farrenc ήταν διάσημη σε όλη την Ευρώπη, θαυμάστηκε από τους συναδέλφους της και το κοινό της και επαινέθηκε από κριτικούς όπως ο Robert Schumann, ο Hector Berlioz, καθώς και ο ικανός και τρομερός Βέλγος κριτικός, François-Joseph Fétis, ο οποίος την συμπεριέλαβε στην Οικουμενική Βιογραφία των Μουσικών και περιέγραψε το έργο της ότι έχει «μια πλήρως αρσενική μουσική οργάνωση»!

Δυστυχώς, σε ηλικία 43 ετών, ένα δράμα θα συγκλονίσει την ύπαρξή της: η κόρη της Βικτορίνη (Victorine-Louise)  το 1847, αρρώστησε σοβαρά, έμεινε στο κρεβάτι και δεν σηκώθηκε ποτέ ξανά, πεθαίνοντας σε ηλικία 33 ετών. Η μητέρα της Louise δεν θα το ξεπεράσει ποτέ και δεν θα συνθέσει ξανά. Μετά από μια περίοδο ταλαιπωρίας, αφιερώθηκε, με τον σύζυγό της, στην προετοιμασία μιας ανθολογίας μουσικής πληκτρολογίου: “Le Trésor des Pianistes”(Ο θησαυρός των πιανιστών), ένα έργο 23 τόμων, ρεπερτορίου από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα, για το κλαβεσέν  και το πιάνο, αναβιώνοντας υπέροχα ξεχασμένα έργα.

 

 

Τα συνθετικά έργα της Louise Farrenc ξεκινούν από την ηλικία 21 ετών, το 1825, με παραλλαγές για πιάνο και ορχήστρα. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1834, έγραψε τις δύο Ouvertures 23 και 24 κλασικής μορφής χωρίς τίτλους. Συναρπαστική είναι η Symphony No. 1, που ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 1841 και έκανε πρεμιέρα στις Βρυξέλλες στις 23 Φεβρουαρίου 1845 υπό τη σκυτάλη του François-Joseph Fétis έχοντας τεράστια επιτυχία και εξαιρετικούς επαίνους, ίχνη των οποίων μπορούν να βρεθούν στον Τύπο της εποχής. Ο ίδιος  ο François-Joseph Fétis θα αναγνωρίσει τις ευγενείς ομορφιές, τις σελίδες γεμάτες ενέργεια, ζωτικότητα, σχεδόν την δυναμική του Μπετόβεν, σε μια πλούσια μελωδική εφευρετικότητα και διεγερτικούς οργανικούς συνδυασμούς. Τα έργα της, των οποίων η δημοσίευση εκτείνεται κυρίως από τα 21 έως τα 60 της χρόνια, χωρίζονται σε διάφορες περιόδους και τομείς:

  • 1825-1840.Μουσική Πιάνου. Οι περισσότερες από τις πρώτες συνθέσεις της Louise Farrenc είναι παραλλαγές ή rondos που βασίζονται σε προϋπάρχοντα θέματα. Τα περισσότερα από αυτά τα έργα δημοσιεύονται από τον Aristide Farrenc.
  • (1858-1864).Τελευταίες συνθέσεις πιάνου. Αυτά τα έργα είναι μια τελευταία κοινωνία με την κόρη της Βικτορίνη που σηματοδοτούν την μεγάλη θλίψη για την σταδιακή της φθορά μέχρι την πτώση του θανάτου. Αυτά είναι μικρά κομμάτια, ιδιαίτερα ποιητικά και συγκινητικά, που θεωρούνται ως μουσική διαθήκη της Louise.
  • (1840-1860)Εκπαιδευτικά έργα για τη χρήση μελλοντικών πιανιστών, όπως οι τριάντα μελέτες. Αυτές οι μελέτες δεν αποσκοπούν μόνο στο να τελειοποιήσουν οι νέοι την τεχνική τους, αλλά και να τους προσφέρουν μια πραγματική ιστορική γνώση, μεταφέρνοντας τους από το Μπαχ στους συγχρόνους τους.
  • (1840-1858)Συμφωνική μουσική. Εκείνη την εποχή, λίγοι Γάλλοι συνθέτες αφοσιώθηκαν στην οργανική μουσική, επειδή αφοσιώθηκαν στην όπερα. Η Louise έγραψε 3 συμφωνίες, οι οποίες είναι τολμηρές. Ένας κριτικός γράφει: «… Αφού έχει παράγει ένα τέτοιο έργο, η κυρία Farrenc κέρδισε το δικαίωμα να τοποθετηθεί ανάμεσα στους πιο διακεκριμένους συνθέτες της εποχής.» Η δημιουργία της τρίτης συμφωνίας είχε μια μεγάλη επιτυχία και θα είναι η πιο πολυπαιγμένη.
  • (1840-1858) Μουσική δωματίου Στις αρχές του 19ου αιώνα, η μουσική δωματίου δεν υπήρχε σχεδόν στη Γαλλία. Ο βιολιστής Pierre Baillot, ο οποίος γνώριζε αυτό το είδος των Mozart, Beethoven, Haydn, Boccherini, διοργανώνει συναυλίες που είναι αποκλειστικά αφιερωμένες σε αυτό και εισάγει το είδος στη Γαλλία. Η Louise ξεκινά την περιπέτεια και συνθέτει τρίο, κουιντέτα, σεξτέτα και σονάτες. Η επιτυχία είναι δεδομένη. Έλαβε δύο φορές το Βραβείο Chartier για μουσική δωματίου που παραχωρήθηκε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών, αναγνωρίζοντας ένα δικό τους από την καλλιτεχνική ελίτ της χώρας.

 

Η Louise Farrenc αποτελεί μέρος της βιεννέζικης παράδοσης, του Haydn, του Μότσαρτ και του Μπετόβεν, αλλά τρέφεται επίσης με το πνεύμα των ρομαντικών καιρών των Schubert, Mendelssohn και Schumann, Τονίζει τη σαφήνεια της αφήγησης, τον λυρισμό και την τρομερή αίσθηση της δραματικής δύναμης.

Η εξαιρετική Φιλαρμονική Ορχήστρα Norddeutscherrundfunk στο Αμβούργο, με ενθουσιασμό και ζωηρή καθοδήγηση από τον Johannes Goritzki, τίμησε την διακοσαετία της Madame Farrenc με ένα αξιοσημείωτο CD που περιείχε τις Ουβερτούρες 1 και 2 και τη δεύτερη Συμφωνία της. Επίσης, στη Γερμανία, πραγματοποιήθηκε μια σχολιασμένη έκδοση του πλήρους έργου της το έτος 1996. Η πατρίδα της, που ξέχασε την διακοσαετία το έτος 2004, σηματοδότησε την εκατόν τριακοστή επέτειο του θανάτου της το 2005 με μια σειρά συναυλιών. Δυστυχώς, οι περισσότεροι Γάλλοι ιστορικοί μουσικής και συγγραφείς λεξικών φαίνεται να αγνοούν το όνομά της.

Η Louise Dumont Farrenc πέθανε στις 31 Ιανουαρίου 1865 στο Παρίσι, σε ηλικία 71 ετών.

 

 

LouiseAngélique Bertin (1805 –  1877) Γαλλίδα

Η LouiseAngélique Bertin ήταν Γαλλίδα ποιήτρια και συνθέτρια. Ήταν μια γυναίκα με αναπηρία καθότι έπασχε από  πολιομυελίτιδα και  κινούνταν με πατερίτσες.

Γεννήθηκε στο Roches, ένα χωριουδάκι κοντά στις Bièvres 15 Ιανουαρίου 1805 και πέθανε στο Παρίσι στις 26 Απριλίου 1877).

Ήταν η κόρη του Louis-François Bertin και της Geneviève-Aimée-Victoire Boutard. Γνωρίζουμε τον πατέρα της, Louis-François Bertin, ως διευθυντή της εφημερίδας “Journal des debats”, από το διάσημο πορτρέτο που φιλοτέχνησε ο Jean Auguste Dominique Ingres  (Σημειώνουμε ότι στην ίδια εφημερίδα έγραψε ο Έκτολ Μπερλιόζ τα μουσικά του χρονικά). Ο πατέρας της φρόντιζε προσωπικά για την εκπαίδευση της ανάπηρης Louise-Angélique, η οποία ήταν ανίκανη για οποιαδήποτε σωματική δραστηριότητα και διευκολύνθηκε σε αυτό η προσωρινή παύση της δραστηριότητάς του ως δημοσιογράφου από την καταστολή του ανεξάρτητου τύπου το 1811. Η μητέρα της, που ήταν πιανίστα, της δίδαξε το τσέμπαλο. Μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό περιβάλλον και η ενέργειά της διοχετεύθηκε στη ζωγραφική, την ποίηση καθώς και στη μουσική.

Έλαβε σταθερή εκπαίδευση από τους καλύτερους δασκάλους της εποχής: François-Joseph Fétis για σύνθεση και Anton Reicha για αντίστιξη και φούγκα.

Της χρωστάμε τη μουσική πολλών από διάσημες όπερες, συμπεριλαμβανομένης της “La Esmeralda.” Το λιμπρέτο το έγραψε ο Βίκτωρ Ουγκώ από το μυθιστόρημά του “Notre Dame de Paris” Οι πρόβες σκηνοθετούνταν από τον ίδιο τον Berlioz, o οποίος βεβαιώνει στην αλληλογραφία του για τον πλούτο και τις αρμονικές καινοτομίες ενός έργου που περιγράφει ως “ανθεκτικό, δυνατό και νέο”!!! Η Louise Bertin παρακολουθούσε τις πρόβες και δεν έλαβε ποτέ την αναγνώριση για την εξαιρετική  ποιότητα των έργων της εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν γυναίκα, και επιπλέον, με ειδικές ανάγκες!!!.

Οι κριτικοί είδαν στις συνθέσεις της “παρηγοριά για τις σωματικές της αναπηρίες”. Επιπλέον το έργο υπέστη τεράστια επίθεση, κατά τη διάρκεια των 6 θυελλωδών παραστάσεων, από πολιτικά διαφωνούντες, οι οποίοι διατείνονταν ότι η Louise-Angélique Bertin  είχε ειδικά προνομία  λόγω της σύνδεσης του πατέρα της με κυβερνητικούς κύκλους της εποχής. Κατά την διάρκεια δε της έβδομης παράστασης ακολούθησε μεγάλη ταραχή λόγω πολιτικών διαφωνιών που στράφηκαν εναντίον της εφημερίδας “Journal des debats”, και του πατέρα της Louise, ο οποίος είχε λάβει θέση για το συνταγματικό καθεστώς της εποχής και η παράσταση τερματίστηκε αναγκαστικά. Η Louise-Angélique Bertin απογοητευμένη δεν έγραψε άλλη όπερα

Σημαντικά έργα της είναι οι δώδεκα καντάτες, μερικά οργανικά έργα, εκ των οποίων έξι μπαλάντες για πιάνο, πέντε συμφωνίες καθώς και, στον τομέα της ποίησης, δύο ποιητικές συλλογές .

 

Παρατίθεται ένα ποίημα της:

Si la mort est le but, pourquoi donc sur les routes
Estil dans les buissons de si charmantes fleurs ?
Et lorsqu’au vent d’automne elles s’envolent toutes,
Pourquoi les voir partir d’un oeil momifié de pleurs ?

Si la vie est le but, pourquoi donc sur les routes
Tant de pierres dans l’herbe et d’épines aux fleurs,
Que, pendant le voyage, hélas ! nous devons toutes
Tacher de notre sang et mouiller de nos pleurs ?

 

Εάν ο θάνατος είναι ο σκοπός, γιατί στους δρόμους

υπάρχουν τόσο όμορφα λουλούδια στους θάμνους;

Και όταν στον φθινοπωρινό άνεμο αυτά πετούν  μακριά,

γιατί να τα βλέπουμε με ένα μούμιας μάτι δακρύων;

Εάν η ζωή είναι ο σκοπός, γιατί στους δρόμους

υπάρχουν τόσες πολλές πέτρες στο γρασίδι και αγκάθια στα λουλούδια;

Αλίμονο!!!  κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, γιατί όλοι πρέπει

να  την λεκιάσουμε με το αίμα μας και να την μουσκέψουμε με τα δάκρυά μας;

 

Πέθανε σε ηλικία 72 ετών.

 

Συνεχίζεται…

Σχετικά άρθρα

“WE ARE THE NIGHT”, ο Magnus Karlsson επανέρχεται δριμύτερος

Βασίλης Δελιάδης

Γυναίκες Συνθέτριες: Κλασικισμός | Οι συνθέτριες (μέρος IV)

Έφη Ζάννη

Γυναίκες συνθέτριες: Ρομαντισμός | Οι συνθέτριες (μέρος 5)

Έφη Ζάννη

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X