Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Οι νεοέλληνες ποιητές υποδέχονται τον Μίκη

 

Οι νεοέλληνες ποιητές υποδέχονται τον Μίκη

Καλώς τονα τον Μάστορα

 

Οι νεοέλληνες ποιητές υποδέχονται τον Μίκη

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε μια μεγάλη αγκαλιά αγάπης και δημιουργίας. Έγραψε όλα τα είδη της μουσικής: περισσότερα από 1.000 τραγούδια που τραγουδήθηκαν από όλους τους Έλληνες, όπερες, συμφωνική μουσική, μουσική δωματίου, ορατόρια, μπαλέτα, χορωδιακή εκκλησιαστική μουσική, μουσική για αρχαίο δράμα, για θέατρο, για κινηματογράφο, έντεχνο λαϊκό τραγούδι, μετασυμφωνικά έργα. Νομίζω ότι αυτό που τον καθιστά κλασικό είναι η μελοποίηση της νεοελληνικής ποίησης, Όπως σημειώνει ο Γιώργος Βαϊλάκης  είναι ο συνθέτης που έφερε την ποίηση στην καθημερινότητα.  Και η Μυρένα Σελβιτζόγλου παρατηρεί ότι «ήθελε η μουσική του να ομιλεί ελληνικά. Να υμνεί την Ελλάδα».

Όπως είχε εκμυστηρευθεί ο ίδιος στον Γιώργο Μαλούχο: «όταν γύρισα από τη Μακρόνησο, ήμουν ένα ερείπιο. Το σώμα δεν ήταν τόσο σπουδαίο, όσο ήταν το γεγονός ότι αυτές οι φοβερές εμπειρίες μού άφησαν μια φοβερή αρρώστια, δηλαδή είχα κρίσεις κανονικής επιληψίας, απώλεια συνείδησης. Ένα στάδιο ήταν ότι έχανα τις αισθήσεις μου, αλλά, όταν τις ξαναέβρισκα, είχα απώλεια προσωπικότητας, δεν ήξερα ποιος είμαι, οπότε έπρεπε να με προσέχουνε“. Σχεδόν 10 χρόνια βίωνε αυτή την κατάσταση. Περιέργως, όταν έγραψα τον “Επιτάφιο”, έγινα καλά. ΄Ηταν πολύ σημαντικό αυτό. Μου έδειξε δηλαδή ότι όλα αυτά πηγαίνανε μαζί. ΄Επρεπε να βρουν έναν τρόπο να εκτονωθούν και για μένα…».

Οι μελοποιήσεις νεοελληνικής ποίησης ως εκτόνωση βαθύτατη  των εσώψυχων του Μίκη. Ο Μίκης μελοποίησε πολλούς ποιητές, ιδίως όμως αυτό συνέβη μέσα από την ποίηση της Γενιάς  του Τριάντα που πρόβαλε και βίωσε αφενός τη διαχρονική συνέχεια μεταξύ αρχαίας, βυζαντινής και νέας Ελλάδας  και αφετέρου το συνεχές ανάμεσα στο Λαϊκό και στο Λόγιο.

 

Ο Σολωμός

Σε ένα νεότερο κείμενο, του 2014, αναφέρεται στον ρόλο που έπαιξε από την παιδική ηλικία στον Μίκη ο Σολωμός:

«Ήταν ένας κόκκινος τόμος: ο Διονύσιος Σολωμός με πρόλογο του Πολυλά. Ένα βιβλίο που μεγάλωσα μαζί του». Και συνεχίζει «Δεν είναι υπερβολή να πω ότι το έργο του με σημάδεψε. Ήταν, μαζί με τον Παλαμά, η πλατιά πόρτα που άνοιξε για μένα στην ελληνική αλλά και την παγκόσμια γραμματεία. Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν και η πρώτη οδός της μύησής μου στα μεγάλα ιδανικά για τα οποία πάλεψα σε όλη μου τη ζωή: αυτά της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της πατρίδας.

 Ακόμα θυμάμαι, σαν να είναι τώρα, παιδί στην Τρίπολη, όταν πια είχαν μπει οι Γερμανοί, πόση δύναμη έπαιρνα από την ποίησή του και πόσο αυτή οδήγησε από τότε τις πράξεις μου. Ήταν ο δάσκαλός μου. Διάβαζα ασταμάτητα τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Αντρέγεφ, τον Νίτσε, τον Σοπενχάουερ, άρχιζα μετά να μελετώ τον Μπαχ, τον Μπετόβεν και τον Μπραμς, αλλά ο Καρυωτάκης, ο Παλαμάς και, κυρίως, ο Σολωμός, ήταν οι πραγματικοί δάσκαλοί μου. Διάβαζα μαζί τις Γραφές και, με όλους αυτούς τους οδηγούς, αναζητούσα το ιδεατό».

 

Η Γενιά του ‘30

Τρεις μεγάλοι μας ποιητές της Γενιάς του ’30 είναι οι πρώτοι που εγκαινίασαν τον  μεγαλειώδη δρόμο της μελοποίησης: Ρίτσος – Σεφέρης – Ελύτης. Και οι τρεις υποδέχονται τον Μίκη με μια φωνή: «Καλώς τονα τον Μάστορα

Ο Ρίτσος είπε κάποτε στον Μίκη: «Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική; Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσω της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ».

 

mikhs-theodorakis-sparmatseto

 

Και μετά τον Ρίτσο ο Γιώργος Σεφέρης. Πήγε ο Μίκης για να του παρουσιάσει  τις μελοποιήσεις έργων του. Στο τραπέζι, η κυρία Σεφέρη είχε ανάψει καντηλέρια. Μόνο η σκιά του πιάνου φαινόταν ανησυχητική «γιατί το μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το ερώτημα: άραγες θα του αρέσουν;».

Ο Σεφέρης: «Πάντα μετρημένος και βαρύς. ΄Ομως, στα μάτια του είδα τη λάμψη του δημιουργού που χαιρόταν για τη νέα μορφή που έπαιρνε ξαφνικά η ποίησή του».

Ένα έμενε μόνο να προσέξει ο συνθέτης. «Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα, μου αντιστρέφεις το νόημα», ήταν η προτροπή – παράκληση του ποιητή για τον στίχο «Πήραμε τη ζωή μας». «Βάλε παύση πριν πεις “λάθος”». Στην πράξη, βέβαια, αποδείχθηκε ανέφικτο.

Και τρίτος ο Οδυσσέας Ελύτης. Το «Άξιον Εστί» ολοκληρώθηκε από τον Ελύτη το 1959. Μάλιστα ο ίδιος ο ποιητής είχε αναζητήσει και είχε συναντηθεί με τον Μίκη Θεοδωράκη. Η συνάντηση έγινε μια μέρα του 1960 στο πατάρι του Λουμίδη, το καφέ της ελληνικής διανόησης. Ο Ελύτης πλησίασε διστακτικά τον νεαρό μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη και του είπε: «Μόλις τελείωσα μια ποιητική σύνθεση, το Άξιον Εστί, τη γράφω πολλά χρόνια και θα κυκλοφορήσει αυτόν τον καιρό. Πιστεύω ότι είναι ένα ποίημα που θα σας οδηγήσει να κάνετε κάτι άλλο, πιθανώς μια λειτουργία, ένα ορατόριο, θα σας εμπνεύσει. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό, γιατί απ’ ό,τι άκουσα από τα άλλα έργα σας, νομίζω ότι του ταιριάζει πολύ η μουσική σας». Και ο Μίκης «Το καταβρόχθισα και άρχισα να γράφω τη μουσική. Δεν προλάβαινα στο πεντάγραμμο, τα περισσότερα τα έγραψα στο πλάι. Σε μια εβδομάδα είχα τελειώσει όλο το έργο, πλην του φινάλε, του δοξαστικού».

 

Μελοποιημένη Ποίηση

Οι τρεις ποιητές περιμένουν και υποδέχονται τον Μίκη με τους μελοποιημένους στίχους τους:

 

 

Γιάννη Ρίτσου Θα σημάνουν οι καμπάνες

Με τόσα φύλλα σού γνέφει ο ήλιος καλημέρα,

με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός

και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας […]

δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.

 

Γιώργος Σεφέρης Άρνηση

Στο περιγιάλι το κρυφό / κι άσπρο σαν περιστέρι

διψάσαμε το μεσημέρι· / μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή / γράψαμε τ’ όνομά της·

ωραία που φύσηξεν ο μπάτης / και σβήστηκε η γραφή.

Mε τί καρδιά, με τί πνοή, / τι πόθους και τί πάθος,

πήραμε τη ζωή μας· λάθος! / κι αλλάξαμε ζωή.

 

Οδυσσέα Ελύτη Ένα το χελιδόνι

Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή

για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή

Θέλει νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούς

Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

  […]

Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στις πασχαλιές και Συ

Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση.

Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στις πασχαλιές και Συ

Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση.

 

 

 

Μεταπολεμική ποίηση

Η Μεταπολεμική ποίηση, μετά τη κατοχή και τον εμφύλιο, συνεχίζει την ποίηση της Γενιάς του Τριάντα. Τρεις σημαντικούς εκπροσώπους της κοινωνικής ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς μελοποιεί ο Μίκης Θεοδωράκης: Μανόλη Αναγνωστάκη, Τάσο Λειβαδίτη και Μιχάλη Κατσαρό.

Τον καιρό της εξορίας στη Ζάτουνα, ο συνθέτης μελοποίησε δύο ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη, το “Μιλώ” και τον “Χάρη 1944”, που αποτέλεσαν τον κύκλο “Αρκαδία VIII”. Αργότερα, γύρω στο 1972, ο ποιητής του έστειλε έναν νέο κύκλο ποιημάτων, τη “Λερναία Υδρα”. Έγραψε τη μουσική για τα ποιήματα αυτά, που αργότερα κυκλοφόρησαν σε δίσκο, με τον τίτλο «Μπαλάντες». Όπως σημειώνει ο Μίκης Θεοδωράκης για τη σχέση του με τον ποιητή: “Με τον Μανόλη Αναγνωστάκη γνωριστήκαμε την εποχή, που κυκλοφορούσε το λογοτεχνικό περιοδικό “Κριτική”. Ήμουν, τότε, στο Παρίσι και μου έγραψε, προτείνοντάς μου να του στείλω άρθρα μου για δημοσίευση. Θυμάμαι ότι, τελικά, δημοσιεύθηκαν δύο άρθρα μου στο περιοδικό αυτό […] Η ποίησή του μου άρεσε πάντα. Ήταν μελαγχολική στην πρώτη ανάγνωση, όμως έκρυβε μεγάλη δύναμη“.

 

theodorakis-odhgosmikhs-sparmatseto

 

 

Η γνωριμία του Τάσου Λειβαδίτη με το Μίκη Θεοδωράκη έφερε σαν αποτέλεσμα τα πρώτα τους τραγούδια «Μάνα μου και Παναγιά» και «Δραπετσώνα» με το Γρηγόρη Μπιθικώτση, που κυκλοφόρησαν τον Οκτώβρη του 1960 σε δίσκο 45 στροφών, ενώ τον Μάρτη του 1961 ηχογραφήθηκαν τα «Έχω μια αγάπη» και «Σαββατόβραδο» με το Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα. Όλα εντάχθηκαν στον κύκλο «Πολιτεία Α’».

Την ίδια χρονιά ο Θεοδωράκης έγραψε τη μουσική για την ταινία «Συνοικία το Όνειρο» της οποίας το σενάριο συνυπέγραφε ο Τάσος Λειβαδίτης μαζί με τον Κώστα Κοτζιά.

 

Με τον Μιχάλη Κατσαρό

Πολύ μακρόχρονη σχέση είχε ο Μίκης με τον Μιχάλη Κατσαρό. Ο Στάθης Κατσαρός, γιος του ποιητή γράφει σε κείμενό του: «Ο πατέρας μου γνωρίστηκε  με τον μετέπειτα φίλο του, Μίκη Θεοδωράκη, ακριβώς τότε, στην περίοδο των Δεκεμβριανών. Ο Μίκης διηγείται: Σε μια νυχτιάτικη σύγκρουση του εφεδρικού ΕΛΑΣ με τους Γερμανο-ταγματασφαλίτες διακρίνω ανεβασμένον σε έναν όχτο μια ψηλή φιγούρα με μακρυά χλαίνη να φωνάζει – Εμπρός αγωνιστές. Σούρθηκα κατα κει και του φώναξα, ποιος είσαι, τι κάνεις κλπ… Μου απάντησε με φλεγματική φωνή: Εσύ ποιος είσαι! – Μίκης Θεοδωράκης στρατιωτικός υπεύθυνος Νέας Σμύρνης. Εσύ;  – Μιχάλης Κατσαρός, ποιητής».

Ο Μίκης μελοποίησε τους Σαδδουκαίους και τους παρουσίασε πρώτα Γερμανικά στο Ανατολικό Βερολίνο και μετά Ελληνικά στο Ηρώδειο. Πάντως, στην Ελληνική πρώτη εκτέλεση της Καντάτας των Σαδδουκαίων στο Ηρώδειο, όταν  εμφανίστηκε ο Κατσαρός δίπλα στον Μίκη, έγινε πανζουρλισμός, χειροκροτούσαν, δάκρυζαν και  δίπλα μου ήταν ένας άγνωστός μου ηλικιωμένος που κραύγαζε: “Είμαστε εδώ, όλοι οι αριστεροί, Μιχάλη, για να σου ζητήσουμε συγγνώμη”.

Μόνο που όταν  πρότεινε ο Μίκης στον Κατσαρό να συμφάγουν (θα παρευρίσκοντο και αι αρχαί μετά των συζύγων των), ο ποιητής αποποιήθηκε λέγοντας,-Έχω πιο σημαντικά πράγματα να κάνω. Μας καληνύχτισε και πήρε το μοναχικό του δρόμο για το σπίτι του στα Πετράλωνα».

 

Μελοποιημένη Ποίηση Β’

Οι τρεις ποιητές περιμένουν και υποδέχονται τον Μίκη με τους μελοποιημένους στίχους τους:

 

Μανόλης Αναγνωστάκης Μιλώ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους […] Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

 

Τάσος Λειβαδίτης Δραπετσώνα

Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός

κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός

Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά

εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά

Το ‘δερνε αγέρας κι η βροχή

μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή

Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας

στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή […]

Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου

εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

 

Μιχάλη Κατσαρού Κατά Σαδδουκαίων / ΔΩΡΙΕΙΣ

 Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος / ανάμεσα

στους οπλισμένους Δωριείς / ντυμένος την περιλάλητη αμφίεση τους / όπως εκείνος που ποζάριζε σ’ ένα μουσείο / ακίνητος – θυμίζοντας ένδοξους καταρράκτες

μπορούσα βέβαια / κι όχι τυχαία. / Όμως σε τι θα ωφελούσε την υπόθεσή μας; / όλη μου η μεγαλοπρέπεια / όλες μου οι φωνές μέσα στα τείχη; […]

Γι αυτό είναι που γυρίζω τρέχοντας / από σταθμό σε σταθμό / από τοίχο σε τοίχο / γεμάτος με δύναμη άχρηστη / και ξέρω πως σπαταλιέται. / Γι αυτό είναι που σκάβω με τα νύχια μου / αυτές τις  ξερές ημερομηνίες / μήπως αστράψει κάποτες μια λύση.

Αυτό δε λέει πως μπορεί πάντα ν’ απουσιάζει.

 

 

Ο Νίκος Γκάτσος

Και κλείνει ο κύκλος των μελοποιημένων ποιητών με τον Νίκο Γκάτσο.

Ήταν ένα βράδυ του 1961 σε μια εκδήλωση όπου ήταν ο παρών ο Μίκης.  Τον πλησιάζει  ο Γκάτσος και του δίνει ένα χαρτάκι με στίχους του. Είναι το πολυαγαπημένο «Σε πότισα ροδόσταμο». Πριν απολαύσουμε τους στίχους του τραγουδιού αυτού, ένα συνταρακτικό γεγονός, που σχετίζεται .

Ο Μίκης Θεοδωράκης αφηγείται ένα συγκλονιστικό περιστατικό που συνέβη όταν ο Μανώλης Χιώτης και η παρέα του επισκέφθηκαν το συνθέτη στις φυλακές του Ωρωπού, όπου ήταν κρατούμενος το 1970, και του τραγούδησαν το «Ροδόσταμο»:

«Για μένα που πιστεύω στην θεωρία της Συμπαντικής Αρμονίας, δηλαδή μιας μυστηριακής σχέσης στην οποία πιστεύω ότι οφείλεται η μουσική που γράφω, φαινόμενα όπως αυτό και πολλά άλλα, εξηγούνται, παρά το ότι για τους  άλλους ακούγονται παράλογα. Πράγματι τη μέρα που ο Μανώλης Χιώτης θα ξεψυχούσε στο σπίτι του στον Ωρωπό, σπρωγμένος από κάποια μυστηριακή δύναμη, ήρθε να με αποχαιρετήσει με το αγαπημένο μας τραγούδι, το «Ροδόσταμο»… […] Εγώ όμως με τη φαντασία μου έβλεπα καθαρά το πρόσωπο του αγαπημένου μου φίλου και συνεργάτη.  Την άλλη μέρα διαβάσαμε την τραγική είδηση στις εφημερίδες: «Χθες το απόγευμα και ώρα τάδε ο Μανώλης Χιώτης άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στον Ωρωπό …».

 

 

Νίκου Γκάτσου – Σε πότισα ροδόσταμο

Στον άλλο κόσμο που θα πας / κοίτα μη γίνεις σύννεφο

κοίτα μη γίνεις σύννεφο / κι άστρο πικρό της χαραυγής

και σε γνωρίσει η μάνα σου / που καρτερεί στην πόρτα

Πάρε μια βέργα λυγαριά / μια ρίζα δεντρολίβανο

μια ρίζα δεντρολίβανο / και γίνε φεγγαροδροσιά

να πέσεις τα μεσάνυχτα / στη διψασμένη αυλή σου

Σε πότισα ροδόσταμο / με πότισες φαρμάκι

της παγωνιάς αητόπουλο / της ερημιάς γεράκι.

 

Μια μεγάλη αγκαλιά αγάπης και δημιουργίας

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε μια μεγάλη αγκαλιά αγάπης και δημιουργίας. Οι ποιητές τον εμπιστεύθηκαν και τον αγάπησαν. Κι εμείς απολαύσαμε και τον Μίκη και τους ποιητές μας.

Σχετικά άρθρα

Αριστοφάνης για μικρά και μεγάλα…παιδιά!! | Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Μαρία Σκαμπαρδώνη

Πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης η 6η Επιστημονική Συνάντηση (βίντεο)

Η αληθινή ιστορία πίσω από τα παραμύθια | Η Σταχτοπούτα (από τη Θράκη)

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X