Sparmatseto
Βιβλίο Πρόσωπα

«Θηρεύω την κατάφαση» στη νέα ποιητική συλλογή του Παντελή Χαμπίδη «Γνωστικά Κεφάλαια», εκδ. Έμβρυο, 2021, σελ. 59

Τον Αύγουστο του 2020 δημοσίευσα το άρθρο «Ο πόνος σου, νοτάριος της μνημοσύνης» – Η ποίηση του Παντελή Χαμπίδη, αναφερόμενος στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του ξανθιώτη γόνου Παντελή Χαμπίδη «Άσκηση Ποιητικής», έκδ. Έμβρυο, 2020, σελ. 59. Στο σημερινό μου γραπτό θα μιλήσω για τη νέα, δεύτερη ποιητική του συλλογή.

Συνηθίζω να λέω ότι η δεύτερη λογοτεχνική δουλειά αποδεικνύει την αξία του δημιουργού. Ο νεαρός τεχνίτης επιβεβαίωσε την αξία του. Υπενθυμίζω ότι ο Παντελής Χαμπίδης είναι γιος της αγαπητής μου Νατάσας Ζάννη, γεννήθηκε στην Βέροια Ημαθίας το 1994. Σπούδασε Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και από το 2018 μετεκπαιδεύεται στο τμήμα Ευαγγελικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Georg-August του Göttingen στον τομέα Εκκλησιαστικής Ιστορίας και Διαχριστιανικών Σχέσεων με υποτροφία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Συγκινήθηκα ιδιαίτερα, γιατί από τη μεριά του πατέρα του ο Παντελής συνδέεται με το Μικρόβαλτο Κοζάνης, ιδιαίτερη πατρίδα του αγαπητού αξέχαστου φίλου ποιητή Γιώργου Κωτούλα.

Στο νέο βιβλίο που παρουσιάζουμε προηγείται Πρόλογος του ποιητή, εύγλωττος:
«Η γνώση συνδέεται συνήθως με τη διάνοια.

Για τον ποιητή και τον εκκλησιαστικό συγγραφέα της Ανατολής δεν περιορίζεται, όμως, σε μια εγκεφαλική λειτουργία του ανθρώπου. Αγκαλιάζει το όλον.

Μια παραμελημένη πτυχή της, το βίωμα αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και τη σχέση με στοιχεία της ύπαρξης, όπως ο χρόνος, ο έρωτας και η ίδια η ζωή. [… ] Η διέκταση προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο συνιστά την πραγματική γνώση, που δεν είναι άσχετη με τον έρωτα, αφού έχουν κοινή την κινητήρια δύναμη της έλξης.

Ο τίτλος, Γνωστικά Κεφάλαια, δανεισμένος από το ομώνυμο έργο του Ευάγριου του Ποντικού επιχειρεί να πληροφορήσει ποιητικά τον φίλο αναγνώστη για την υπαρξιακή και ολιστική διάσταση της γνώσης».

Το πρώτο κεφάλαιο «Για τον χρόνο» περιέχει τρία ποιήματα, το δεύτερο «Για τον άνθρωπο» δέκα ποιήματα, παραθέτω το πρώτο:

Περὶ Φύσεως Ἀνθρώπου

Στα καλντερίμια της Εμέσης έτρεχε η ψυχή μου
τριγύρω ταχίνια, μπαχάρι σε πάγκους και σπυρωτό κύμινο
ανακατεύτηκαν στα χώματα, κόκκινα με σχήματα παλάμης,
που ψηλαφίζει κόκκους μήπως και βρει κάποια λαβή τυχαία να πιαστεί
και κάπου-κάπου συριακά πνιγμένα, ήμερα
στενάζανε από ομαγιάδικα αραβικά και κυκλωτές σφραγίδες.
Τα μαύρα ράσα του Αμπούνα Νεμεσίου κρεμασμένα σ’ένα κοντάρι ανεμίζανε.
Άνεμος; Πού πνέει προς Αντιόχεια, Αλεξάνδρεια, Ιεροσόλυμα, Ρώμη, προς την Πόλη;
Περὶ κακίας; Τριχῇ διήρειται τὸ θεώρημα:
φόβος, θυμός, και λύπη.

 

Το τρίτο κεφάλαιο «Για τον έρωτα», περιέχει πέντε ποιήματα.

«Πώς επιλάθωμαι σου άναρχε έρωτα;
Πριν σε γνωρίσω, εσύ με γνώριζες.
Θα περιμένω τη Δευτέρα παρουσία σου»
«Θηρεύω την κατάφαση.
Το τι δεν είσαι, όμως με γοητεύει πιότερο».

 

Το τέταρτο κεφάλαιο «Για τη ζωή» περιέχει δέκα ποιήματα. Παραθέτω ένα:

Nenia noctis (To νανούρισμα της νύχτας)

To χώμα στην αρχαία γη, όταν ο ήλιος πέφτει

σε φίλους καταπατητές στο αυτί τους ψιθυρίζει.

Κάποτε απάρθενο, πια τα λογικά τους κλέβει

με θρύλους ανιστόρητους την ησυχία λυγίζει.

Μουγκρίζουν τα ξερόκλαδα στο πέρασμα του αγέρα

και λύκοι απ’τις κορφές ακράτητα ουρλιάζουν

σε αλαργινές μορφές από τα δέντρα πέρα

που με το σεληνόφωτο την όψη τους αλλάζουν.

Στοιχειά, νεκροί και τέρατα στο κάλεσμα της όφνης

τα μαύρα αγρίμια της νυκτός περνούν και συνοδεύουν

να πάψουν κάθε ερχομό της ανελέητης νιότης

τη θράψη της ακοίμητοι αχόρταγα γυρεύουν.

Σκιάδες γέρνουν σιωπηλά μπροστά σε κάθε ξένο

μικρό, μεγάλο, άρχοντα, φτωχό, άντρα γυναίκα,

στις βλάσφημες τις ερημιές με τη ψυχή χαμένο.

Εξαπατούν καρτερικά με θανάτους δέκα.

Μικρό μη κλαίς, μα πρόσεχε τα μαυρισμένα δάση

ή τις ξερές κι ολόχρυσες ασφοδιλένιες στέπες.

Η μέρα πάλι μίκρυνε και θέλει να χλομιάσει.

Η νύχτα αδέκαστη έρχεται και τιμωρεί τους ψεύτες.

 

Κλείνοντας τον περίπατό μας με ένα ποίημα του κεφαλαίου για τον Έρωτα, ένα διαμάντι ποιητικό:

Τραγούδι κι Άσμα

Φίλα με από φιλήματα του στόματος σου.

Τα χέρια βελόνες. Τρυπάνε την αγάπησή σου

στο τυφλό βλέμμα, στα βαρήκοα αυτιά,

στην νεκρωμένη αίσθηση του σώματός μου.

Πολυέραστη Κεντήτρια!

Κι όμως, δεν με θες.

Σαν χθες δεν ήταν πουλιά, που ‘τρεχα ξοπίσω της,

ζητιάνος, γυρεύοντας αποδοχή;

Προχθές αγέρηδες δεν κρύβατε τους αναστεναγμούς,

τη φασαρία της σιωπής μου,

όταν ο έρωτας της με απαρνιόταν τρις.

Γιατί δακρύζεις, γιατί κλαις;

Τρέχουν τα μάτια σου

να ενωθούν με τα νερά του Θερμαϊκού,

να ταξιδέψουν στο Αιγαίο,

να φύγουν μακριά από μένα.

Φερέοικοι καημοί σ’ ακολουθάνε.

Εγώ αγκάθι κι εσύ κρίνο εν μέσω άκανθων.

Ο ακροτελεύτιος λογισμός της πνοής σου.

Φυσάς και σαν τους κέδρους του Λιβάνου χάνομαι.

Κι ο αποχωρισμός αμαξηλάτης της λήθης

δήθεν αποχωρίζει αγκαθωτούς πόνους.

Όχι.

Μα πώς να ξεχάσω τα ίχνη, όπου αφήνεις;

Θηρεύω την κατάφαση.

Το τι δεν είσαι, όμως, με γοητεύει πιότερο.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΞΑΝΘΗ, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021

Σχετικά άρθρα

Ένα συναρπαστικό ταξίδι ιστορίας και πολιτισμού: Από το Μούντζινος … στη Λεκάνη

Θανάσης Μουσόπουλος

Κοσμάς Πολίτης – Λεμονοδάσος | Βιβλιοπρόταση

Bryan Adams: Λάμπει σαν αστέρι (Shine a Light) | δισκοκριτική

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X