Sparmatseto
Μουσική

Γυναίκες Συνθέτριες: Κλασικισμός | Οι συνθέτριες (μέρος VIII)

 

Γυναίκες Συνθέτριες: Κλασικισμός | Οι συνθέτριες (μέρος VIII)

 

 

Οι συνθέτριες

 

Katharina Cibbini-Koželuch ( 1785-1858) Αυστριακή

Η Catherina Maria Leopoldina Cibbini-Koželuh (Katharina Koželuh)  γεννήθηκε στη Βιέννη, στις  20 Φεβρουαρίου 1785 και ήταν Αυστριακή πιανίστρια και συνθέτρια με καταγωγή από Βοημία. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του διάσημου πιανίστα και μουσικού , Leopold Kozeluch και της  Marie Allmayer von Allstern.

Ο πατέρας της ο Leopold (Anton) Kozeluch (ή Kotzeluch; στα Τσεχικά: Koželuh), Βοημός συνθέτης της κλασικής περιόδου της Βιέννης κατείχε μια σημαντική θέση στη μουσική του πληκτρολογίου στα τέλη του 18ου αιώνα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη ενός στυλ ειδικά για το fortepiano, εις βάρος της χρήσης του αρπίχορδου(κλαβεσέν). Η Katharina  σπούδασε μουσική  δίπλα στον πατέρα της, ο οποίος την μύησε στη χρήση του  fortepiano.

Επίσης σπούδασε με το Muzio Clementi., ο οποίος ήταν  Ιταλός συνθέτης, πιανίστας, οργανίστας και κλαβεσινίστας και θεωρείται ο πρώτος που έχει συνθέσει ειδικά για το fortepiano, γνωστός για τη συλλογή του “ Gradus ad Parnassum” και ο οποίος είχε αξιοσημείωτη επιρροή στο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.

Η Katharina εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1805, σε ηλικία 20ετών, ενώπιον κύκλου φίλων του Μπετόβεν.

Παντρεύεται τον Anton Cibbini ο οποίος ήταν γραμματέας της  της αυτοκράτειρας Karolina Augusta. Η Katharina πέθανε  σε ηλικία 73 χρόνων, στο Zákupy, κοντά στην Česká Lípa, βόρεια της Πράγας. Η Katharina συνέθεσε ευχάριστα κομμάτια πιάνου για τα σαλόνια και τους έδωσε το μορφολογικό πλαίσιο των polonaises, waltzes, παραλλαγών και εισαγωγών .

 

 

Η Marie Bigot (1786-1820) Γαλλίδα

Η Marie Bigot γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1786  στην Colmar της Αλσατίας και ο πλήρες όνομά της ήταν Marie Kiéné Bigot de Morogues. Ήταν  μια πιανίστρια και συνθέτρια.

Παντρεύτηκε τον βιβλιοθηκάριο του Κόμη Ραζούμοφσκι, τον Μ. Bigot, σε ηλικία 18 ετών και μετακόμισε στη Βιέννη το 1804, όπου έζησε για πέντε χρόνια.

Ήταν πολύ επιτυχημένη στο πληκτρολόγιο και έπαιζε τις συνθέσεις της  ενώπιον του διάσημου συνθέτη Haydn, ο οποίος φώναξε ενθουσιασμένος “Ω, αγαπητό μου παιδί, δεν έγραψα αυτήν τη μουσική-εσείς εσείς το έχετε συνθέσει!”

Έγινε φίλη του  συνθέτη Salieri και του Μπετόβεν, οι οποίοι την θαύμαζαν.

Η σχέση της με τον Μπετόβεν ήταν ξεχωριστή και ήταν η πρώτη πιανίστρια που έπαιξε την Σονάτα του “Appassionata” και τον εντυπωσίασε τόσο πολύ που της είπε: “Αυτός δεν είναι ακριβώς ο χαρακτήρας που ήθελα να δώσω σε αυτό το κομμάτι, αλλά συνεχίστε. Αν δεν είναι αποκλειστικά δικό μου, είναι σίγουρα ένα καλύτερο αποτέλεσμα. ”  Το 1808, ο Μπετόβεν προσκάλεσε την Marie και την τρίχρονη κόρη της στο σπίτι του, με σκοπό να συνεχίσουν μια συνεργασία, γεγονός που παρανοήθηκε. Τότε ο διάσημος συνθέτης έστειλε μια απολογητική επιστολή σε αυτήν και τον σύζυγό της, γράφοντας: «Είναι  από τις οι πρωταρχικές μου αρχές να μην αναπτύσσω άλλες σχέσεις έκτος από την φιλία με τη γυναίκα ενός άλλου άνδρα. Δεν θα ήθελα ποτέ να γεμίσω την καρδιά μου με δυσπιστία προς αυτούς που ίσως μια μέρα μοιραστούν  τη μοίρα τους μαζί μου, καταστρέφοντας έτσι μια  ωραιότερη και αγνότερη ζωή για τον εαυτό μου”

 

synthetries-klasikismos-sparmatseto

 

Οι Bigots επέστρεψαν στο Παρίσι το 1809, όταν  η Marie ήταν 23 ετών και κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής της η Marie συνέθεσε, έδωσε μαθήματα και έκανε πολλές παραστάσεις για να παρουσιάσει τη μουσική του Beethoven στο παρισινό κοινό. Η Marie Bigot παράλληλα σπούδαζε αρμονία και σύνθεση με τους Auber και Cherubini στο Παρίσι.

Το 1812, ο σύζυγός της κρατήθηκε φυλακισμένος ως υπερασπιστής της εκστρατείας του Ναπολέοντα στη Ρωσία και η Μαρί αναγκάστηκε  να διδάσκει πιάνο για να υποστηρίξει τα δύο παιδιά της.  Μάλιστα το  έτος 1816 παρέδιδε μαθήματα στους Felix και Fanny Mendelssohn.

Πέθανε στις 16 Σεπτεμβρίου 1820 στο Παρίσι, σε ηλικία 34 ετών.

Συνέθεσε τα εξής έργα: Μία Sonata, op. 1 αφιερωμένη στη βασίλισσα Luise της Πρωσίας, το Andante varié op. 2 με οκτώ παραλλαγές,  ένα caprice αφιερωμένο στην αδερφή της Caroline Kiéné, ένα Rondeau και ένα σύνολο Etude.

 Ένα άρθρο που γράφτηκε μετά το θάνατό της αναφέρει ότι είχε συνθέσει περισσότερη μουσική, αλλά αρνήθηκε να τη δημοσιεύσει «από ταπεινότητα».

 

 

Maria Szymanowska (1789-1831) Πολωνή

 Η Maria Szymanowska με το πατρικό ονομά της Marianna Agata Wolowska γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1789 στη Βαρσοβία. Προέρχεται από μια πλούσια οικογένεια και είναι ένα από τα δέκα παιδιά του Franciszek Wołowski, ιδιοκτήτη ενός επιτυχημένου ζυθοποιείου και της Barbara Lanckorońska. Οι γονείς της αγαπούσαν τους καλλιτέχνες και η Maria συναναστρεφόταν με συνθέτες όπως ο Józef Elsner, ο οποίος ήταν ο μελλοντικός καθηγητής του Frédéric Chopin, ο διευθυντής ορχήστρας Karol Kurpiński και ο πιανίστας και συνθέτης Franciszek Lessel.

Το 1810, σε ηλικία 21 ετών  παντρεύτηκε έναν γαιοκτήμονα, τον Teofil Józef Szymanowski. Το ζευγάρι απέκτησε σύντομα παιδιά: τα δίδυμα Helena και Romuald (το 1811) και την Celina (το1812) μελλοντική σύζυγο του ρομαντικού ποιητή και συγγραφέα Adam Mickiewicz.

Ο σύζυγος και η πεθερά της αντιτίθενται στην καριέρα της Μαρία ως πιανίστριας και συνθέτριας. Αυτή η οικογενειακή πολεμική και οι στενές α;ντιλήψεις  δεν  εμπόδισαν την Maria  να συνθέτει και να εκτελεί μουσικά έργα σε ιδιωτικούς κύκλους και σε φιλανθρωπικές συναυλίες. Έτσι το 1815, σε ηλικία 26 ετών, έπαιξε στο παλάτι Radziwiłł στο Nieborów και έδωσε την πρώτη της συναυλία στη Βιέννη.

Η Szymanowska έκανε πολλές περιηγήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη για μια 10ετία από την τα 21 χρόνια της  μέχρι 31 χρόνων.

Σε ηλικία περίπου 31 ετών χώρισε από τον σύζυγό της διατηρώντας την επιμέλεια των παιδιών τους και εγκαθίσταται μόνιμα στην Αγία Πετρούπολη.  Τότε αναπτύσσει σχέσεις με συνθέτες όπως τον Ιρλανδό συνθέτη και πιανίστα John Field και τον ιδρυτή της Σύγχρονης Μουσικής Ρωσικής Σχολής Mikhail Glinka.

Το 1822, σε ηλικία 33 ετών, έγινε πιανίστας στην Βασιλική Ρωσική Αυλή για την οποία συνέθετε, έδινε συναυλίες και δίδασκε μουσική.

Στις συνθέσεις της αποκαλύπτεται ένα  χαριτωμένο και ευγενικό  στυλ, μία ακρίβεια και μία ρομαντική γοητεία. Ο Frédéric Chopin βέβαια ενδιαφερόταν περισσότερο για το εκφραστικό παίξιμο της Szymanowska στο πιάνο παρά για τα συνθετικά της έργα και εντυπωσιασμένος διατύπωσε τα εξής: “Ενα πιάνο ικανό να μιμηθεί το βιολί του Paganini ή το τραγούδι της Giuditta Pasta”. Τα κομμάτια της στο πιάνο, τα τραγούδια και η μουσική δωματίου της προαναγγέλλουν το λαμπρό πολωνικό στιλ του Frédéric Chopin. Συγκεκριμένα, οι μελέτες της που περιέχουν στοιχεία της τεχνικής γραφής που ανέπτυξε ο Chopin. Η Maria ήταν από τις πρώτες  συνθέτριες που διατύπωσε έναν ήχο που συνδέει και συγχωνεύει την μελωδία και την αρμονία  στην ίδια «αγκαλιά»

Πέθανε το 1831 σε ηλικία 42 ετών από χολέρα και ήταν μία από τις πρώτες που θάφτηκαν στο νεκροταφείο Mitrofanievskoye. Στη μνήμη της ανεγέρθηκε κενοτάφιο στις 25 Σεπτεμβρίου 2010 στη Νεκρόπολη των Καλλιτεχνών στην Αγία Πετρούπολη.

 

Gertrude van den Bergh (1793-1840) Ολλανδή

Η Gertrude γεννήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1793 στο Μύλχαϊμ (γερμ. Mülheim an der Ruhr). Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του ολλανδού καθολικού ιερέα Henderik van den Bergh και της Γερμανίδας Maria Theresia Leydel.

Η Gertrude έδειξε το ταλέντο της για τη μουσική σε νεαρή ηλικία. Πήρε μαθήματα πιάνου στα έξι και συνέθεσε μία σονάτα για κλαβεσέν στην ηλικία των εννέα ετών, η οποία δημοσιεύθηκε από τον J.J. Hummel τον ιδρυτή του εκδοτικού οίκου στο Άμστερνταμ. Σπούδασε σύνθεση με τον γερμανό συνθέτη Johann Burgmüller, γνωστό για τις εκδόσεις του παιδικών κομματιών στο πιάνο και πιάνο με τον συνθέτη Ferdinand Ries φίλο, μαθητή και γραμματέα του  Ludwig van Beethoven.

Το 1809, όταν η  Gertrude  ήταν 16 ετών, ο πατέρας της  οργάνωσε μια περιοδεία συναυλίας στις Κάτω Χώρες για την ίδια και την αδελφή της Σοφία. Η οικογένεια μετακόμισε στη Χάγη περίπου το 1813 και η  Gertrude   συνέχισε να παίζει σε ιδιωτικούς κύκλους παραμένοντας γνωστή, ωστόσο   έπαιζε σπάνια στο κοινό.

Αξιοσημείωτο είναι ότι το 1830, σε ηλικία 37 χρονών, κλήθηκε να συμμετάσχει στην Εταιρεία Προώθησης της Μουσικής, η οποία, πριν την προσωπική της πρόσκληση, δεν ήταν ανοιχτή στις γυναίκες. Το 1834  διοργανώθηκε από την εταιρεία ένα διήμερο φεστιβάλ στη Χάγη, στο οποίο συμμετείχε  η Gertrude και διεύθυνε την πρώτη μικτή φωνητική χορωδία .

Ως ανύπαντρη, η Gertrude ζούσε με τη μητέρα της και έδινε μαθήματα τραγουδιού και πιάνου.

Ήταν η πρώτη γυναίκα της Ολλανδίας που δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο για τις βασικές αρχές της μουσικής θεωρίας, Principes de musique (c1830).

Ήταν ιδιαίτερα γνωστή για την ερμηνεία της πάνω σε έργα του Μπετόβεν, και του J.S. Μπαχ.Πέθανε στη Χάγη  στις 10 Σεπτεμβρίου 1840) από  καρκίνο του μαστού σε ηλικία 47 ετών.

 

 

Amélie Marie Frédérique Auguste ( 1794-1870) Γερμανίδα πριγκίπισσα

 H Amélie Marie Frédérique Auguste ήταν πριγκίπισσα της Σαξονίας και πρωτότοκη κόρη του Μαξιμιλιανού της Σαξονίας και της Καρολίνας των Βουρβόνων(κόρης του Δούκα της Πάρμας). Ολόκληρο το όνομα της ήταν: Αμαλία Μαρία Φρειδερίκη Αυγούστα Καρολίνα Λουδοβίκα Ιωσηφίνα Αλοϋσία Άννα Νεπομουκίνα Φιλιππίνα Βικεντία Φραντσίσκα ντε Πάουλα Φραντσίσκα ντε Σαντάλ.

Γεννήθηκε στο κάστρο Πίλνιτς της Δρέσδης και έζησε εκεί σχεδόν όλη τη ζωή της. Η μητέρα της Amalie πέθανε το 1804 και η δεκάχρονη ανατράφηκε από τη θεία της Maria Theresa της Σαξονίας και έζησε στην εξορία στην Πράγα μέχρι το 1813. Μόνο όταν ο Βασιλιάς Φρίντριχ Αύγουστος επέστρεψε στη Σαξονία το 1815 επέστρεψε η Πριγκίπισσα στη Δρέσδη. Κατά τη διάρκεια των Ναπολεοντείων Πολέμων έπρεπε να φύγουν μαζί με την οικογένειά της από το κάστρο αρκετές φορές και όταν δεν έβρισκαν καταφύγιο, έπρεπε να κοιμηθούν στα άχυρα. Αυτή η εκτόπιση από την στέγη δημιούργησε μια οργή στην καρδιά της που την εξέφρασε στον Ναπολέοντα Α΄ κατά την συνάντηση τους. Όταν ο αυτοκράτορας των Γάλλων της είπε ότι “θα έπρεπε να συνηθίσει την κατάσταση” εκείνη του απάντησε ότι “υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορεί κάποιος να τα συνηθίσει”.

Έλαβε μία  εξαιρετική παιδεία και διαμορφώθηκε ως μια γυναίκα με πνευματικές αναζητήσεις που συνέθεσε μουσική δωματίου, όπερα, θρησκευτική μουσική, τραγούδια, και κωμικές όπερες. Έπαιζε μάλιστα αρπίχορδο. Μελέτησε μουσική με τους Τζόζεφ Σούστερ, Βίντσενζο Ραστέρλι, Γιοχάν Μίκσκ, Φραντς Αντόν Σούμπερτ και Καρλ Μαρία φον Βέμπερ.

 

klasikismos-suntheries-sparmatseto (1)

 

Σε ηλικία 16 ετών έγραψε την πρώτη της όπερα βασισμένη σε ιταλικό λιμπρέτο, την Una Donna και από το 1813 ακολούθησαν τακτικά νέες συνθέσεις όπερας, καντάτων και μικρότερων φωνητικών κομματιών. Η πρεμιέρα της Una Donna πραγματοποιήθηκε το 1816 με τη συμμετοχή μουσικών από την ορχήστρα της Δρέσδης στο μικρό θέατρο του Brühl’s Terrace μπροστά από μέλη της βασιλικής οικογένειας. Εξέδωσε τα μουσικά της έργα με το ψευδώνυμο της A. Serena και τα δραματικά της έργα υπό το όνομα Αμαλία Χάιτερ. Το 1829-1830, σε ηλικία 35 ετών, δημοσίευσε δύο δράματα με το όνομα Amélie Heiter στα οποία διακρίνεται η αγάπη, ο ανθρωπισμός και η αρετή.

Οι πιο δημοφιλείς συνθέσεις της ήταν οι κωμικές όπερες της, που απεικονίζουν τους χαρακτήρες με καινοτομία και στυλ.  Οι κωμωδίες της Der Onkel (“Ο θείος”) και Die Fürstenbraut (“Ο παντρεμένος πρίγκιππας”) έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς. Πολλές από τις κωμωδίες της έχουν επίσης μεταφραστεί σε γαλλικά, ουγγρικά, ρωσικά και ιταλικά. Η βρετανίδα φεμινίστρια και συγγραφέας Anna Jameson μετέφρασε έξι κωμωδίες  της Amalie von Sachsens στα αγγλικά με τον τίτλο “Εικόνες της κοινωνικής ζωής της Γερμανίας, όπως απεικονίζονται στα δράματα της πριγκίπισσας Αμέλια της Σαξονίας.” Το βιβλίο εκδόθηκε σε δύο τόμους στο Λονδίνο το 1840

Μια πλήρης έκδοση των δραματικών της έργων δημοσιεύεται στη Δρέσδη, με τον τίτλο Originalbeiträge zur deutschen Schaubühne (“Πρωτότυπες συνεισφορές στη γερμανική σκηνή”, 6 τόμοι, 1837-1842). Μια τρίτη έκδοση του πρώτου τόμου εμφανίστηκε το 1858 και μια γαλλική έκδοση (Κωμωδίες) στο Παρίσι το 1841. Έξι από τα δράματά της μεταφράστηκαν στα Αγγλικά από την βρετανίδα φεμινίστρια και συγγραφέα Anna Jameson (Λονδίνο, 1846) και έξι άλλα μεταφράστηκαν ανώνυμα (1848).

Η Amalie της Σαξονίας συνέθεσε συνολικά δώδεκα όπερες, για τις οποίες έγραψε επίσης το λιμπρέτο στα ιταλικά. Επιπλέον, συνέθεσε ένα Stabat mater που επαινέθηκε από ειδικούς. Συνήθως τα έργα της δεν παιζόταν δημόσια, αλλά εκτελούνταν σε ιδιωτικούς κύκλους της βασιλικής οικογένειας. Εξαιρετικά όλες οι όπερες της πριγκίπισσας εκτελέστηκαν από την ορχήστρα της Δρέσδης Court, την πιο σεβαστή ορχήστρα στην Ευρώπη εκείνη την εποχή. Η θερινή κατοικία της οικογένειας στο κάστρο Pillnitz χρησιμοποιήθηκε συχνά ως χώρος συναυλιών.

Παρά την επιτυχία της ως συγγραφέα και μουσικού, η Amalie της Σαξονίας έζησε εξαιρετικά σεμνά. Συχνά δωρίζει το εισόδημα των έργων της σε φιλανθρωπικούς σκοπούς και στην Ένωση Γυναικών της Δρέσδης!!! Δώρισε επίσης ένα αξιοσέβαστο ποσό για την κατασκευή της πρώτης Όπερας της Δρέσδης.

Η πριγκίπισσα παρέμεινε άγαμη καθ ‘όλη τη ζωή της. Έζησε σε απομόνωση και εργάστηκε με επιμέλεια στα μουσικά και λογοτεχνικά της έργα. Της άρεσε να ταξιδεύει στην Ιταλία, Ισπανία και Βιέννη. Οι επαφές με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής της δεν είχαν μεγάλη σημασία για αυτήν, εκτός από την φιλική επαφή με τον Karl Gottfried Theodor Winkler, γνωστό ως Theodor Hell, ο οποίος φρόντιζε για την δημοσίευση των έργων της.

Το 1851, σε ηλικία 57 ετών η πριγκίπισσα  υπεβλήθη σε μια εγχείρηση καταρράκτη και λόγω αποτυχίας οδηγήθηκε σε τύφλωση. Αποκαταστάθηκε το ένα της μάτι δύο χρόνια αργότερα.

Η Amalie της Σαξονίας πέθανε στο κάστρο που γεννήθηκε στο Πίλνιτς της Δρέσδης στο 1870, σε ηλικία 76 ετών. Θάφτηκε ως μέλος της βασιλικής οικογένειας στον τάφο της Καθολικής Εκκλησίας.

 

 

Marie Helene Liebmann ( 1795-1869)Γερμανίδα

 Η Helene με πατρικό επίθετο Riese γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1795 από μια πλούσια εβραϊκή οικογένεια. Ο πατέρας της Meyer Wulff Riess (με το όνομα Martin Riese) ήταν πλούσιος τραπεζίτης. Ο αδερφός της ήταν ο θεατρικός συγγραφέας και λιμπρετίστας Friedrich Wilhelm Riese, ο οποίος είχε γράψει πάνω από 100 γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά έργα κυρίως κωμωδίες. Έγινε διάσημη ως παιδί θαύμα με τις εξαιρετικές ικανότητες της στο πιάνο και στο τραγούδι.

Το 1813, σε ηλικία 18 ετών η Marie Helene ασπάσθηκε τον χριστιανισμό και παντρεύτηκε τον έμπορο John Joseph Liebmann. Τον Απρίλιο του 1814 το νεαρό ζευγάρι μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου η Marie Helene συνέχισε μαθήματα με τον γερμανό συνθέτη, πιανίστα και φίλο του Μπετόβεν Ferdinand Ries.

Μετά από πέντε χρόνια παραμονής στο Λονδίνο το ζευγάρι μετακόμισε στο Αμβούργο και οι δύο υιοθέτησαν το χριστιανικό επώνυμο “Liebert”.

Την άνοιξη του 1859 και μετά από 40 χρόνια παραμονής στο Αμβούργο  η Helene και ο Johann Joseph Liebert ξεκίνησαν ένα μακρύ ταξίδι για την Ιταλία μέσω της Σαξονίας και της Αυστρίας και από τότε τα ίχνη τους χάνονται.

Η Marie Helene είχε διάσημους δασκάλους, όπως  τον Τσέχο πιανίστα και συνθέτη Franz Lauska και τον Γερμανό συνθέτη  Joseph Augustin Gürrlich

Η πρώτης της εμφάνιση ως πιανίστα έγινε σε ηλικία 11 χρόνων στις 23 Φεβρουαρίου 1806 στο Βερολίνο. Τα επόμενα χρόνια έγινε διάσημη  καθώς εμφανιζόταν στο κοινό περισσότερο από το μέσο όρο σε σύγκριση με άλλους μουσικούς. Δεν υπάρχουν στοιχεία για δημόσιες εμφανίσεις συναυλιών  κατά την διάρκεια παραμονής της στο Λονδίνο. Στο Αμβούργο όμως η Helene Liebmann – επίσης με το νέο της όνομα Helene Liebert – εμφανίστηκε ως τραγουδίστρια συναυλιών. Αναφέρεται στο ημερολόγιο της Clara Wieck (μελλοντική Clara Schumann) ότι η Liebmann ήταν παρούσα σε μια συναυλία της Clara’s στο Αμβούργο το 1835.

Οι συνθέσεις της Helene Liebmann περιλαμβάνουν έργα για φωνή, πιάνο και έγχορδα.  Κατά την παραμονή της στο Βερολίνο συνέθεσε κυρίως σονάτες πιάνου και τραγούδια, ενώ στο Λονδίνο συνέθεσε μουσική δωματίου. Έχουν επιβιώσει συνολικά  20  έργα της, τα οποία συνέθεσε μέσα σε επτά χρόνια. Εξαιρετικό το έργο της Grande Sonata για τσέλο και πιάνο.

Πιθανολογείται ότι πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων.

 

 

Mathilda Valeria Beatrix d’ Orozco ( 1796-1863)  Σουηδή

Η Mathilda Valeria Beatrix του Orozco, γνωστή ως Cenami, Montgomery-Cederhjelm και Gyllenhaal γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1796  στην Ιταλία και ήταν κόρη του Ισπανού Πρέσβη στο Μιλάνο, Κόμη Νικολά Μπλάσκο ντ’Ορόζκο και  της Σαμπίνα Λέντερ.

Η Mathilda Valeria Beatrix παντρεύτηκε 3 φορές. Παντρεύτηκε πρώτα τον Μαρκήσιο Marquis Cenami, μέλος της αυλής του Ναπολέοντα και προστάτη της πριγκίπισσας Elisa Bonaparte. Μένει χήρα πριν από την ηλικία των είκοσι ετών και παντρεύεται δεύτερη φορά σε ηλικία 21 ετών στη Βιέννη, τον Σουηδό συνταγματάρχη Josias Montgomery-Cederhjelm, ο οποίος πέθανε μετά από οκτώ χρόνια (το έτος 1825). Με το δεύτερο συζυγό της απέκτησε  τέσσερα παιδιά. Το 1839, σε ηλικία είκοσι εννέα ετών παντρεύτηκε τον Σουηδό βαρόνο Carl Alexander Fredrik Gyllenhaal.

Στα πλαίσια του δεύτερου γάμου της η Mathilda d’Orozco μετακόμισε στη Σουηδία όπου παρέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής της και παρέμεινε γνωστή ως Mathilda Montgomery-Cederhjelm.

Στη Σουηδία έγινε περιζήτητη ως συνθέτρια, ποιήτρια, κλαβεσινίστρια και περιγράφεται ως «ένα από τα πιο αξιοσημείωτα στολίδια της υψηλής κοινωνίας κατά την πρώτη ευτυχισμένη και δυναμική περίοδο της βασιλείας του Charles XIV Jean(βασιλεία του 1818- 1844) και ως ένα πολύ ζεστό άτομο με πολλή γοητεία και ταλέντα σε πολλούς τομείς της τέχνης, με έντονη κοινωνική ζωή.”

Εξοικειωμένη με το θερμότερο κλίμα της Ιταλίας, δήλωσε ότι “ο Θεός ήταν θυμωμένος όταν δημιούργησε το σουηδικό κλίμα!”

Ήταν μια θαυμάσια και άριστη τραγουδίστρια, που μερικές φορές συνόδευε τραγουδώντας το κλαβεσέν . Έπαιξε επίσης σε ερασιτεχνικό θέατρο στη βασιλική αυλή, όπου χαρακτηρίστηκε ως ηθοποιός και θεωρήθηκε μαγική χορεύτρια. Ο πρίγκιπας Όσκαρ και ο Βρετανός πρέσβης Τζον Μπλούμφιλντ, ήταν από τους θαυμαστές της.

Μετά τον τρίτο γάμο της (1839), αποσύρθηκε από την κοινωνική ζωή και μετακόμισε στην περιουσία του συζύγου της στην ύπαιθρο, με εξαίρεση τις ετήσιες επισκέψεις στο παραθαλάσσιο θέρετρο Norrtälje.

Πέθανε, σε ηλικία 67 ετών, στο αρχοντικό Stora Ekeby στις  19 Οκτωβρίου 1863).

 

 

Annette von DrosteHülshoff (1797-1848)Γερμανίδα

Η Annette von Droste-Hülshoff γεννήθηκε πρόωρη και η επιβίωσή της οφειλόταν μόνο στην παρέμβαση μιας νοσοκόμας. Ωστόσο είχε πληγεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της με προβλήματα υγείας, όρασης και  ημικρανιών. Ο πατέρας της Clémens August von Drost zu Hülstoff (1760-1826), ήταν λάτρης της ιστορίας, των γλωσσών, της ορνιθολογίας, της βοτανικής, της μουσικής και των υπερφυσικών φαινομένων και άριστος βιολιστής. Η μητέρα της Therese-Louise (1772-1853) προερχόταν από μια άλλη μεγάλη οικογένεια της Βεστφαλίας, τους βαρόνους von Haxthausen. Ήταν δεύτερο από τέσσερα παιδιά έχοντας μια μεγαλύτερη αδερφή, τη Μαρία Άννα (1795-1859) που παντρεύτηκε τον Joseph von Lassberg και δύο νεαρά αδέλφια, τον Werner Konstantin  (1798-1867) και τον Ferdinand (1800-1829).

Η οικογένειά της, μια αριστοκρατική, καθολική οικογένεια στη Βεστφαλία, ήταν πολύ σημαντική για αυτήν και δεν απομακρύνθηκε ποτέ από αυτήν λόγω των διαρκών και έντονων προβλημάτων υγείας. Με εξαίρεση πολλά εκτεταμένα ταξίδια, έζησε με την οικογένειά της, είτε στο οικογενειακό κάστρο στο Hülshoff είτε στο Rüschhaus, το σπίτι στο οποίο έζησε η μητέρα της μετά το θάνατο του πατέρα της, ή στο Meersburg με την οικογένεια της αδερφής της. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, είχε λίγους φίλους που μοιράζονταν τα ενδιαφέροντά της, ήταν συχνά άρρωστη και μερικές φορές δεν έγραφε για χρόνια. Το 1825, σε ηλικία 28 ετών, ένα χρόνο πριν από το θάνατο του πατέρα της, πραγματοποίησε το πρώτο της μεγάλο ταξίδι κατά μήκος του Ρήνου προς την Κολωνία, τη Βόννη και το Κόμπλεντς. Στη Βόνη ανέπτυξε φιλικές σχέσεις  με την πρώτη αναγνωρισμένη αρχαιολόγο Sibylle Mertens-Schaafhausen, συμμετέχοντας στον πνευματικό της κύκλο, με τον κορυφαίο του ρομαντικού κινήματος ποιητή και συγγραφέα Αύγουστο-Wilhelm Schlegel, την μητέρα Johanna Schopenhauer και την  αδελφή AdeleS chopenhauer του φιλοσόφου Arthur Schopenhauer (σημαντικές γυναίκες των γραμμάτων) και την νύφη του Goethe Ottilie. Ανέπτυξε φιλική σχέση με τον συγγραφέα και εκδότη Levin Schücking και είχε αλληλογραφία με πολλούς διανοούμενους της εποχής της, όπως τα αδέρφια Grimm.

Παρόλο που μεγάλωσε σε μια κοινωνία που πίστευε ότι το γράψιμο ήταν αποδεκτό για μια γυναίκα μόνο ως χόμπυ!!!! και όχι ως επαγγελματική σταδιοδρομία και η ίδια δεν μπορούσε να κερδίσει τα προς το ζην με τα χειρόγραφα της, θεωρούσε τον εαυτό της ποιήτρια και υπεραμυνόταν το ρόλο της ποιήτριας και συνθέτριας. Εκπαιδεύτηκε από ιδιωτικούς δασκάλους και άρχισε να γράφει ποίηση ως παιδί, αναπτύσσοντας πολύ νωρίς την αίσθηση του εαυτού της ως συγγραφέα. Δεν δημοσίευσε τη συλλογή στη διάρκεια της ζωής της, πιθανώς επειδή ήξερε ότι η αποκάλυψη των δικών της θρησκευτικών πεποιθήσεων θα ντρόπιαζε την οικογένειά της. Μόνο μετά τα σαράντα της γενέθλια – και μετά μόνο με τη βοήθεια φίλων και αφού έλαβε την έγκριση της μητέρας της – άρχισε να δημοσιεύει τα γραπτά της. Οι σχολιαστές της τονίζουν τα στενά όρια της ζωής της και την κυρίαρχη επιρροή της οικογένειάς της. Τα γραπτά της, ωστόσο, αποκαλύπτουν τον αγώνα της για  την ανεξαρτησία της. Όπως τόνισε ο τίτλος μιας πρόσφατης βιογραφίας της, η ζωή της αφιερώθηκε στο δίπολο μεταξύ υπακοής και αντίστασης στις συντηρητικές παραδόσεις της τάξης της. Η Annette von Droste Hülshoff γνώριζε το ταλέντο της και πήρε πολύ σοβαρά το λογοτεχνικό της έργο. Οι μπαλάντες της έγιναν διάσημες, όπως  Der Knabe im Moor (το αγόρι στους βάλτους), καθώς και το  Die Judenbuche (Η Οξιά στους Εβραίους). Η συλλογή των ποιημάτων της, θρησκευτικών και φιλοσοφικών, Das geistliche Jahr (Το Πνευματικό Έτος) εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ένα πολύ σημαντικό έργο. Για είκοσι χρόνια εργάστηκε πάνω σε αυτό το έργο το οποίο θεωρείται βιογραφικό. Ήταν η εποχή του ανθρώπινου σχίσματος ανάμεσα στη φωτισμένη συνείδηση και τη θρησκευτική αναζήτηση.  Αν και δεν ήταν ποτέ πολιτικά δραστήρια και στην πραγματικότητα φαινόταν εξωτερικά να απομακρύνεται από πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, ένα μέρος των γραπτών της αποκάλυψε ότι είχε δημόσια συνείδηση και είχε σκοπό με τα γραπτά της  να προσεγγίσει ανθρώπους και να τους βοηθήσει να βελτιώσουν τον κόσμο τους. Η Annette von Droste-Hülshoff είναι η μόνη γυναίκα συγγραφέας της οποίας τα έργα παραδοσιακά περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και συζητήσεις της γερμανικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα.

Το 1837, σε ηλικία 40 ετών γνώρισε τον είκοσι τριών ετών συγγραφέα και εκδότη Levin Schücking. Για το υπόλοιπο της ζωής της, αγάπησε αυτόν τον πολύ νεότερο άντρα, αλλά προσπάθησε να κρύψει την αγάπη της πίσω από μια αυτοπεριγραφόμενη «μητρική» ανησυχία για τη ζωή του. Αυτός, με τη σειρά του, υποστήριξε τις φιλολογικές φιλοδοξίες της και τη βοήθησε να λάβει ένα βαθμό φήμης στη ζωή της.

Εκτός από την ποίησή της, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1838 και σε μια πιο ολοκληρωμένη συλλογή το 1844, έγραψε επίσης το μυθιστόρημα Die Judenbuche, που θεωρείται ευρέως ως αριστούργημα του γερμανικού ρεαλισμού. Το 1840 έγραψε μια κωμωδία μιας πράξης και το 1845 δημοσίευσε ανώνυμα, για να προστατεύσει την οικογένειά της, σκίτσα της Βεστφαλίας που περιγράφουν τους ανθρώπους και το τοπίο της.

Η Annette δεν ήταν μόνο διάσημη συγγραφέας, αλλά και μουσικός και συνθέτρια. Οι συνθέσεις της έχουν παραμεριστεί ή ξεχαστεί, αλλά η μουσική και τα ποιήματά της έχουν στενούς δεσμούς. Οι γονείς της ήταν λάτρεις της μουσικής καθώς ο πατέρας της ήταν ο ίδιος βιολιστής και ο θείος της Maximilian-Friedrich von Droste zu Hülshoff  ήταν συνθέτης και φίλος του Joseph Haydn. Στο κάστρο του Hülshoff φυλάσσεται μια συλλογή από παρτιτούρες και μουσικά υλικά που ήταν απαραίτητα στο οικογενειακό περιβάλλον. Τα παιδιά έμαθαν για τη μουσική της εποχής επειδή οι γονείς τους τα πήγαιναν συχνά σε συναυλίες, μουσικές και θεατρικές εκδηλώσεις. Η Annette πήρε μαθήματα πιάνου από το 1809. Της ζητήθηκε να παίξει ή να συνοδεύσει τους άλλους στο πιάνο και έτσι τελειοποίησε το ταλέντο της. Η μητέρα της Thérèse έγραψε το 1812 ότι η κόρη της «είχε ξεκινήσει τη σύνθεση με όλη τη ζωντάνια του χαρακτήρα της». Έδωσε την πρώτη της συναυλία τραγουδιού δημόσια το 1820 στο Höxter και δίδαξε μαθήματα τραγουδιού και πιάνου σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Λέγεται ότι η φωνή της ήταν πιο όμορφη από αυτή της Angelica Catalani (1780-1849), μια από τις καλύτερες σοπράνο της εποχής. Χάρη στη μελέτη της άρχισε να συνθέτει και παρήγαγε μουσική για τέσσερα έργα όπερας. Το 1836, κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο Eppishausen, εξέδωσε το βιβλίο τραγουδιών της.

Πέθανε στις 24 Μαΐου 1848 το απόγευμα από πνευμονία, σε ηλικία 51 ετών. Ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο Meersburg, κοντά στο παλιό εκκλησάκι.

 

Συνεχίζεται….

Σχετικά άρθρα

Το Woodstock και ο Μύθος του | Από τις εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της Βυζαντινής Μουσικής και οι αντίστοιχες επιρροές που διαμόρφωσαν τη δυναμική της

Βασίλειος Μακέδος

Cosmopolis Kavala | Ethnic Festival

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X