Sparmatseto
Μουσική

Γυναίκες Συνθέτριες | 18ος Αιώνας (Κλασικισμός)

 

Γυναίκες Συνθέτριες | 18ος Αιώνας (Κλασικισμός)

 

Γυναίκες Συνθέτριες | 18ος Αιώνας (Κλασικισμός)

 

 

Οι συνθέτριες

Elisabeth Craven (1750-1828) – Αγγλίδα

Η Ελίζαμπετ Craven (1750-1828) ήταν μια γυναίκα  των Αγγλικών γραμμάτων.  Γεννημένη  στο Spring Gardens,  ήταν κόρη του κόμη Berkeley.

Παντρεύτηκε το έτος 1767, σε ηλικία 17 ετών, τον  βαρόνο Craven με τον οποίο απέκτησε επτά παιδιά. Ο σύζυγός της την εγκατέλειψε το έτος 1781 μετά από 14 χρόνια γάμου.

Ζήτησε  το διαζύγιο και εγκατέλειψε την Αγγλία για να ταξιδέψει. Την υποδέχτηκαν όλες οι αυλές της Ευρώπης αλλά η ίδια επέλεξε να μείνει  στο Ansbach της Γερμανίας.

Ενέπνευσε το πιο ζωντανό πάθος στο πρίγκιπα Charles–Alexandre de Brandebourg—Ansbacach, τον οποίο παντρεύτηκε μόλις χήρεψε  στις 30 Οκτωβρίου 1791, σε ηλικία 41 ετών. Αποσύρθηκε τότε με το νέο της σύζυγό στην Αγγλία και μετά από τον θάνατο του το έτος 1806 ξανάρχισε τα ταξίδια. Πέθανε στη Naples σε ηλικία 78 χρονών.

Η Lady  Craven  ξεκίνησε πολύ  νωρίς  την  λογοτεχνική της σταδιοδρομία.  Γράφει ελαφρές φάρσες, παντομίμες και μύθους. Αυτά τα έργα δεν  λαμβάνουν ενθουσιώδη  υποδοχή  στο  Λονδίνο. Γνωρίζει  τον Άγγλο θεατρικό συγγραφέα Samuel  Johnson  και  τον Σκωτσέζο βιογράφο και δικηγόρο James  Boswell. Γίνεται  φίλη κοντινή του άγγλου συγγραφέα γοτθικών μυθιστορημάτων Horace Walpole(1717-1797), ο οποίος εκδίδει  τα πρώτα της λογοτεχνικά έργα.

Πέθανε σε ηλικία 78 ετών

Δυστυχώς  πολύ λίγες από τις μουσικές της  συνθέσεις   έχουν φτάσει σε εμάς:  O Mistress Mine και μία όπερα το Princess of Georgia .

 

Corona Elisabeth Wilhelmine Schröter (1751–1802) –  Γερμανίδα

Η Corona Schröter είχε γεννηθεί στο Guben της Γερμανίας. Πολύ νέα  είχε μελετήσει πολλά όργανα, όπως πιάνο και κιθάρα.  Ο πατέρας της,  ο Johan  Friedrich Schröter, ήταν ο πρώτος  καθηγητής  της  στη μουσική. Επίσης   τα  αδέλφια της Corona,  ο Johan  Samuel  και  ο  Johan  Heinrich,  ήταν αντίστοιχα  πιανίστας και βιολονίστας και η  αδελφή   της  η  Henriette,  ήταν επίσης τραγουδίστρια.  Η πρόωρη  μουσική της εκπαίδευση   είχε συμβάλει  στην  ικανότητά  της στη σύνθεση.

Στα  δεκατρία  της έτη,  η Corona και η οικογένειά  της  έχουν μετακομίσει  στη Λειψία.  Εκεί  προσελκύει  την  προσοχή  του συνθέτη  Johan

Adam Hiller  (Σημειωτεόν ότι η γυναίκα του  Hiller  ήταν  η  νονά της Corona). Ο Hiller, ήταν ένας συνθέτης της όπερας και του singspiel, και ήταν πολύ σοκαρισμένος  από  την έλλειψη της εκπαίδευσης που προσφερόταν στις γυναίκες. Με σκοπό να θεραπεύσει αυτή την ελλειμματική εκπαίδευση, το έτος 1771 ο  Hiller  ανοίγει το δικό του σχολείο τόσο για άντρες όσο και για γυναίκες.  Μέσα σε αυτό το  μικτό  πλαίσιο,  οι  μαθητές διδάσκονται μια  μεγάλη  ποικιλία  των υποχρεωτικών μαθημάτων   της μουσικής,  όπως το σολφέζ, το ντικτέ, το πιάνο, την μονωδία.  Η Corona Schröter είχε προοδεύσει  ως  τραγουδίστρια, και είχε βελτιώσει  έτσι  την  φωνητική  τεχνική της.

Η Corona είχε γίνει  πολύ  καλή  τραγουδίστρια και συγκρινόταν με την  Gertrud Schmeling (Madame Mara). Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο σχολείο του Hiller, η Corona Schröter έγινε φίλη με τον Johann Wolfgang von Goethe (Γκαίτε) και όταν μετακόμισε στη Βαϊμάρη το 1775, την πήρε  η Δούκισσα Άννα Αμαλία ως τραγουδίστρια. Έπαιξε για πρώτη φορά στην αυλή στις 23 Νοεμβρίου 1776. Όταν προσελήφθη ως τραγουδίστρια, η Corona ασχολήθηκε επισταμένα με το θέατρο της αυλής, στο οποίο ανέβαζε τουλάχιστον δεκαοκτώ παραγωγές ετησίως, πολλές από τις οποίες γράφτηκαν από τον ίδιο τον Γκαίτε. Η Corona και ο Goethe συνεργάστηκαν σε πολλά από τα πιο δημοφιλή του έργα. Ήταν μερικές φορές η σύντροφός του, όπως και στην παράσταση του έργου του “Ιφιγένεια εν Ταύροις” το 1779. Η παράσταση του  Γκαίτε “Singspiel” ήταν ιδιαίτερα σημαντική για  την Schröter γιατί συνέθεσε τη σκηνική μουσική για την παράσταση, όπως το περίφημο τραγούδι Der Erlkönig (1782). Η παράσταση αυτή είναι πολύ διαφορετική από την σύνθεση του Franz Schubert  30 χρόνια αργότερα. Φυσικά, η σύνθεση της Schröter είναι πιο κοντά στην παράδοση του παλιού κλασσικού ύφους του lied από ότι η ρομαντική εκδοχή του Schubert. Η Corona και ο Goethe εργάστηκαν στενά για έργα που πραγματοποιήθηκαν στο θέατρο της Βαϊμάρης και δημοσιεύτηκαν από τους προσωπικούς τους βιβλιοπώλες μεταξύ 1776-1782. Όταν το  θέατρο της αυλής αντικαταστάθηκε από επαγγελματίες ηθοποιούς το 1783, συνέχισε να τραγουδά και να παίζει περιστασιακά. Άρχισε επίσης να διδάσκει τραγούδι.

Αποσύρθηκε επισήμως από οποιαδήποτε σκηνική παρουσία το 1788. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών έγινε φίλη με τον Friedrich Schiller, στα ποιήματα του οποίου αργότερα συνέθεσε  μουσική. Αυτά τα τραγούδια  δυστυχώς έχουν χαθεί. Έχουν χαθεί επίσης δύο δράματα, εκατοντάδες άριες και ντουέτα, και μια αυτοβιογραφία η οποία είχε δοθεί στον Γκαίτε το 1778. Ωστόσο, δύο συλλογές τραγουδιών δημοσιεύτηκαν από αυτήν, η πρώτη το 1786 και η δεύτερη το 1794, συλλογές που έχουν περιέλθει σε μας. Η πρώτη συλλογή, η οποία περιέχει τη μουσική του Der Erlkönig για το έργο του Goethe, ήταν πιο δημοφιλής από την τελευταία, πιθανώς λόγω της απλής του φύσης. Το δεύτερο περιείχε πολλά τραγούδια στα γαλλικά και τα ιταλικά. Αυτές οι δύο συλλογές lieder είναι από τις πρώτες δημοσιεύσεις μιας γυναίκας. Όταν εμφανίστηκε η πρώτη συλλογή, η Schröter σχολίασε :

Έπρεπε να ξεπεράσω πολλούς δισταγμούς πριν αποφασίσω σοβαρά να δημοσιεύσω μια συλλογή μικρών ποιημάτων που συνοδεύτηκαν με μελωδίες. Μια αίσθηση της ευπρέπειας και της ηθικής συνδέεται με το φύλο μας, που δεν μας επιτρέπει να εμφανιζόμαστε μόνες μας στο κοινό, και χωρίς  υποστήριξη : ναι, πώς μπορώ να παρουσιάσω το μουσικό έργο μου στο κοινό, χωρίς να αισθάνομαι μεγάλη συστολή; Οι ευνοϊκές απόψεις και η ενθάρρυνση ορισμένων ανθρώπων … μπορούν εύκολα να εμπνέονται από οίκτο. Το έργο κάθε γυναίκας, μάλιστα, θα  μπορούσε να προκαλέσει οίκτο, σε κάποιο βαθμό, στα μάτια άλλων εμπειρογνωμόνων.

Πέρασε τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής της διδάσκοντας θέατρο και τραγούδι. Ωστόσο, τα  αναπνευστικά προβλήματα την ανάγκασαν να μετακομίσει από τη Λειψία στο Ilmenau στον μακροχρόνιο φίλο της Wilhemine Probst το 1801. Η κατάστασή της ήταν τόσο σοβαρή που ποτέ δεν συνήλθε και πέθανε ένα χρόνο αργότερα σε ηλικία 51 ετών.

 

Maria Anna Mozart – Nannerl (1751-1829) – Αυστριακή

Αδελφή του  Wolfganf Amadeus Mozart με το ψευδώνυμο Nannerl. Βιρτουόζος, δεξιοτέχνης, ταλέντο, διάνοια. Με αυτές τις λέξεις περιέγραφαν στη δεκαετία του 1760 ένα μέλος της οικογένειας των Μότσαρτ. Όχι τον Βόλφγκανγκ Αμαντέους, αλλά τη Νανέρλ Μότσαρτ! Η Μαρία Άννα Ιγνατία Μότσαρτ γεννιέται στις 30 Ιουλίου 1751 στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας ως παιδί-θαύμα της μουσικής. Ο δάσκαλος μουσικής και  παιδαγωγός πατέρας της ανακαλύπτει την έφεσή της στο πιάνο από μικρή, αρχίζει ωστόσο να τη διδάσκει τσέμπαλο και πιανοφόρτε στα εφτά της. Μέσα σε έναν χρόνο, η Νανέρλ είναι δεξιοτέχνης των δύο μουσικών οργάνων και ο τρίχρονος αδελφός της, Βόλφγκανγκ Αμαντέους, θαμπώνεται από τη μαεστρία της αλλά και τα τόσα μπράβο που παίρνει από τα μεγάλα σαλόνια της πόλης, όπου την πηγαίνει ο μπαμπάς κοστολογώντας ακριβά τη μουσική δωματίου της. Ο πατέρας της την παρουσιάζει  σε πολλές μεγάλες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Βιέννης και του Παρισιού, για να εκμεταλλευτεί το ταλέντο της. Ήταν πολύ νωρίς αναγνωρισμένη ως μία εξαιρετική πιανίστρια του κλαβεσέν και του πιάνου-forte (πρόγονος του τρέχοντος πιάνου). Ο τρίχρονος κάθεται δίπλα της στο πιάνο και γεννιέται έτσι ένα μουσικό δίδυμο παιδιών-θαυμάτων που θα έπιανε την Ευρώπη εξαπίνης (Νανέρλ και Αμαντέους).

Το 1762, η 11χρονη Μαρία και ο 6χρονος Βόλφγκανγκ ταξίδεψαν στο Μόναχο για να παίξουν για τον Μαξιμιλιανό Γ’, όπου και σχολίασε ο κόμης Karl von Zinzendorf στο ημερολόγιό του: «Ο μικρός από το Σάλτσμπουργκ και η αδερφή του έπαιξαν τσέμπαλο. Ο μικρούλης παίζει εξαίσια. Είναι ένα παιδί πνευματώδες, ζωντανό, γοητευτικό. Το παίξιμο της αδελφής του είναι όμως αριστοτεχνικό, κι αυτός τη χειροκροτούσε». Νανέρλ και Βόλφγκανγκ όργωσαν την Ευρώπη για τρία χρόνια, σταμάτησαν σε 88 πόλεις και θαυμάστηκαν από όλους. Η μεγάλη περιοδεία του 1763-1766, όταν εκείνη ήταν 12 ετών και ο Βόλφγκανγκ μόλις εφτά, τους καθιέρωσε μουσικά σε ολόκληρη την Ευρώπη και όλοι μιλούσαν πια για τα παιδιά-θαύματα της μουσικής από το Σάλτσμπουργκ.  Όντας σε περιοδεία στο Λονδίνο το 1764, ο Λεοπόλδος αρρώστησε βαριά. Η μητέρα τους, Άννα Μαρία, διέταξε τα παιδιά να παραμείνουν ήσυχα. Δεν μπορούσαν καν να παίξουν τα όργανά τους.   Εκείνη του έδειχνε, όπως εξομολογούνταν η ίδια η διάνοια, ότι η μουσική δεν ήταν απλώς διασκέδαση, αλλά ένας τρόπος για να επικοινωνείς χωρίς λέξεις. Η Μαρία Άννα μάζεψε κάτι κουρελόχαρτα, βρήκε και μια πένα και έγραψε την πρώτη συμφωνία του Αμαντέους!

Μόλις πρόσφατα, από μεγάλη μελέτη γραφολόγων, πιστοποιήθηκε το γεγονός που φωτίζει κάπως διαφορετικά τη ζωή της μεγαλοφυΐας. Είμαστε εξάλλου σε εποχές που δύσκολα μία παρτιτούρα  θα μπορούσε να φέρει την υπογραφή γυναίκας.

Δεκαετίες αργότερα, εκείνη θυμήθηκε το γεγονός και ανακάλεσε την αντίδραση του αδερφού της: «θύμισέ μου να δώσω κάτι καλό στα πνευστά!». Κανείς δεν μπορεί φυσικά να είναι σίγουρος αν η Νανέρλ καθαρόγραψε απλώς τη σύνθεση του αδελφού της, συνεργάστηκε στενά ή αν ήταν αντιθέτως ολόδική της. Η σύνθεση μιας συμφωνίας δεν είναι εξάλλου μικρό πράγμα, όπως πάντως κι αν έχει, ως μεγάλη αδελφή και σαφώς πιο μορφωμένη μουσικά σίγουρα βοήθησε τον Αμαντέους στο πέρασμα από τις σονάτες στις συμφωνίες. Ήταν στον έναν χρόνο που θα περνούσαν στο Λονδίνο που ο Βόλφγκανγκ θα έπιανε φιλίες με τους μεγαλύτερους μουσικούς της εποχής και θα έγραφε τις πρώτες του συνθέσεις, καθώς εκείνη μετά τις παραστάσεις επέστρεφε αναγκαστικά στο σπίτι. Πού θα έφτανε μουσικά αν ζούσε σήμερα δεν θα το μάθουμε ποτέ, καθώς το 1769 ήταν πια 18 χρονών και σε ηλικία γάμου. Και ένας καλός γάμος για μια κοπέλα ήταν σίγουρα πολύ πιο σημαντικός για την κοινωνία της εποχής παρά μια σπουδαία μουσική καριέρα. Η περιοδεία τους είχε εξάλλου διακοπεί αιφνίδια τον Νοέμβριο του 1766, όταν αμφότερα τα παιδιά αρρώστησαν και η φαμίλια αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Σάλτσμπουργκ.

Η ταλαντούχα Νανέρλ είχε βέβαια να τα βάλει με έναν μουσικό που θα επισκίαζε τους πάντες στην εποχή του και η σύγκριση δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή για κείνη. Δεν ήταν εξάλλου παρά μια νεαρή γυναίκα στο συντηρητικό Σάλτσμπουργκ του 18ου αιώνα και δεν θα μπορούσε να πάει μακριά, καθώς ο γάμος και η αποκατάστασή της ήταν σαφώς σημαντικότερα από τη μουσική της διάνοια. Ο μπαμπάς Λεοπόλδος το ήξερε αυτό καλύτερα από τον καθένα. Μεγάλος μουσικός παιδαγωγός ο ίδιος, αν και εντελώς μετριότητα στη σύνθεση, διαπίστωσε ότι η μικρή ξεχείλιζε από μουσικό ταλέντο και έπαιζε με την ίδια ευκολία τόσο το τσέμπαλο όσο και το πιανοφόρτε.

Ο Αμαντέους συνέχισε να συνθέτει σαν τρελός, κι εκείνη καθόταν πια στο σπίτι με τη μητέρα, μιας και ο Λεοπόλδος αποφάσισε πως οι μουσικές της μέρες είχαν πάρει τέλος. Κι εκείνη δεν εξεγέρθηκε ποτέ κατά του πατέρα της, ο οποίος συνέχισε τη μεγάλη του τουρνέ με τον γιο του στην Ευρώπη. Μέχρι και το 1783 παρέμενε μάλιστα ανύπαντρη Ξέρουμε πάντως ότι συνέθετε κι εκείνη μουσική. Το 1770, όταν ο Αμαντέους ήταν στη Ρώμη, της έγραψε: «Λατρεμένη μου αδελφή! Με δέος βλέπω ότι μπορείς να συνθέτεις τόσο καλά. Με μια λέξη, το τραγούδι που έγραψες είναι εξαίσιο!».

Δυστυχώς, δεν σώθηκε τίποτα δικό της, αν και σήμερα πολλοί ερευνητές αναγνωρίζουν ως δικές της αρκετές από τις πρώτες συνθέσεις της διάνοιας του αδελφού της. Σε μια πενταετή διεπιστημονική έρευνα με γραφολόγους, ειδικούς στη σήμανση, καλλιγράφους και μουσικούς ερευνητές, οι μελετητές εντόπισαν το μουσικό της αποτύπωμα και τον γραφικό της χαρακτήρα σε αρκετές παρτιτούρες του Αμαντέους, αν και πάλι κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν είναι δικές της ή αν αντιθέτως είναι μόνο τα δικά της γράμματα, με τον Μότσαρτ να της υπαγορεύει τις νότες. Ως γυναίκα εξάλλου του 18ου αιώνα, είναι μάλλον απίθανο να έβαζε κάπου την υπογραφή της και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα την άφηνε ο πατέρας της, ο οποίος σταμάτησε καν να μιλά δημοσίως (και σε επιστολές) για την άλλη μουσική διάνοια της οικογένειας. Ήθελε να την παντρέψει και τώρα έπρεπε να εξάρει τη νοικοκυροσύνη της.

Στη μεγάλη περιοδεία του Αμαντέους μεταξύ 1777-1779, εκείνη συνέχισε να μένει κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους. Η Νανέρλ δεν πήγε ποτέ κόντρα στον αυταρχικό μπαμπά της. Του έμεινε για πάντα αφοσιωμένη. Δεν παντρεύτηκε καν τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, αλλά τον κατάλληλο που βρήκε για κείνη ο Λεοπόλδος. Ερωτεύτηκε έναν λοχαγό και ο Αμαντέους προσπάθησε μάταια να την πείσει να πατήσει πόδι στον Λεοπόλδο.

Παντρεύτηκε τελικά έναν δικαστή και δύο φορές χήρο τον Αύγουστο του 1783 και μετακόμισε σε ένα χωριουδάκι 24 χιλιόμετρα έξω από το Σάλτσμπουργκ. Μεγάλωνε πλέον τα πέντε δικά του παιδιά και τα τρία που απέκτησαν μαζί. Ένα περίεργο γεγονός συνέβη μάλιστα όταν γέννησε τον πρώτο της γιο, που ονόμασε Λεοπόλδο. Ο μπαμπάς Λεοπόλδος πήρε το μωρό στο σπιτικό του στο Σάλτσμπουργκ και της είπε ότι θα προτιμούσε για λίγους μήνες το παιδί να μεγαλώσει με τις υπηρέτριές του. Το 1786, της είπε ότι θα επέκτεινε την ανατροφή του εγγονού του επ’ αόριστον! Έβαλε μάλιστα πεισματικά να του μάθει μουσική από μωρό ακόμα, προσπαθώντας πιθανότατα να βγάλει άλλη μια μουσική διάνοια από την οικογένεια. Η Νανέρλ έβλεπε το παιδί της μόνο στις γιορτές και θα έπρεπε να πεθάνει ο Λεοπόλδος τον Μάιο του 1787 για να το πάρει ξανά στο σπίτι της.

Αναφορικά με τη σχέση της με τον Βόλφγκανγκ, οι πηγές δεν συμφωνούν καθόλου. Μία γραμμή σκέψης θέλει τα δυο αδέλφια να παραμένουν για πάντα δεμένα και η Νανέρλ να διορθώνει τις παρτιτούρες του και να τον ενθαρρύνει για ακόμα μεγαλύτερα πράγματα. Κατά άλλους βιογράφους, τα δυο αδέλφια αποξενώθηκαν εντελώς και δεν αντάμωσαν ποτέ ξανά. Ούτε τα παιδιά τους δεν γνωρίζονταν. Η επιστολογραφία τους ελαττώθηκε πάντως πολύ στα επόμενα χρόνια και δεν ξαναντάλλαξαν γράμμα μετά το 1788. Ο Μότσαρτ πέθανε τον Δεκέμβριο του 1791.

Ο σύζυγος της Νανέρλ πέθανε το 1801 κι εκείνη επέστρεψε στο Σάλτσμπουργκ με τα δύο δικά της παιδιά που της είχαν απομείνει στη ζωή και τα τέσσερα θετά της τέκνα. Τώρα δούλευε ως δασκάλα μουσικής. Έτσι πέρασε τα τελευταία της χρόνια, με τις θύμισες των αλλοτινών μεγαλείων και τον αδελφό της πάντα στην καρδιά. Η ίδια εξομολογούνταν στο ημερολόγιό της πόσο την είχε πειράξει που σε επίσκεψη του Μότσαρτ με τη σύζυγό του Κονστάνς στη Βιέννη το 1783 δεν είχαν καν συναντηθεί. Μόνο σε προχωρημένη ηλικία συναντήθηκε με τη χήρα Κονστάνς (1820), η οποία ξαναπαντρεύτηκε και μετακόμισε στο Σάλτσμπουργκ. Βοήθησε μάλιστα από καρδιάς εκείνη και τον σύζυγό της να συντάξουν μια βιογραφία του Μότσαρτ, δανείζοντάς τους την επιστολογραφία τους και το προσωπικό της αρχείο. Το 1821 την επισκέφτηκε ο γιος του Αμαντέους, επίσης μουσικός, τον οποίο δεν είχε γνωρίσει ποτέ.

Η υγεία της δεν ήταν πια σε καλή κατάσταση και το 1825 τυφλώθηκε. Μια φίλη που την επισκέφτηκε το 1829 έγραψε πως ήταν «τυφλή, άτονη, εξαντλημένη και σχεδόν άφωνη». Και βέβαια εξαιρετικά μόνη. Έμοιαζε με ζητιάνα, παρατήρησε πικρόχολα η φίλη, αν και είχε από τον άντρα της μεγάλη περιουσία. Έτσι πέθανε στις 29 Οκτωβρίου 1829, στα 78 της χρόνια, και η Ιστορία την ξέχασε ολότελα. Δεν θα περίμενε βέβαια καθόλου πως  κάπου 2 αιώνες μετά τον θάνατό της, θα ξεσπούσε μια μεγάλη διαμάχη για την υπογραφή της στις παρτιτούρες του Μότσαρτ!!!

 

συνεχίζεται…

Σχετικά άρθρα

WOODSTOCK: Τότε που το ροκ εντ ρολ ήταν επικίνδυνο | Του Κώστα Μπλιάτκα

Κωνσταντίνος Μπλιάτκας

Θάνος Μικρούτσικος | Ένα τραγούδι για αντίο

Βασίλειος Μακέδος

Δωρεάν παραστάσεις από την Όπερα του Παρισιού

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X