Sparmatseto
Αφιερώματα

Η απλή απόφαση του σήκω | Της Ειρήνης Τσέλλου

Ξύπνησα νωρίς, πριν καν ανάψει ο Θεός τα φώτα. Όλη τη νύχτα έψαχνα στον ύπνο μου, τον τρόπο να σωθώ από τη λούπα που έχω πέσει εδώ και μήνες. Τίποτα δεν κατάφερα. Ξυπνούσα κάθε λίγο ιδρωμένη κι όταν έστυβα τα ρούχα μου ακόμα στάζαν ραθυμία.

Κάποτε άνοιξα τα μάτια μου γιατί κουράστηκα να ψάχνω στην αδράνεια τη δράση, κι ήταν άσκοπο. Τεντώθηκα να διώξω τη νωθρότητα από πάνω μου κι έσπρωξα απ’ το σώμα μου έξω κάθε τι ληθαργικό, που με κρατούσε γαντζωμένη στα σεντόνια.

Άνοιξα το στόμα μου διάπλατα, για να ρουφήξει το παρόν και να φουσκώσει τα πνευμόνια και το στήθος μου με την απλή απόφαση του σήκω.

Και σηκώθηκα.

Σηκώθηκα σα να ‘τανε Δευτέρα, για να φυτέψω στο κεφάλι μου ένα λόγο να αρχίσω. Αλλά φερόμουν σα να είναι Κυριακή, ώστε με θέρμη να μπορώ να συνεχίσω. Κυβέρνησα όπως-όπως το κορμί μου και απ’ το κρεβάτι το ‘συρα στον δρόμο.

Τού ‘δωσα μια να πάρει μπρος και κίνησε δειλά-δειλά να φτάσει από το τίποτα στο κάτι. Σφήνωσα στ’ αφτιά μου ακουστικά για να γεμίσω το κεφάλι μου με ήχους που θα εμπόδιζαν το πισωδρόμισμά μου και περπάτησα μέχρι τα πόδια μου να πάψουν να χρειάζονται εντολή για να πηγαίνουν.

Το βάδισμά μου έτρεμε. Το βλέμμα μου ήταν νευρικό και γύριζε σε μένα, ψάχνοντας αυτό που ακόμα ψάχνω και δε βρίσκω, ή που κάποτε το βρίσκω, αλλά δε μπορώ να το κρατήσω: το πού πηγαίνω και γιατί.

Το σώμα πήγαινε – δεν πήγαινε και το ‘σπρωχνα να φεύγει. Κι όσο ο φόβος έσφιγγε σαν κόμπος γύρω απ’ τον λαιμό μου, τόσο εγώ τον άφηνα να πνίγει και να πνίγεται, μέχρι να βήξω, να τον φτύσω και εν τέλει να λευτερωθώ. Από εκείνον, από εμένα κι από όσα νόμιζα ότι είμαι εγώ.

Η μέρα χάραξε. Ο ήλιος έκαιγε το δέρμα μου και στέγνωνε απ’ τη σκέψη μου το ό,τι περιττό και θορυβώδες. Στο δρόμο μου πετούσα ό,τι περίσσευε και βάραινε: φόβο, ατολμία, την κουβέρτα μου, τα μακριά μαλλιά μου και τα χέρια που αρνιόμουν χρόνια να αφήσω.

Ησύχαζα όταν άκουγα το βήμα να πηγαίνει κι όταν έβλεπα να λιώνουν τα παπούτσια μου απ’ τη χρήση. Η ακατάπαυστη κίνηση μετουσίωνε σε λαχτάρα τη νωχέλεια. Κι έτσι πορεύτηκα. Με τη λαχτάρα να γκρεμίσω όση γύρω μου είχε μείνει φυλακή.

Είχα τόσο πια παραδοθεί σ’ αυτό το ρεύμα, που απ’ την Κυψέλη είχα βρεθεί στο Διάστημα και γύρω όλα φως συνάμα και σκοτάδι. Και είχα επιτέλους να διαλέξω ανάμεσα στα πάντα και στα πάντα. Ήμουν εγώ, με μένα και τον κόσμο όλο στα πόδια μου κι εγώ στα πόδια τα δικά του.

Είχα στις χούφτες μου να ξεχειλίζουν όλα όσα μπορούσα να συλλάβω με τις πέντε μου αισθήσεις και άνοιγα μαζί τον δρόμο για την έκτη.

Νύχτωσε κι έλειπα ώρες, αλλά είχα από τον πόνο λυτρωθεί και είχε στεγνώσει μέσα μου κι η τελευταία ρανίδα οκνηρίας. Πήρα τον δρόμο για το σπίτι.

Γλίστρησα πίσω στο ίδιο κρεβάτι που μού ‘χε ρουφήξει τη μισή ζωή. Όμως μου το ‘χα και του το ‘χα συγχωρέσει. Και τώρα που ήμουν άλλη εγώ, κι άλλο αυτό, σφάλισα τα μάτια μου να κοιμηθώ, μα πάλι δεν μπορούσα.

Όλη τη νύχτα ζήταγα από το Θεό να μην αργεί να ξημερώνει, για να φεύγω. Να φεύγω για να εξερευνώ όλα τα σύμπαντα που είχα τόσο, μέσα μου από καιρό, σχεδιασμένα, αλλά που τώρα επιτέλους ξέθαψα απ’ την αβυσσαλέα ψυχή μου.

Είχα την αγωνία και τα ρούχα πλάι στο κρεβάτι διπλωμένα και τα παπούτσια έτοιμα να φορεθούν δίπλα στην πόρτα. Ήμουν ξανά παιδί κι η επόμενή μου μέρα ήταν εκδρομή.

Σχετικά άρθρα

Η αληθινή ιστορία πίσω από τα παραμύθια | Η Ραπουνζέλ από την Μικρά Ασία

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ορφανός αλλά όχι στερημένος…” Τιμής ένεκεν στην σεβαστή και αγαπητή Σοφία Γαβριηλίδου

Θανάσης Μουσόπουλος

Κική Δημουλά, η επιστολή της στον Θανάση Μουσόπουλο

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X