Sparmatseto
Μουσική

Γυναίκες Συνθέτριες: Μπαρόκ | Οι συνθέτριες (μέρος VI)

 

Γυναίκες Συνθέτριες: Μπαρόκ | Οι συνθέτριες (μέρος VI)

 

 Οι συνθέτριες

 

 

Πριγκίπισσα Άννα Αμαλία της Πρωσίας (9 Νοεμβρίου 1723 – 30 Μαρτίου 1787)

Η Πριγκίπισσα Άννα Αμαλία της Πρωσίας ήταν πριγκίπισσα-Ηγουμένη της Quedlinburg. Ήταν ένα από τα δέκα παιδιά που επιβίωσαν  του βασιλιά Φρειδερίκου Γουλιέλμου Α ‘της Πρωσίας και της Σοφίας Δωροθέας του Ανόβερου.

Γεννήθηκε στο Βερολίνο και ήταν έντεκα χρόνια νεότερη από τον αδελφό της, το μέλλοντα Frederick ΙΙ. Και τα δύο παιδιά είχαν  κλίση στην μουσική, αλλά για την Άννα Αμαλία η επίσημη μουσική διδασκαλία ήταν αδύνατη καθότι ο πατέρας της  μισεί την μουσική και φέρεται στην κόρη του με απίστευτη σκληρότητα. Η μουσική ήταν η μυστική παρηγοριά της ενάντια  στη σκληρότητα του πάτερα της  σε αυτήν. Πολλή συχνά ο πατέρας της την έσερνε σε ένα δωμάτιο από τα μαλλιά κατά τη διάρκεια της μανίας του και την έδερνε ασταμάτητα.

Η Άννα Αμαλία έμαθε να παίζει το τσέμπαλο, το φλάουτο και βιολί, από τον αδελφό της, που την συμπαραστέκεται  και από την πιο «πολιτισμένη» μητέρα της η οποία την ενθαρρύνει.

Ήταν γνωστή  για την ομορφιά της, την γλυκύτητά της, την ευσέβειά της και τα ταλέντα της στην μουσική σύνθεση. Για  όλα αυτά τα προσόντα της επιδιώχθηκε από τον πρέσβη της Σουηδίας να γίνει  η σύζυγος για το βασιλιά  Αδόλφο-Φρεδερίκο της Σουηδίας. Ο αδελφός της, δε  ο βασιλιάς Frederick ΙΙ, επιθυμούσε αυτό τον γάμο γιατί  γνώριζε ότι η μεγαλύτερη αδελφή η Louisa Ulrika ήταν «αλαζονική, ευέξαπτη και ραδιούργα», ενώ η Άννα Αμαλία ήταν ήπια και «πιο κατάλληλη» ως σύζυγος ενός βασιλιά  και θα ήταν ευκολότερο να ελεγχθεί ως ένας “πρωσικός παράγοντας”  στην Σουηδία από την πιο κυρίαρχη Louisa Ulrika. Όμως η Ζηλότυπη μεγαλύτερη αδελφή της η Louise  Ulrique  της Πρωσίας της έβαλε την υποψία ότι δεχόμενη αυτόν τον γάμο θα έπρεπε να αλλάξει την θρησκεία της. Δυστυχώς   η Amélie υιοθέτησε αυτήν την υποψία και  δυσαρέστησε τον Σκανδιναβό διπλωμάτη  αρνούμενη την πρόταση γάμου. Αφετέρου, η κακόβουλη Ulrique φάνηκε εξαιρετικά προσηνής προς τον απεσταλμένο του βασιλιά της Σουηδίας και  αντικατέστησε την μεγαλύτερη αδελφή της και τον παντρεύτηκε  το έτος 1744.

Ταπεινωμένη, η Amélie συνάντησε κατά τη διάρκεια των εορτασμών του γάμου, ένα νέο αξιωματικό τον βαρόνο  Frédéric Trenck ο οποίος την ενέπνευσε και τον ερωτεύεται.  Αυτή η σύνδεση ανακαλύπτεται από τον αδελφός της βασιλιά Φρειδερίκο και έξαλλος  φυλακίζει τον νέο ερωτευμένο άντρα. Ευτυχώς  δραπέτευσε και βρίσκει  καταφύγιο στην Αυστρία και Ρωσσία, όπου ερωτεύεται μια Ρωσίδα πριγκίπισσα.  Επιστρέφοντας στην Πρωσία  για οικογενειακούς λόγους και δη για την κηδεία της μητέρας του  συλλήφθηκε και φυλακίστηκε. Απελευθερώθηκε μετά από  δέκα έτη  αιχμαλωσίας μετά την μεσολάβηση  της αυτοκράτειρας Θηρεσίας και  παντρεύεται την ρωσίδα πριγκίπισσα.  Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών  η πριγκίπισσα Άννα Αμαλία  παρέμεινε ανύπανδρη, αναμένοντας μάταια αλλά ακατάπαυστα  την απελευθέρωσή του. Η πριγκίπισσα δεν μπόρεσε να βρει τον εραστή του παρά μετέπειτα από τον θάνατο του βασιλιά αδελφού της το  έτος 1786. Πέθανε δε μερικές εβδομάδες μετά από αυτό το ερωτικό ξανασμίξιμο

Ο αδελφός της  με σκοπό να της δώσει μία εξουσία όλα αυτά τα χρόνια του μαρασμού της και της ερωτικής της αναμονής  την έκανε  κοσμική ηγουμένη του αβαείου Quedlinburg.

Αφοσιώθηκε στη μουσική, και έγινε γνωστή ως μία  προστάτης της μουσικής  και συνθέτης. Ως συνθέτης  πέτυχε ένα μικρό ποσοστό της φήμης της  για τα μικρότερα έργα  της, τα οποία περιελάμβαναν τρίο, καντάτες, τραγούδια και φούγκες. Το 1758, η Άννα Αμαλία ξεκίνησε μια σοβαρή μελέτη της μουσικής θεωρίας και σύνθεσης, έχοντας ως δάσκαλο της  τον Johann Philipp Kirnberger, μαθητή του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ  Έχει γράψει μουσική δωματίου, όπως σονάτες για φλάουτο. Πιο ευνοϊκά διακείμενη προς την θρησκευτική μουσική από τον αδελφό της, συνέθεσε μουσικά το κείμενο του Ramler η καντάτα των Παθων Der Tod Jesu ( «Ο θάνατος του Ιησού»)  Αυτό το έργο ήταν το αγαπημένο της μεταξύ των συνθέσεων της. Μόνο μερικά από τα έργα της έχουν διασωθεί. Ενδέχεται η ίδια  να έχει καταστρέψει πολλές από τις συνθέσεις της, καθώς  η ίδια περιγράφεται ως πολύ «δειλή και αυτοκριτική».

Η Anna Amalia ήταν επίσης  συλλέκτης  μουσικών έργων, διατηρώντας πάνω από 600 τόμους από τα  έργα συνθετών, όπως των: Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ , Georg Philipp Telemann , Karl Heinrich Graun και ο Carl Philipp Emanuel Bach , μεταξύ άλλων. Τα έργα αυτής της επιμελέστατης συλλογής και προσπάθειας αντιπροσωπεύουν μια σημαντική συμβολή στην δυτική κουλτούρα.

ΟΙ περισσότερες συνθέσεις από το έργο της μπορεί σύντομα να έλθουν στην επιφάνεια ως αποτέλεσμα της ανακάλυψης το 2000  των αρχείων της Ακαδημίας‘ Sing-Akademie zu Berlin’ που λεηλατήθηκε το 1945 και ένα μέρος των μουσικών αρχείων κρύφθηκε στο Κίεβο. Η συλλογή στεγάζεται σήμερα στο Βερολίνο στο Staatsbibliothek zu Berlin (δεν πρέπει να συγχέεται με την Herzogin Anna Amalia Bibliothek, πρώην βιβλιοθήκη Anna Amalia του Brunswick-Wolfenbüttel ).

 

 

Δούκισσα Μαρία Αντωνία της Βαυαρίας( 18 Ιουλίου 1724-23 Απριλίου 1780)-Βαυαρή

 Η Μαρία Αντωνία γεννήθηκε στο Μόναχο  και ήταν πριγκίπισσα της Βαυαρίας κόρη του Κάρολου VII Saint-Empire και της Amélie της Αυστρίας, Κατά τη διάρκεια της νεότητας της, έλαβε μια άρτια εκπαίδευση, ιδιαίτερα  στις τέχνες, ζωγραφική, ποίηση και  μουσική.

Η Antoinette παντρεύτηκε  στις 20 Ιουνίου 1747 με τον  Frédéric IV Saxe  του οποίου αδελφές ήταν η Amélie και η Josèphe και είχαν παντρευτεί αντίστοιχα τον βασιλιά Κάρολος ΙΙΙ της Ισπανίας και τον Louis-Ferdinand της Γαλλίας. Αυτή η ένωση την ανέδειξε ως  “μητρική θεία” των βασιλιάδων  της Γαλλίας, και της Ισπανίας.    Μετά από το γάμο της εγκαταστάθηκε στη Δρέσδη. Εννέα παιδιά έχουν γεννηθεί  από αυτή την  ένωση, εκ των οποίων επτά έχουν επιζήσει πέρα από τη μικρή παιδική ηλικία. Κατά τη διάρκεια του πολέμου των επτά ετών η Μαρία Αντωνία εγκατέλειψε την Δρέσδη και εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Όταν ζούσε στο Μόναχο  η Antoinette μελέτησε τη μουσική με τους συνθέτες Giovanni Battista Ferrandini και Giovanni Porta. Οταν επανήλθε στη Δρέσδη συνέχισε τις μελέτες της μουσικής της με το Nicola Porpora και τον Johan Adolph Hasse.

Είχε πάθος για τις τέχνες και   έγινε μέλος της Accademia dellArcadia της  Ρώμης, ένα ίδρυμα που έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο  στη μεταρρύθμιση της όπερας. Όλα τα μέλη της ακαδημίας της Αρκαδίας, γονιμοποιούσαν την σκέψη τους  από  της μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας και καθένας των μελών του (άνδρες ή  γυναίκες),  καταχωρούνται κάτω από ένα «pastoral» ψευδώνυμο που ανασύρεται από την ελληνική παράδοση, μιμούμενο την απλότητα των παλαιών κατοίκων της Αρκαδίας.   Μέσα σε αυτό το πνεύμα  η Antoinette    έγραψε τα λιμπρέτα “libretti” για δύο όπερες και συνέθεσε αυτές τις όπερες. Οι πιό γνωστές συνθέσεις της όπερας παραμένουν: α)  IL Trionfo Della Fedeltà (1754) και β)  η Θάλληστρις, βασίλισσα των Αμαζόνων “Talestri, Regina Delle Amazoni (1760), δημοσιευμένες κάτω από το ψευδώνυμο Ermelinda Talea Pastorella Arcadia (ETPA).  Η αμαζόνα Θάληστρις εμφανίζεται μέσα σε αρκετές ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας, και  έγινε συχνό θέμα διάφορων έργων του  Μεσαίωνα. Ο γάλλος ποιητής  Gautier Coste LaCalprenède παρερμήνευση την ιστορία της Thalestris μέσα στο μυθιστόρημά του Cassandre (1644-1650), και έδωσε ως σύντροφο της τον  Σκύθη βασιλιά  Orontès, αντί του Μεγαλέξανδρου. Επίσης η Αντιόπη, σύμβουλος  της Thalestris, ερωτεύεται ένα άλλο Σκύθη. Η ιστορία τελειώνει καλά, ο έρωτας συνδέει τους Σκύθες και τις Αμαζόνες και ο πόλεμος αποφεύγεται. Έτσι  οι Σκύθες και οι αμαζόνες  συνυπάρχουν στην ειρήνη. Η περιγραφή της Thalestris ανάγει σε μία γενναιόδωρη και λογική βασίλισσα και κάτω από αυτή την οπτική  θα μπορούσε να είναι εν μέρει μια αυτοβιογραφία της Antoinette.

Κάτω από το ψευδώνυμο ETPA   Ermelinda Talea Pastorella Arcadia, οι όπερες της Antoinette  εκδόθηκαν με  επιτυχία υπό την αιγίδα του εκδοτικού οίκου Breitkopf & Härtel, και έλαβαν καλές κριτικές.  Παρουσιαστήκαν μέσα σε  μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και η Antoinette τραγούδησε ως σοπράνο. Ο μουσικοκριτικός Κάρολος Burney θαύμασε τις όπερες και το τραγούδι της. Ο φιλόσοφος και  μουσικολόγος  Antonio Eximeno y Pujades περιλαμβάνει την aria της όπερας Talestri μέσα στα συγγράμματα του και τοποθετεί  την Antoinette ανάμεσα σε πέντε  επιλεγμένους συνθέτες: α)Giovanni Pierluigi da Palestrina, β)Giovanni  Maria Nanino, γ)Giovanni  Carlo  Maria Clari, δ)Giovanni  Battista Pergolesi και ε) Arcangelo Corelli,  δείχνοντας ότι είχε μια μεγάλη εκτίμηση για τα  έργα της Antoinette.

 

Diamante Medaglia Faini (1724–1770) Ιταλίδα

 Η  Διαμάντε Μενταλια Φαίνι ήταν μία συνθέτρια και ποιήτρια Ιταλίδα, η οποία πέθανε σε ηλικία 46 ετών.

Ήταν μέλος στην Ακαδημία Accademia degli Agiati (1751) η οποία γεννήθηκε το 1750 με πρωτοβουλία κάποιων νέων διανοούμενων, οι οποίοι εκπαιδεύονταν από τον συγγραφέα Girolamo Tartarotti, υπό την καθοδήγηση του ιδρυτή και εμψυχωτή Giuseppe Βαλεριάνο Vannetti, και συγκέντρωσε γύρω της τον πνευματικό ιστό του τοπικού πολιτισμού, μαζί με πολλά μέλη της ιταλικής και ευρωπαϊκής σκέψης. Επίσης ήταν μέλος της Accademia dellArcadia της  Ρώμης(1757),  Η Διαμάντε καταγράφεται  με το ψευδώνυμο  Nisea Corcirense.

Είναι γνωστή για τα ερωτικά ποιήματα της, τα σονέτα της και τα μαδριγάλια.

Ήταν η κόρη του γιατρού ο Antonio Medaglia. Παντρεύτηκε τον γιατρό  Piétro  Antonio Faini το 1748. Ο πατέρας της τακτοποίησε και φρόντισε αυτό τον γάμο  επειδή δεν συμπαθούσε  τη φήμη της κόρης του ως “ερωτικής ποιήτριας” και πίστευε ότι ο γάμος θα την ακινητοποιούσε στην γραφή και χρήση  των ερωτικών θεμάτων στα ποιήματα της.

Ήταν ποιήτρια αμφιλεγόμενη και σταμάτησε τη δραστηριότητά της μέσα στις ακαδημίες όταν αναγκάστηκε να προσαρμόσει τη γραφή της στις απαγορευτικές  συμβάσεις. Η μετατροπή της «προσωπικής έκφρασης» της σε δημόσια εικόνα έφερε σε αντίθεση το καλλιτεχνικό προϊόν της με τους υπάρχοντες κοινωνικούς κανόνες. Η υποκειμενικότητα της γραφής της ήλθε  να αμφισβητήσει προκλητικά τις κοινωνικές συμβάσεις και τους παραδοσιακούς τρόπους έκφρασης με αισθητικά εγχειρήματα που αντιπαρατίθεντο στην ιδεολογία της κυρίαρχης νοοτροπίας. Αύτη η σύγκρουση και η άσκηση πιέσεων στον εκφραστικό πεδίο των πνευματικών της αναζητήσεων, τόσο απο τον οικογενειακό της περιβάλλον, όσο και από το ευρύτερο πνευματικό περιβάλλον των Ακαδημιών, την οδήγησε στην παραίτηση.

Θα πεθάνει κατά τη διάρκεια των μελετών της σχετικά με την φιλοσοφία, την ιστορία, τα γαλλικά και τις επιστήμες.

 

 Miss Davis (1726– 1755) Ιρλανδή

 Η Δεσποινίς Davis  ήταν  Ιρλανδή τραγουδίστρια και συνθέτρια, γεννημένη στο Δουβλίνο.

Ο πατέρας της ήταν μουσικός  αρπίχορδων και η μητέρα της ήταν τραγουδίστρια που προήγαγε την κόρη της ως “παιδί θαύμα’.

Η Δεσποινίς Davis είχε το ντεμπούτο της στο Λονδίνο στις 10 Μαΐου 1745 σε ηλικία 16 ετών. Έγραφε  και εκτελούσε τα τραγούδια της, όμως  κανένα από αυτά δεν επιζεί.

Το 1755 το περιοδικό του Δουβλίνου “Doublin journal” δημοσίευσε μια ανακοίνωση ότι η Δεσποινίς Davis είχε αποσυρθεί από τις δημόσιες εμφανίσεις στο κοινό, αλλά είχε συνεχίσει να διδάσκει τις κυρίες. Θεωρείται ότι έχει πεθάνει στο Δουβλίνο σε ηλικία 29 ετών.

 

Elisabetta de Gambarini (1731–1765) Αγγλίδα

 Η Ελιζαμπέτα Gambarini  ήταν μία Αγγλίδα μουσικός που γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 7 Σεπτεμβρίου 1731 από ένα πατέρα ιταλό μουσικό τον Κάρολο Gambarini.

Ήταν τραγουδίστρια, οργανίστρια, κλαβεσινίστρια, συνθέτρια και  διευθύντρια της ορχήστρας. Ήταν η πρώτη γυναίκα συνθέτης στη Βρετανία η οποία δημοσίευσε  μια συλλογή μουσικής πληκτρολογίου.

 Η Ελιζαμπέτα  πέθανε στις  9 Φεβρουαρίου 1765, σε ηλικία  33 χρονών, μάλλον κατά την διάρκεια τοκετού.

Η Ελιζαμπέτα Gambarini συμμετείχε ως soprano στο ορατόριο  “Judas Maccabaeusde” του  Haendel  στίς 1 Απριλίου 1747. Το όνομά της εμφανίζεται επίσης σε δεκάδες συμμετοχές στα ορατορια του Χαίντελ όπως στον “Σαμψών” και στο “Μεσσίας”.

Από το 1748 η φήμη της Elisabetta  της επέτρεψε να προωθήσει και να εκτελέσει τα δικά της έργα σε φιλανθρωπικές συναυλίες. Άλλωστε καθ όλη την διάρκεια της καριέρας της η Elisabetta πραγματοποιούσε συναυλίες  στο Βασιλικό θέατρο στο Ουεστμίνστερ “Haymarket Theatre”. Τραγουδούσε και έπαιζε δικές της συνθέσεις με το όργανο.  Εξέδωσε τα έξι Σετ Μαθημάτων για το Τσέμπαλο, με δύο-φωνές (εκτός από τη Sonata IV, η οποία είναι για τρεις φωνές). που δημοσιεύθηκαν  στην εφηβεία της και  ήταν αφιερωμένα στην κόμησα Viscountess  Howe του Βασιλείου της Ιρλανδίας.  Το ίδιο έτος δημοσίευσε τα Διδάγματα για το Τσέμπαλο με ιταλικά και αγγλικά τραγούδια, αφιερωμένα στον πρίγκιπα της Ουαλίας.  Αργότερα δημοσίευσε επίσης XII αγγλικά και ιταλικά τραγούδια, για  φλάουτο και μπάσο. Tο έτος 1750  δημοσίευσε την  Opera III που αποτελείται κατά κύριο λόγο για  πνευστά και την αφιέρωσε  στο Δούκα του Μάλμπορο. Δεν είναι σαφές αν η Elisabetta de Gambarini συνέθεσε ληντ(lieder) δημοφιλή γερμανικά εκκλησιαστικά τραγούδια Ωστόσο, ξέρουμε ότι άλλες γυναίκες συνθέτες όπως η Corona Schröter και η Maria Theresia Paradis συνέθεσαν λήντ.

Η Ελιζαμπέτα Gambarini  συνέθεσε μικρά κομμάτια, εκ των οποίων τα μεγαλύτερα είναι 53 μέτρα, χωρίς να υπολογίζουμε τις επαναλήψεις. Οι στίχοι αυτών των μελοποιημένων κομματιών βασίστηκαν σε κανόνες ηθικής ή κλασικούς υπαινιγμούς. Το  Στυλ της μουσικής γραφής της ήταν απλό με απλή γραφή του πληκτρολογίου, όμως εξαιρετικά εμπνευσμένο και ελκυστικό.

Η μουσική της είχε πολλούς θαυμαστές και οπαδούς, μεταξύ των οποίων ήταν διάσημοι μουσικοί, όπως ο συνθέτης George Fridriech Handel, ο ιταλός βιολονίστας και συνθέτης Francesco Geminiani καθώς και δούκες,  δικηγόροι, βαρόνοι, άρχοντες και καπετάνιοι.

 

Josina Anna Petronella van Boetzelaer (1733–1787) Ολλανδή

H Josina Anna Petronella ήταν μία “δεσποινίς της τιμής” πρώτα στην πριγκήπισσα  Anne Hanovre, και μετα της πριγκήπισσας  Caroline.

Πιο γνωστή ως Josina de  Boetzelaer μέσα στην ολλανδική μουσική του xviiie αιώνα, καταλαμβάνει από πολλές απόψεις μία ξεχωριστή θέση ως συνθέτρια.

Η Josina παντρεύτηκε  35 ετών(αρκετά μεγάλη σε ηλικία)  με τον βαρόνο Boetzelaer, ο οποίος θα  γίνει στρατηγός προς το τέλος της ζωής του. Το ζευγάρι  εγκαταστάθηκε στη Χάγη. Το πρώτο παιδί τους, ένα αγόρι που γεννιέται τέσσερα έτη μετά το γάμο τους, πέθανε πρόωρα.  Στη συνέχεια γεννήθηκαν τα δύο κορίτσια: η Wilhelmina (1773-1822) και η Louise Αλμπερτίν (1775-1845).

Το έτος 1780 σε ηλικία 47 ετών εξέδωσε τέσσερις συλλογές των μουσικών συνθέσεων της: Έξι αριέττες (Sei ariette opus 1 και opus 2 και 4), έργα φωνητικά με ορχήστρα και  Καντσονέτες για πολλές φωνές  (Canzonette a piu voce opus 3,6),γεγονός που αναφέρει ο μουσικολόγος Gerber. Δυστυχώς κανένα αντίτυπο δεν είναι γνωστό μέχρι σήμερα. Το πρώτο έργο της ήταν δημοσιευμένο με το όνομα «Βαρόνη N.N.nomen nescio»,  δηλαδή η ανώνυμη βαρόνη και στη συνέχεια το έργο της opus 2 και 4 εκδόθηκε κάτω από το πραγματικό της όνομά.

Η Boetzelaer άντλησε την έμπνευσή της μέσα από   ιταλικές  πηγές. Τα λόγια από τις έξι αριέττες είναι ποιητικά κείμενα της μαρκησίας Visconti. Μέσα στα έργα opus 2 και 4, τα λόγια από τις άριες είναι  έργα του  Piétro Trapassi ή Piétro Metastasio, γνωστού  με το όνομα Μεταστάζιο, γεννημένου στη Ρώμη στις 3 Ιανουαρίου 1698, του πιό διάσημου λιμπρετίστα του 18ου αιώνα. Το έτος 1779, ο Μεταστάζιο της έγραψε ένα μικρό ευχαριστήριο γράμμα για τις άριες που του έστειλε. Η Boetzelaer άντλησε έμπνευση  μέσα από το βιβλίο του Μετασταζιο “Le  Cinesi”. Το βιβλίο αυτό “Le cinesi” (οι κινέζες γυναίκες) επηρέασε παρά πολύ την ψυχή και την καλλιτεχνική οπτική της Boetzelaer καθως και σύγχρονους συνθέτες καθότι έγινε  όπερα σε μια πράξη, αρχικά από τον συνθέτη   Antonio Caldara το έτος 1735, στη συνέχεια από τον συνθέτη Nicola Conforto το έτος 1750 και   τέλος από τον συνθέτη  Christoph Willibald Gluck το έτος 1754.  Ότι συνέθεσε αυτα τα κείμενά με την μουσική της  ήταν αρκετά παράξενο μέσα στη δημοκρατία των Κάτω Χωρών, σε αντίθεση με το πνεύμα που κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Μέσα στις δύο συλλογές της , τα κείμενα από τις άριες αναφέρονται  αποκλειστικά στην αγάπη. Σχεδόν όλα τα έργα γράφονται για soprano, ακόμα και αν ο λίμπρετίστας Μετασταζιο επιβάλλει έναν ανδρικό ρόλο.

Το όνομα της αναφέρει τόσο ο πατέρας του Μότσαρτ όσο και ο πασίγνωστος μουσικολόγος Ludwig   Gerber:  Ο πατέρας του Μότσαρτ “Léopold Mozart”, εξαιτίας της περιοδείας των συναυλιών με τα  δύο του παιδιά θαύματα, τον Βόλφγκανγκ και  την Nannerl, παρέμεινε στις Κάτω Χώρες από τον  Σεπτεμβρίου 1765 μέχρι τα τέλη Μαρτίου 1766 και σημείωσε το όνομά της  Boetzelaer ως «Mdlle. Vossol» σε μια απαρίθμηση προσώπων στη Χάγη. Σε αυτήν την απαρίθμηση εμφανίζεται επίσης ο καθηγητής  μουσικής της Josina, ο Francesco  Pasquale  Ricci, βιολοντσελιστας και μέλος της ορχήστρας της Χάγης.  Ο Ricci μάλιστα αφιέρωσε έξι άριες στην Josina Boetzelaer και  μέσα στην αφιέρωση αυτού του έργου, αναφέρει τις ικανότητές της ως  τραγουδίστριας και ως συνθέτριας.

Το έτος 1790, ο Ernst  Ludwig   Gerber, Γερμανός συνθέτης και πασίγνωστος για τις μουσικολογικές του δημοσιεύσεις και για το τετράτομο λεξικό των συνθετών, περιλαμβάνει ένα άρθρο για την Josina Boetzelaer μέσα στην πρώτη έκδοση του λεξικού των συνθετών.

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι  αυτή την εποχή η μουσική ζωή μέσα στις Κάτω Χώρες εξουσιάστηκε από συνθέτες  ξένης προέλευσης. Εξαίρεση  αποτελεί η Ολλανδή Boetzelaer.  Βέβαια μέχρι σήμερα, δεν έχει βρεθεί  κάποια  μνεία  ή αναφορά σχετικά με την εκτέλεση των έργων της. Από τις  συνθέσεις της δεν έχουν διατηρηθεί παρά μερικές έντυπες συλλογές, αλλά κανένα ολοκληρωμένο έργο.

 

Συνεχίζεται…

Σχετικά άρθρα

LIVE μουσική μετάδοση κάθε μέρα από τη Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Ελλάδας

Βασίλειος Μακέδος

«Στην άκρη αυτού του κόσμου» | Η νέα της δισκογραφική δουλειά της Ελένης Περινού

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Γυναίκες συνθέτριες κατά την Αναγέννηση | Στοχασμοί

Έφη Ζάννη

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X