Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

«Σαν ελπίδα-Μια μέλισσα» | Της Ειρήνης Ποντίκη

Μίλησε μου. Γίνε η αύρα, που θα δροσίσει τον πόνο μου. Σώσε με. Γίνε η νότα, που θα ξεκουράσει τα αυτιά μου. Το χέρι που θα με αγγίξει και θα απαλύνει το κλάμα μου, θα μαγνητίσει κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Γίνε ο ρυθμός, που θα οδηγήσει την καρδιά μου ξανά στη ζωντάνια, που θα την κάνει και πάλι να χτυπήσει γρήγορα και δυνατά. Γίνε η αιτία,  για να αντικρίσω ξανά στο καθρέφτη το χαμόγελο μου,  να γίνεται πλατύ και αληθινό.

Γίνε εσύ, το χρώμα και πάλι στα μάτια μου. Η απαλή γεύση του μελιού πάνω στο φρυγανισμένο ψωμί, που γεύεσαι μαζί με τον πρωινό καφέ σου. Γίνε η ανάσα, που θα παγιδεύσει τη φωνή μου και δε θα μπορώ να σου πω, ποσό πολύ σε αγαπάω. Μα θα μου δίνεις την δύναμη να το φωνάζω, ακόμη κι αν δεν έχω φωνή, να το ουρλιάζω, κοιτώντας σε στα μάτια, με ένα βλέμμα. Τύλιξε τα χέρια σου γύρω μου και κρατά με.

Κρατά με σφιχτά και μη με αφήσεις ξανά, ποτέ.. Άσε μα να μείνω εκεί, αιώνια! Ακούμπησε τα χείλη σου πάνω στα δικά μου και δώσε μου πνοή. Κάνε ορατή, την ύπαρξη μου. Κάνε με να νιώσω, ότι είμαι ακόμη εδώ. Γιατί μέσα μου έχω πεθάνει.

Έπαψα να υπάρχω, χωρίς εσένα. Κι ενώ η πόλη είναι λουσμένη στο φως, στην ψυχή μου επικρατεί απόλυτο σκοτάδι. Κλαίω γοερά και κοκκινίζω από ντροπή. Εμένα ντρέπομαι, τον εαυτό μου. Δίνω ζωή σε όλους και διαγράφω τη δίκη μου, μέρα με τη μέρα, αργά και σταθερά. Με εγκατέλειψα ακόμη κι εγώ.

Μα για δες! Υπάρχει ακόμη ελπίδα. Μόλις είχα ξυπνήσει. Άνοιξα σήμερα το πρωί τα πατζούρια. Έσυρα προς τα δεξιά το τζαμί της μπαλκονόπορτας και βγήκα στο ηλιόλουστο μπαλκόνι μου. Λίγο δεξιά μου, απλωμένα ρούχα και κάτω, πεσμένα διάσπαρτα μερικά μανταλάκια, από τον αέρα. Λίγο πιο κει η τετράγωνη, ξύλινη  γλάστρα μου και μέσα από το χώμα, να ξεπροβάλλει ένα μικρό, τρυφερό, μωβ μπουμπουκάκι.

Στρίβω το βλέμμα από την άλλη και πάνω στο κάγκελο, στεκόταν μια μεγαλόσωμη και τροφαντή μέλισσα. Έμοιαζε υγιέστατη. Το κίτρινο και το μαύρο, ο αγαπημένος μου συνδυασμός. Κι ενώ υπό άλλες συνθήκες, θα έτρεχα στο σπίτι και θα σφράγιζα την πόρτα διπλά και τριπλά, από φόβο, εγώ έμεινα εκεί. Την πλησίασα λίγο διστακτικά, την παρατηρούσα. Σαν να με κοίταξε κι εκείνη, έτσι ένιωσα. Σαν να κατάλαβε πως δε φοβάμαι πια. Ούτε με πείραξε, ούτε την πείραξα.

Αλλά, δια μαγείας, χωρίς καν να με αγγίξει, με ξύπνησε.. Με ταρακούνησε.. Με άλλαξε.. Άλλαξε τη σκέψη μου, πήρε την απαισιοδοξία, με γέμισε χαρά, όρεξη, ελπίδα. Άνοιξε τα φτερά της και πέταξε. Κι εγώ την χαιρετούσα. Όση ζωή της απέμεινε θα την ζήσει όπως εκείνη θέλει, όπως εκείνη ορίσει.

Σχετικά άρθρα

Σόνια Θεοδωρίδου: “Η φωνή είναι δώρο του Θεού”

Βασίλειος Μακέδος

Η Πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, Κορίνα Χιώτη – Πρασσά μιλά στο sparmatseto

Καλλιόπη Παπακώστα: είμαι κοντά στην ανακάλυψη του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X