Sparmatseto
Εικαστικά

Από το Σύνταγμα του 1864 στην αρχή της δεδηλωμένης

 

Από το Σύνταγμα του 1864 στην αρχή της δεδηλωμένης.

Εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος – Πορεία προς την εδραίωση του κοινοβουλευτισμού.

 

 

Από το Σύνταγμα του 1864 στην αρχή της δεδηλωμένης.

 

Εισαγωγή

Η απολυταρχία του Όθωνα στον τρόπο διακυβέρνησης, έπειτα από τη λευκή συνταγματική επιταγή που του επιδόθηκε από το Σύνταγμα-συνάλλαγμα του 1844, αντικατοπτρίζεται κυρίως στην αυθαίρετη παρεμβολή του στην πολιτική ζωή της χώρας. Επακόλουθο ήταν, οι συνεχείς μεταβαλλόμενες κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις να οδηγήσουν αυτοδικαίως στο κίνημα της 10ης Οκτωβρίου 1862 που είχε απώτερο σκοπό την πολιτική ομαλοποίηση και σταθερότητα στη χώρα. Την επιδίωξη του αυτή θα την επιτύγχανε, σύμφωνα με το ψήφισμα που εξέδωσε, με την αντικατάσταση της βασιλικής δυναστείας, τον διορισμό προσωρινής κυβέρνησης και την άμεση σύγκληση συντακτικής Εθνοσυνέλευσης για την ψήφιση νέου Συντάγματος και την ανάδειξη νέου ηγεμόνα. Έτσι επήλθαν νέες πολιτειακές αλλαγές που εκφράστηκαν με την αλλαγή του πολιτεύματος από συνταγματική μοναρχία σε βασιλευόμενη δημοκρατία εγκαθιδρύοντας τις βάσεις για την καθιέρωση της δημοκρατικής αρχής και της λαϊκής κυριαρχίας που εδραιώθηκαν με το Σύνταγμα του 1864 (Αλιβιζάτος Ν., 2011, σελ: 109-110).

Οι αλλαγές παρότι ήταν ριζοσπαστικές και ουσιώδεις, δεν αποτέλεσαν τροχοπέδη στην αλαζονική πολιτική συμπεριφορά του νέου βασιλιά. Η ανάμιξη του παλατιού στους κυβερνητικούς θεσμούς συνεχίστηκε οδηγώντας εκ νέου σε πολιτική δυσαρέσκεια και αναταραχή. Ανακοπή στις βασιλικές διαθέσεις θα βάλει ένας νέος πολιτικός, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο οποίος με το άρθρο του “τις πταίει;” δημόσια κατηγόρησε ότι για τα δεινά που μαστιγώνουν τη χώρα, αποκλειστική ευθύνη φέρει η βασιλική επέμβαση στα πολιτικά δρώμενα. Με εναρκτήριο γεγονός το άρθρο αυτό που πυροδότησε νέες πολιτικές εξελίξεις, ο βασιλιάς μετά τις εκλογές που προηγήθηκαν, εξαναγκάστηκε ενώπιον της νέας Βουλής να δεσμευτεί ότι θα σέβεται την αρχής της δεδηλωμένης εγκαθιδρύοντας το κοινοβουλευτικό σύστημα.

 

 

Από το Σύνταγμα του 1864 μέχρι την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης

Ο Όθωνας αποτελούσε κυρίαρχο φορέα της κρατικής εξουσίας και μέσα από τις αυταρχικές πολιτικές του συμπεριφορές γινόταν πόλος κυβερνητικών κρίσεων και καταστάσεων πολιτικής αναρχίας που εκδηλωνόταν ακόμα και με ένοπλες συγκρούσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, εκδηλώθηκε επαναστατικό κίνημα στις αρχές Οκτωβρίου 1862, υποκινούμενο από τη φρουρά των Αθηνών προκειμένου να εξέλθει η χώρα από μία κατάσταση που δεν είχε προοπτική εξέλιξης και εγκλωβιζόταν συνεχώς στις βασιλικές ορέξεις. Με το “Ψήφισμά του Έθνους”,  που εξέδωσε στο όνομα του ελληνικού έθνους, κατήργησε τη συνταγματική μοναρχία και απέπεμψε τον βασιλιά Όθωνα δεσμεύοντας τη βασιλική περιουσία, διόρισε τριμελή επιτροπή ως προσωρινή κυβέρνηση και άμεσα συγκάλεσε συντακτική Εθνοσυνέλευση προκειμένου να αποφασιστεί το πολίτευμα και ο νέος ηγεμόνας της χώρας (Αλιβιζάτος, Ν., 2011, σελ: 109-110). Το “Ψήφισμά του Έθνους” σηματοδοτεί την εκκίνηση μιας νέας περιόδου όπου εγκαταλείπεται η μοναρχική αρχή και επανεγκαθιδρύεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας που συνταγματικά κατακτήθηκε στην επαναστατική περίοδο (Τσαπόγας Μ.,2004, σελ.:67).

Η Εθνοσυνέλευση, “ η εν Αθήναις Β΄ των Ελλήνων Συνέλευσις”  όπως ονομάστηκε, μετά την εκλογή της συγκροτήθηκε σε σώμα και ξεκίνησε τις εργασίες της, ασκώντας παράλληλα και προσωρινώς τα νομοθετικά και εκτελεστικά καθήκοντα ως κυβερνώσα Βουλή. Αξιοσημείωτο είναι ότι αποτελείτο κυρίως από νέους, άπειρους πληρεξούσιους στους οποίους είχαν προσαρτηθεί και αυτοί των Ιονίων νήσων που καλούταν πλέον να αναλάβουν την τύχη της πατρίδας (Τσαπόγας Μ., 2004, σελ.:67).

Μετά την απρόσμενη, αιφνιδιαστική και κατά παρέκκλιση των διαδικασιών απόφαση της προσωρινής κυβέρνησης για διενέργεια δημοψηφίσματος προκειμένου να επιλεγεί ο νέος βασιλιάς και το ατόπημα του δημοψηφίσματος αυτού λόγω του απαγορευτικού όρου του πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830, η Εθνοσυνέλευση αποδεχόμενη την πρόταση της οριζόμενης από αυτήν επιτροπής, ανακήρυξε συνταγματικό βασιλιά, Βασιλιά των Ελλήνων, τον Γεώργιο Α΄ (Αλιβιζάτος Ν., 2011, σελ: 111-112).

Με την άνοδο του Γεωργίου Α΄ στο θρόνο δεν επέρχεται  αλλαγή μόνο της βασιλικής δυναστείας από τη δυναστεία Βίττελσμπαχ στη δυναστεία Γκλύξμπουργκ. Ο νέος βασιλιάς αναγορεύεται Βασιλιάς των Ελλήνων περικλείοντας και τον αλύτρωτο ελληνισμό, υποδηλώνοντας την ανατολή μιας νέας ελπιδοφόρας και μεταβατικής εποχής. Σε  αντίθεση με τον Όθωνα αποτελεί πλέον σύμβολο ενότητας και ελευθερίας χωρίς να είναι απόλυτος κυρίαρχος της χώρας (Μπάλτα Α. κ.α, 2015, σελ: 186).

Μετά από μία μακροπρόθεσμη διαδικασία και υπό την απειλή διαγγέλματος του νέου βασιλιά για την επίσπευση εργασιών, η Εθνοσυνέλευση προχώρησε σε μονομερή ψήφιση του νέου Συντάγματος χωρίς τη συμμετοχή του βασιλιά στην κατάρτιση του. Το νέο Σύνταγμα του 1864, που δέχτηκε επιρροές από το σύνταγμα της Δανίας 1849 και του Βελγίου 1831,  αποτελεί σημαντικό ορόσημο και ακροθεμέλιο λίθο της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας και αν λάβουμε υπόψη τις αναθεωρήσεις του μέσα στην τρικυμιώδη πολιτική ιστορία της χώρας μας, θεωρείται το μακροβιότερο καθώς είχε ισχύ πάνω από έναν αιώνα (Αλιβιζάτος Ν., 2011, σελ: 117). Κατατάσσεται δε ανάμεσα στα πιο προοδευτικά Συντάγματα της εποχής που ισχύουν στην Ευρώπη καθώς με το άρθρο 66 θέσπισε την καθολική ψηφοφορία (μυστικής δια σφαιριδίου) ως μόνη βάση για την νομιμοποίηση του πολιτεύματος (Κόκκι-νος  Γ., 1997, σελ: 90 – 91).

Το νέο Σύνταγμα δεν αποτελεί προϊόν συναλλαγής ανάμεσα στον βασιλιά και τον λαό όπως το Σύνταγμα του 1844, άλλα ιδεολογικό έργο του πολιτικού κινήματος του 1862 που υλοποίησε η συντακτική Εθνοσυνέλευση με σαφή ανάδειξη της φύσης και της μορφής του πολιτεύματος. Εγκαθιδρύει τη βασιλευόμενη δημοκρατία παρότι ότι δεν την αναφέρει ρητά.

Το τεκμήριο της αρμοδιότητας τάσσεται υπέρ του λαού και εναντίον του βασιλιά καλύπτοντας μία συνταγματική επιταγή 37 ετών μετά το επαναστατικό Σύνταγμα της Τροιζήνας. Ο λαός, σύμφωνα με το άρθρο 21, είναι πλέον φορέας όλων των εξουσιών καθώς αυτές πηγάζουν μόνο από αυτόν και όχι από τον μονάρχη και ασκούνται κατά τα οριζόμενα από το Σύνταγμα. Η δημοκρατική αρχή καθιερώνεται ως πυρήνας της λαϊκής κυριαρχίας που εδραιώνει η καθολική ψηφοφορία. Ειδικότερα η συνταγματική εδραίωση της καθολικής ψηφοφορίας θεωρείται σπουδαίος και σημαντικός σταθμός στην ιστορία του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα (Αλιβιζάτος Ν., 2011, σελ: 117-118).

Ο βασιλιάς παραμένει ανώτατος άρχοντας του κράτους, χάνει όμως τις υπερεξουσίες του και περιορίζεται σε αυτές που το απονέμει το νέο Σύνταγμα. Το πρόσωπο του σταματά να είναι ιερό και μετατρέπεται σε ανεύθυνο και απαραβίαστο για τις πράξεις του, καθώς οι υπουργοί που διορίζει προσυπογράφουν κάθε του πράξη και επιφορτίζονται εξ ολοκλήρου με την ευθύνη των πράξεων αυτών. Ασκεί την εκτελεστική εξουσία διατηρώντας το δικαίωμα σύγκλησης, διάλυσης της Βουλής και διορισμού, παύσης της κυβέρνησης, δικαιώματα που θα χρησιμοποιήσει κατά κόρον καταχρηστικά στο άμεσο μέλλον, διορίζει τους δημοσίους υπαλλήλους και ασκεί τη διοίκηση του στρατού. Στη νομοθετική λειτουργία, συμπράττει μαζί με τη Βουλή που ανά τέσσερα χρόνια θα εκλέγεται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, προτείνει μέσω των υπουργών νόμους και προβαίνει στην κύρωση τους έπειτα από την ψήφιση από τη Βουλή. Επιπλέον δεν έχει καμία αρμοδιότητα εμπλοκής στην αναθεωρητική διαδικασία του Συντάγματος, η οποία ανατίθεται αποκλειστικά στη Βουλή, που υπάρχει σε μονήρη κατάσταση μετά την κατάργηση της Γερουσίας, δημιουργώντας έτσι μια προστατευτική ασπίδα στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (Τσαπόγας Μ., 2004, σελ.: 68-69).

Η καθιέρωση μίας μόνο Βουλής για την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας  φανέρωνε την προσδοκία για τη διασφάλιση της λαϊκής κυριαρχίας και την ανάσταση του θεσμού από τη λήθη στα χρόνια του Όθωνα (Μπάλτα, Α. κ.α, 2015, σελ: 192-193). Στον τομέα της δικαστικής λειτουργίας, αυτή ασκούταν αποκλειστικά από τα δικαστήρια με ισόβιους δικαστές. Μολονότι η εκτέλεση των αποφάσεων που εξέδιδαν γινόταν στο όνομα του βασιλιά, αυτός δεν αποτελεί πλέον δικαστική πηγή σηματοδοτώντας τον προσανατολισμό της ανεξάρτητης δικαιοσύνης στην συνταγματική της κατοχύρωση. Τέλος, στο ευαίσθητο πεδίο των ουσιωδών ατομικών δικαιωμάτων είχαμε την αναγνώριση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, την κατάργηση της ποινής του πολιτικού θανάτου, την προνομιακή μεταχείριση για τους πολιτικούς κρατούμενους, ρυθμίσεις για την προσωπική ασφάλεια και την ελευθερία του τύπου (Τσαπόγας Μ., 2004, σελ.: 70).

Οι ελπίδες που δημιούργησε το νέο Σύνταγμα στη πολιτική σκηνή για σταθερότητα και ομαλότητα γρήγορα εξανεμίσθηκαν. Η εκλογή του Γεωργίου Α΄ δεν επέφερε γαλήνη αλλά όξυνε τα πολιτικά πάθη και εκβάθυνε τις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ο βασιλιάς δεν προσαρμόστηκε στις συνταγματικές δεσμεύσεις. Αντί να δημιουργήσει σχέσεις κυβερνητικής συνεργασίας αποδεχόμενος την πλειοψηφία της Βουλής για τον σχηματισμού κυβέρνησης,  καθώς και επιλογή των υπουργών από την κυβέρνηση, προτίμησε να επεμβαίνει συνεχώς και αδιακόπως ενισχύοντας τον πολιτικό του ρόλο. Δημιούργησε έτσι μία βάση αυλικών βασιλικών πολιτικών με σκοπό να τους κρατήσει σε πλήρη εξάρτηση από τα ανάκτορα εκμεταλλευόμενος τις πολιτικές τους φιλοδοξίες. Οι βραχυπρόθεσμες κυβερνήσεις, συχνά μειοψηφίας με εύθραυστη μερικές φορές πλειοψηφία, οι οποίες κατά το διάστημα 1863 – 1874 έφτασαν τον εκπληκτικό αριθμό των 22, φανερώνουν και αποδεικνύουν περίτρανα  τον καθοριστικό ρόλο που είχε η βασιλική παρέμβαση (Μπάλτα, Α. κ.α, 2015, σελ: 204-205). Με βάναυση κακοποίηση του Συντάγματος, ο μονάρχης παρέκλινε από τον ρόλο του ρυθμιστή του πολιτεύματος και απέτυχε να λειτουργήσει ως σύμβολο ενότητας και ελευθερίας όλων των Ελλήνων. Άλλωστε ο Γεώργιος Α΄ φανέρωσε από νωρίς τις προθέσεις του για τον θεσμικό του ρόλο. Τρανή απόδειξη αποτελεί η παρέμβαση του μέσω απειλητικού διαγγέλματος στη διαδικασία ψήφισης του Συντάγματος από την Β΄ Εθνοσυνέλευση χωρίς καν να είναι παράγοντας της συντακτικής εξουσίας..

Αποτέλεσμα της ανάμιξης του ήταν η εκ νέου πολιτική αστάθεια και η ρευστότατα των κομμάτων που κατέληγε στην αδυναμία διαμόρφωσης σταθερών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών και στερέωσης κυβερνητικού σχηματισμού. Σε συνδυασμό με τη χρήση θεμιτών και αθέμιτων μέσων από τους ευνοούμενους ηγέτες της μειοψηφίας προκειμένου να αναρριχηθούν πολιτικά, συνέθεταν ένα εκρηκτικό πολιτικό σκηνικό που κράτησε για περίπου 10 χρόνια (Μπάλτα, Α. κ.α, 2015, σελ: 204).

Οι εκλογές του 1874 αποτέλεσαν αφετηρία για την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος και την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης. Η Βουλή μέσα από ένα ταραχώδες πολιτικό κλίμα, διεκδίκησε και πέτυχε να αναγνωριστεί το πολιτικό και θεσμικό της βάρος που εδραιωνόταν με την κυβέρνηση να αντλεί την νομιμοποίηση της από την βούληση της πλειοψηφίας της εθνικής αντιπροσωπείας από το λαό και όχι από το στέμμα.

Την εκκίνηση αυτή απέφερε η τολμηρή και γενναία στάση του Χαρίλαου Τρικούπη που στις 29 Ιουνίου 1874, τρεις μέρες μετά τις νόθες εκλογές, μέσα από το άρθρο του «τις πταίει;» στην εφημερίδα «Καιροί» στιγμάτισε και επέκρινε την συγκεκριμένη βασιλική πρακτική που αντέβαινε στο πνεύμα και τη φιλοσοφία του Συντάγματος και δεν συνέβαλε στην λειτουργία του κοινοβουλευτισμού. Καυτηρίασε το σχηματισμό των μειοψηφικών κυβερνήσεων από το 1868 που δεν κατείχαν ούτε τη λαϊκή εξουσιοδότηση ούτε την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αντίθετα δε ήταν παράγωγες του προνομίου του βασιλιά που του παραχωρούσε το Σύνταγμα να διορίζει κυβερνήσεις. Εμβάθυνε εγείροντας με το ερώτημα της αδυναμίας ελεύθερης εκλογής αντιπροσώπων από τον λαό και κατέληγε στο συμπέρασμα της αρνητικής επιρροής της λαϊκής ψήφου από τους κυβερνώντες και τον βασιλιά. Εκείνο όμως που στοίχισε την ποινική του δίωξη και την ολιγοήμερη φυλάκιση του ήταν το οξύ δίλημμα που έθετε στην τελευταία πρόταση του άρθρου του. Της υποταγής στην αυθαιρεσία ή στην επανάσταση (Αλιβιζάτος Ν., 2011, σελ: 128-129).

Ο Τρικούπης εντόπισε εύστοχα ότι η απουσία αστικής τάξης οργανωμένη σε κόμματα και οι υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές δομές  δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν το κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του Συντάγματος. Σκοπός του ήταν αφενός η απομάκρυνση του στέμματος από την Βουλή και αφετέρου η κατάκτηση της δεδηλωμένης να συμβάλλει λειτουργικά στον μετασχηματισμό της κομματικής ύφεσης του κοινοβουλίου. Με αυτό τον τρόπο μπορούσε να προωθηθεί ο δικομματισμός κατά τα Αγγλικά πρότυπα και το κέντρο των εξουσιών να μεταφερθεί στους δύο ηγέτες των κομμάτων. Έτσι υποστήριζε ότι θα υπήρχε πολιτική ευστάθεια και κατ’ επέκταση πολιτική και κοινωνική ευημερία (Αζέλης Α. κ.α, 2014, σελ: 79).

Η δριμύτατη κριτική του άρθρου του Τρικούπη δεν άφησε ασυγκίνητη την κοινή γνώμη. Μέσα στον πολιτικό αναβρασμό και την κοινή κατακραυγή που επικράτησε για περίπου έναν χρόνο, ο βασιλιάς με ένα ευφυέστατο γεμάτο ρεαλισμό ελιγμό, διόρισε πρωθυπουργό τον Τρικούπη που σημειωτέον δεν αποτελούσε καν μέλος του κοινοβουλίου. Ο Τρικούπης παρά την αντίθετη εκφράζουσα άποψη του, αποδέχθηκε τον όχι και με τόσο ορθόδοξο τρόπο κοινοβουλευτικό διορισμό του. Οδήγησε την χώρα σε εκλογές και στην εναρκτήρια συνεδρίαση της νέας Βουλής, στις 11 Αυγούστου 1875, ο βασιλιάς ανέγνωσε το «Λόγο του Θρόνου», (τον είχε συντάξει ο Τρικούπης) και αυτοδεσμεύτηκε ρητά, ότι από εκείνη τη στιγμή και στο εξής θα σεβόταν τη δεδηλωμένη πλειοψηφία της Βουλής που εξέφραζε η θέληση του λαού διαμέσου του εκλογικού αποτελέσματος. (Αλιβιζάτος Ν., 2011, σελ: 130).

 

 

Συμπεράσματα

Η αρχή της δεδηλωμένης αποτελεί λογική συνέχεια της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας που καθιέρωνε το Σύνταγμα του 1864 και σηματοδοτούσε μία νέα εποχή για την συνταγματική μας ιστορία ολοκληρώνοντας την μετάβαση από την μοναρχική στη δημοκρατική αρχή. Η καθιέρωση της αποτελεί ορόσημο στην εδραίωση του κοινοβουλευτισμού καθώς έτσι επιτυγχάνεται η βελτίωση, η ομαλότητα και η λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς εφαρμόζεται κατόπιν της λαϊκής εντολής μέσω της μυστικής καθολικής ψηφοφορίας που αναδύεται από το Σύνταγμα και εδραιώνει απόλυτα την Δημοκρατία που είναι η σημαντικότερη πηγή ευημερίας.

 

 

Βιβλιογραφία

  • Αλιβιζάτος, Ν., 2011, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη Νεοελληνική Iστορία 1800-2010, Αθήνα: Πόλις.
  • Τσαπόγας, Μιχάλης, 2004, «Το Σύνταγμα του 1864 και η εφαρμογή του μέχρι το 1909»,   Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων. Διαθέσιμο στο:http://www.24grammata.com/wp-content/uploads/2012/05/SYNTAGMATA-24grammata.com_1.pdf
  • Μπάλτα, Α., Βόγλη, Ε., Χρηστίδης, Χ., 2015, Θέματα ελληνικής ιστορίας (19ος-20ός αι.). Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών. Διαθέσιμο στο: http://hdl.handle.net/11419/5974
  • Κόκκινος Γ., 1997,  «Τα ελληνικά Συντάγματα και η ιδιότητα του πολίτη (1844-1927): απόπειρα ιστορικής επισκόπησης», Μνήμων. Διαθέσιμο στο : https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/viewFile/7985/7797.pdf
  • Αζέλης Α., Ανδριώτης Ν., Δετοράκης Θ.,Μαργαρίτης Γ., 2014, «Θέματα νεοελληνικής ιστορίας Γ’ Λυκείουθεωρητικήκατεύθυνση (Η διαμόρφωση και η λειτουργία των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα 1821-1936)», Αθήνα : Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων “Διόφαντος”.
  • Σύνταγμα του 1844,Βουλή των Ελλήνων, Συνταγματική Ιστορία, Διαθέσιμο στο :

https://www.hellenicparliament.gr/userfiles/f3c70a23-7696-49db-9148-f24dce6a27c8/ syn12.pdf, πρόσβασηστις 21 Νοεμβρίου 2020.

  • Σύνταγμα του 1864, Βουλή των Ελλήνων, Συνταγματική Ιστορία, Διαθέσιμο στο :

https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/f3c70a23-7696-49db-9148-f24dce6a27c8/ syn13.pdf, πρόσβασηστις 21 Νοεμβρίου 2020.

Σχετικά άρθρα

Σκέψεις για τα Σπήλαια του Μυαλού του Τριαντάφυλλου Βαΐτση

Βασίλειος Μακέδος

Οι Διαφορετικές Εκδοχές της Αναγεννησιακής Ομορφιάς

Βασίλειος Μακέδος

Εκπαιδευτικά τμήματα από το Σύλλογο καλλιτεχνών Ν. Ροδόπης Αθηνίων

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X