Sparmatseto
Τέχνες

Ημερολόγιο μοναξιάς, ημέρα 53η | Της Ειρήνης Τσέλλου

Σωπαίνω να μ’ ακούσω. Ψάχνω τον ήχο στην ακινησία μου. Οι κόρες των ματιών μου ακολουθούν ρυθμικά τη σκιά του λεπτοδείκτη. Υγραίνουν, θολώνουν, φουσκώνουν και χύνουν στα μάγουλά μου τον χαμένο χρόνο. Με τα χέρια μου σκουπίζω τη βιασύνη του κι ελπίζω να κοπάσει.

Το στομάχι μου σφίγγεται. Ο αέρας μού τελειώνει. Κι αυτόν τον λιγοστό που έχω, πώς να τον χαραμίσω, δεν ξέρω. Παρατείνω κι άλλο την κραυγή στο μαξιλάρι μου, μην ξέροντας πια, για τι να πρωτοκραυγάσω.

Από το πάτωμα στο κρεβάτι κάνω 40 λεπτά και 9 δευτερόλεπτα. Η διαδρομή είναι ατέλειωτη και μαρτυρική. Γλιστράω σε δάκρυα και ενοχές, δικές μου και των άλλων. Και όταν, λαβωμένη, επιτέλους φτάνω, λαχταρώ τον ύπνο που έρχεται σα λύτρωση και με σκεπάζει.

Μετά κοιμάμαι χωρίς να κοιμάμαι, κι όταν ξυπνάω θέλω να κοιμάμαι. Το σώμα μου λιώνει στο κρεβάτι κι εκείνο σπάζει από πίκρα και σκοτάδι που δεν άντεξε. Σε τίποτα τώρα δεν έχω να πλαγιάσω. Σέρνω στον χώρο την οδύνη μου ξεκρέμαστη από αγάπη, και άδεια μες στο άδειο, πώς αναπνέω ακόμα απορώ.

Κοιτάζω τα ντουβάρια επίμονα κι αδίσταχτα, για να σκορπίσω όπως μπορώ το χαμένο μου παρόν ή για να πέσουν μιαν ώρα αρχύτερα να με πλακώσουν, να τελειώνουμε.

Κουράζομαι στο σαλόνι, στην καρέκλα και στο πάτωμα. Κι έτσι έχω δικό μου όλο το σπίτι, και μπορώ να στέκομαι, να θυμώνω και να κλαίω παντού. Να ελπίζω και να απελπίζομαι.

Ονειρεύομαι στην κουζίνα, στο μπαλκόνι και στην τηλεόραση επάνω, για να ξεγελώ τον εαυτό μου και να πιστεύει ότι έρχεται ένα τώρα καλύτερο απ’ το τώρα. Αλλά αυτός δεν ξεγελιέται. Κι έτσι περνούν οι ώρες άδικα, με μένα να ψάχνω τη λευτεριά απ’ το παράθυρο έξω, και όχι σε μένα μέσα.

Τα μάτια μου πότε υγρά, πότε στεγνά, το ίδιο είναι για μένα. Το μέσα μου δακρύζει και πλαντάζει συνεχόμενα. Ταΐζω το κορμί μου θλίψη κι αυτό γυρνάει και τρώει τον εαυτό του.

Στέκομαι και μόνο στέκομαι. Δεν αναπνέω μέχρι να σκάσω και τότε το θυμάμαι. Ανάσα που κρατάει ως την επόμενη. Ευτυχώς. Εγώ, ούτε μηχανικά δεν μπορώ να βρω τον εαυτό μου.

Ο συνειρμός, του συνειρμού, ω συνειρμέ. Μείνε. Νά χω κάτι να απασχολώ την ύπαρξή μου για να νομίζει ότι υπάρχει.

Κάνε όση φασαρία μπορείς, μήπως και καταφέρω να ξεχάσω ότι κάποτε άνοιγα την πόρτα του σπιτιού μου.

Άπλωνα στον γείτονα το χέρι μου κι εκείνος το φιλούσε.

Έκλαιγε ο άνθρωπος κι εγώ κανονικά του χάιδευα τα μάγουλα και τα μαλλιά του.

Ήξερα τις ροδαλές αποχρώσεις των χειλιών του όταν κλαίει, όταν θυμώνει κι όταν δεν έχει πιεί νερό για ώρες.

Κάνε όση φασαρία μπορείς, μήπως και καταφέρω να ξεχάσω,
πόσον καιρό θα μας πάρει να απλώνουμε ξανά την αγάπη, άφοβα, στο στόμα  και στη γλώσσα των ανθρώπων.

Σφιχτά να κρατιόμαστε, να μην αφήνουμε να περνάει ανάμεσά μας μοναξιά ούτε γι’ αστείο.

Σχετικά άρθρα

Πρόσκληση ενδιαφέροντος – Βραβεία MATAROA (5η Art Thessaloniki Fair)

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Παρασκευές Σινεμά | Ανακαλύψτε μοναδικές γαλλόφωνες ταινίες από το Γαλλικό Ινστιτούτο

Βασίλειος Μακέδος

Οι πλατωνικοί μύθοι και οι αλληγορίες στο Θέατρο | Σύγγραμμα της Αναστασίας Μεσσάρη

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X