Sparmatseto
Projects Γενικά Projects

H τελευταία φορά | Της Μάρθας Αποστολίδου

 

H τελευταία φορά

 

H τελευταία φορά

Ένα καλοκαίρι, σε ένα υπόγειο στην Κωνσταντινούπολη.

Τα χρόνια που έζησα στην Κωνσταντινούπολη κατοικούσα σ’ ένα υπόγειο –το ΥΠΟΓΕΙΟ του Ντοστογιέφσκι, όπως το ονόμαζα-. Η πίσω κουζίνα μου είχε ένα παράθυρο που έβλεπε στην πιο τρυφερή αυλή του κόσμου. Στέγαζε, βλέπετε, γάτες και ένα περίεργο αγαλματίδιο που είχε τη μορφή μιας γυναίκας που κρατούσε στα χέρια της λουλούδια.

Το παράθυρο του υπνοδωματίου είχε ένα άνετο περβάζι όπου και διάβαζα ώρες ατελείωτες. Αυτό το παράθυρο έβλεπε στην κεντρική, κρυφή αυλή όλων των πολυκατοικιών του τετραγώνου.Την άνοιξη φύτρωναν εκεί μπλε ορτανσίες και τα νεογέννητα γατιά χοροπηδούσαν και στριφογύριζαν πάνω στο δροσερό χώμα αποσπώντας την προσοχή μου και κάνοντάς μου μια παράξενη συνωμοτική παρέα.

Τα μπροστινά χαμηλά παράθυρα του σπιτιού έβλεπαν στο πεζοδρόμιο. Από εκεί περνούσαν όλα τα παπούτσια του κόσμου. Τα παπούτσια έχουν εξαιρετική σημασία όπως  θα επιβεβαίωνε  ο Νanni Moretti. Μπορείς να καταλάβεις πολλά από ένα ζευγάρι παπούτσια. Η ανεμελιά, η θλίψη , ο έρωτας, η υποκρισία… όλα σε ένα ζευγάρι παπούτσια.

Ήταν καλοκαίρι και  προσπαθούσα να συνταιριάξω μια εργασία με θέμα συγκεκριμένους Τούρκους ποιητές. Οι περισσότεροι ανήκαν στο κίνημα Garip -περίεργο-. O Orhan Veli και ο Oktay Rifat. O αγαπημένος Hikmet, o Süreya, o AttilaI lhan και άλλοι. Είχα γεμίσει τον τοίχο με λέξεις -αγάπη, κατανόηση, σεβασμός, τρυφερότητα- και έγραφα μανιωδώς, κατηγοριοποιούσα τα ποιήματά τους και προσέθετα τις γαλλικές μεταφράσεις. Περνούσα αρκετές ώρες στο σπίτι.

Το βραδάκι δρόσιζε και τότε κατέβαινα προς το Βόσπορο. Τα κρωξίματα των γλάρων και ο ήχος από τις μπουρού των μικρών πλοιαρίων μου μιλούσαν σε μια γλώσσα που δεν χρειαζόταν μετάφραση και αν σήκωνα το δείκτη  μου στο ύψος των ματιών μου και τοντέντωνα ακουμπούσα  την Ασία. Θύμιζα, έτσι, κάθε βράδυ στον εαυτό μου πως όλες οι αποστάσεις είναι σχετικές και πως  η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δυο ανθρώπους μπορεί να είναι και ένα βήμα.

Οι μέρες ήταν ζεστές και η πίσω κεντρική αυλή είχε γεμίσει ξερά χόρτα. Ώσπου…  ένα κίτρινο τριαντάφυλλο φύτρωσε έξω από το παράθυρό μου. Η ρομαντική προδιάθεση ενός μυαλού που επιλέγει το δρόμο του ρεαλισμού αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει τίποτα το μοιραίο και το τριαντάφυλλο βρέθηκε εκεί τοποθετημένο από καθαρή σύμπτωση για να κάνει συντροφιά σε εμένα και τους ποιητές μου.Η ηλικιωμένη σπιτονοικοκυρά μου δήλωσε ότι  το τριαντάφυλλο δε θα μπορούσε να βρει πιο ταιριαστό μέρος και η κυρία που καθάριζε τα σπίτια μας θεώρησε ωραία ιδέα να κρεμάσει πάνω από τον καναπέ μου ένα παλιό κιτρινισμένο κάδρο, αντίγραφο έργου που φιλοτέχνησε ο Μονέ. Όταν γυρνώντας ένα βράδυ είδα στο σαλόνι το ‘’Lechamp de coquelicotsprés d’ Argenteuil» του 1873 σκέφτηκα ότι τα ποιήματα των τοίχων μου έχουν αρχίσει με ένα μαγικό τρόπο να ξελογιάζουν τους κατοίκους της πολυκατοικίας και πως αν σε λίγο άρχιζαν να εμφανίζονταν τριαντάφυλλα και παπαρούνες στα απέναντι  παράθυρα δε θα μου φαινόταν καθόλου περίεργο-garip-.

 

Εκείνες τις μέρες διάβαζα το ‘’A room of one’s own’’ της Virginia Woolf και συχνά σκεφτόμουν ότι το τριαντάφυλλό μας θα άρεσε στη Woolf που πιθανότατα θα είχε υπό τη φροντίδα της, δεκάδες παρόμοια, στον κήπο του σπιτιού της στο Sussex. Μια από αυτές τις ημέρες εμφανίστηκε μπροστά στο παράθυρο του δωματίου μου μία από τις καλοδιατηρημένες κυρίες των επάνω ορόφων της αντικρινής  πολυκατοικίας. Η παρουσία της με παραξένεψε και ο  αγωνιώδης διερευνητικός τρόπος με τον οποίο εξέταζε τα διαμερίσματα γυρνώντας το κεφάλι της γύρω γύρω μου φάνηκε οξύμωρος για μια απλή βόλτα στην αυλή. Εγώ, αν και πολύ κοντά της, ήμουν αόρατη στο σκοτάδι του δωματίου.  Τότε ήταν που έβγαλε ένα μεγάλο ψαλίδι από την τσέπη της και έκοψε το τριαντάφυλλο.

 

Σήμερα στην Ξάνθη.

Ο ουρανός είναι τόσο σκοτεινός, σαν να βιάζονται τα σύννεφα, γεμάτα βροχή και βαριά καθώς είναι, να προλάβουν το μαύρο της νύχτας. Να βγουν νικητές σ’ έναν άσκοπο αγώνα. Κάπου εδώ έχω παρκάρει το αυτοκίνητο αλλά το προσπερνάω και ακολουθώ το δρόμο που ορίζουν τα βήματά μου. Σε κάποιον δρόμο παράλληλα σε αυτόν που βρίσκομαι, καρφωμένα στον τοίχο στέκονται αυτά τα ορθογώνια κουτιά που αν βάλεις ένα εικοσάλεπτο στη σχισμή τους και γυρίσεις το μοχλό, μικρές χρωματιστές μπάλες ή παιδικά γυαλιστερά παιχνιδάκια εμφανίζονται στο άνοιγμα μιας μεταλλικής πορτούλας. Στις σχισμές των κουτιών κάποια χέρια τοποθέτησαν με επιτυχία κόλλα ώστε ο κερματοδέκτηςνα μη λειτουργεί πια και ο μοχλός να μην περιστρέφεται. Οι  μικροί θησαυροί θα μείνουν εκεί εγκλωβισμένοι και πεπεισμένοι ότι κανείς δεν τους αναζήτησε.

Αναρωτιέμαι αν οι καταστροφείς θησαυρών έχουν ανακαλύψει το κουτί που  κοιτάω τώρα. Προσπαθώ να καταλάβω κοιτώντας το πρώτα και μετά γυρίζω το μοχλό. Το μηχάνημα λειτουργεί κανονικά. Χαμογελάω. Sokaktagiderken… Gülümsüyorum – Περπατώντας στο δρόμο… Χαμογελάω -. Στο μυαλό μου οι στίχοι του Orhan Veli.  Όσα εικοσάλεπτα βρήκα σε πορτοφολάκια και τσέπες είναι τώρα στην παλάμη μου. Ένα ένα μετατρέπονται σε μπαλίτσες και παιχνίδια. Ελευθερώνω όσους μικρούς θησαυρούς προλαβαίνω. Ποτέ δεν ξέρουμε ποια θα είναι η τελευταία φορά που μπορούμε να κάνουμε κάτι. Ξαφνικά το μυαλό μου βρίσκεται σ’ ένα κίτρινο τριαντάφυλλο, μια στρογγυλή μπαλίτσα γεμάτη χρωματιστά αστέρια και μια χούφτα ασημένια ψάρια.

Σχετικά άρθρα

Η Φιλοσοφία στην «Βυζαντινή Οικουμένη»

Θανάσης Μουσόπουλος

Φιλοσοφία της Τέχνης: Θάμβος Ψυχής

Ιλουζιονισμός ή ψευδαισθητισμός | Μια διαστατική τέχνη

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X