Sparmatseto
Μουσική

Γυναίκες Συνθέτριες: Μπαρόκ | Οι συνθέτριες (μέρος IV)

 

Γυναίκες Συνθέτριες: Μπαρόκ | Οι συνθέτριες (μέρος IV)

 

Γυναίκες Συνθέτριες: Μπαρόκ

 

 

Isabella Leonarda(1620-1704) – Ιταλίδα

Στην ηλικία των 16 ετών η Isabella Leonarda αφιερώθηκε  στο Collegio di Sant’Orsola,  σε ένα μοναστήρι των Ουρσουλινών, όπου έμαθε μουσική. Έγινε  ηγουμένη το  έτος 1686, και από το 1696 ανακηρύχθηκε πρωτοπρεσβύτερη  με την ονομασία “Madre Vicaria”.

Η Leonarda έγραψε πάνω από 200 έργα. Η πρώτη της συλλογή  περιέχεται μέσα  στη συλλογή του Gasparo Casati, ο οποίος ήταν ιταλός συνθέτης και  χοράρχης  του καθεδρικού ναού της Νοβάρα “maestro Di cappella Novara “ από τις 15 Μαρτίου του έτους 1635. Το αγαπημένο ύφος της ήταν τα σόλο μοτέτα. Τα έργα της χωρίζονται σε 20 opus. Είναι πιθανό ότι έγραψε πολλά κείμενα που είχε επενδύσει με τη μουσική της.

Είχε επίσης συνθέσει ύμνους, ψαλμούς και σονάτες, που τα συνόδευε μερικές φορές με βιολιά ώστε να υποστηρίξει τις φωνές. Στα έργα της χρησιμοποιεί ένα πλούσιο και εκτεταμένο αρμονικό λεξιλόγιο. Περιστασιακά χρησιμοποιεί βοκαλισμούς για να δώσει έμφαση στα εκστατικά  “αλληλούια”.

 

 

Mademoiselle Bocquet(Έζησε μετά το 1660) – Γαλλίδα

Η Mademoiselle Bocquet (Άννα ή Μαργαρίτα) ήταν μια συνθέτρια Γαλλίδα(αρχή του xviie αιώνα — μετά το 1660) και λαουτίστρια.

Συμμετείχε μαζί με την συγγραφέα Madeleine Scudéry,  που ήταν γνωστή με το όνομα Σαπφώ, στον όμιλο του Hôtel de Rambouillet. Αργότερα  όταν η Madeleine Scudéry   άνοιξε δικό της σαλόνι, όπου δεχόταν κάθε Σάββατο («les samedis de Mlle de Scudéry» – τα Σάββατα της δεσποινίδος ντε Σκυντερύ) λογίους της εποχής, η Mademoiselle Bocquet έπαιζε λαούτο και συνόδευε με δικές της συνθέσεις τις ομιλίες των διανοουμένων της εποχής.

Οι συνθέσεις της Bocquet εξερευνούν τις χρωματικές δυνατότητες του λαγούτου και συνέθεσε πολλά πρελούδια. Ένα χειρόγραφο  που βρίσκεται στην εθνική βιβλιοθήκη της Γαλλίας περιέχει αρκετές συνθέσεις της. Η μουσική της είναι επίσης παρούσα μέσα σε γαλλικά, γερμανικά και αγγλικά χειρόγραφα του δεύτερου μισού του 17ου αιώνα.

 

 Mary Dering – Harvey(3 Σεπτεμβρίου 1629–7 Φεβρουαρίου 1704) Αγγλίδα

H Mary Dering- Harvey ήταν κόρη του Ντάνιελ Harvey Combe, ενός εμπόρου στο Λονδίνο (αδελφού του Δόκτωρα William Harvey που περιέγραψε με ακρίβεια την κυκλοφορία του αίματος) και της  Elizabeth, κόρης του Henry Kynnersley, επίσης  εμπόρου του Λονδίνου.

Στο σχολείο το 1640, στο Hackney, γνωστό και ως «γυναικείο πανεπιστήμιο των θηλυκών τεχνών», άρχισε μια φιλία με τη ποιήτρια Katherine Philips, γνωστή και ως «ασύγκριτη Orinde» («the matchless Orinda»), η οποία έγραψε ένα ποίημα γνωστό κυρίως για την επανάληψη του “Ω μοναξιά” που μελοποιήθηκε από τον Henry Purcell.

Η Mary μελέτησε σύνθεση με το διάσημο Άγγλο συνθέτη Henry Lawes, ο οποίος της αφιέρωσε το βιβλίο του. Στην αφιέρωση ο Henry Lawes, εγκωμιάζει ιδιαίτερα τις συνθέσεις της, και λέει ότι οι συνθέσεις της έχουν απαράμιλλη τελειότητα. Μερικές από τις μουσικές  της συνθέσεις  δημοσιεύθηκαν  στις  “Άριες  και τους διαλόγους” του John Playford. Τρία από τα τραγούδια της δημοσιεύθηκαν μαζί με το βιβλίο του Lawes “Δεύτερο βιβλίο από άριες’. Αυτές είναι οι πρώτες γνωστές δημοσιευμένες εργασίες από μια γυναίκα στην Αγγλία.

Στις 5 Απριλίου 1648 η Mary Harvey παντρεύτηκε με το Sir Edward Dering. Απέκτησε  δεκαεπτά παιδιά, επτά από τα οποία πέθαναν νέα.  Επέζησε του συζύγου της μέχρι είκοσι έτη και πέθανε  το Φεβρουάριο του 1704  σε ηλικία 75 ετών. Η κυρία Dering θάφτηκε στο Pluckley στο Κεντ, και στην εκκλησία τοποθετήθηκε  μια αναμνηστική επιγραφή.

 

ANTONIA BEMBO (1640 -1715)

Η ANTONIA BEMBO  ήταν μια από τις  συναρπαστιές συνθετριες  της μουσικής  του δέκατου έβδομου αιώνα.

Η συνθέτρια και τραγουδίστρια Antonia Padoani Bembo (c.1640-c.1720) δραστηριοποιήθηκε  στη  Βενετία  και στο Παρίσι. Η δραστηριότητά της ήταν  ένα μοναδικό διαπολιτισμικό  παράθυρο  στους  πλούσιους μουσικούς πολιτισμούς αυτών των πόλεων. Εξ αιτίας   όμως της μυστικής ζωής της στη Γαλλία, για σχεδόν τρεις αιώνες η ζωή της  Bembo  τυλίχθηκε στο μυστήριο. Στην πρώτη βιογραφία της, η ερευνήτρια γυναικών συνθετών Claire  Fontijn παρουσιάζει τη συναρπαστική και εκπληκτική  ιστορία μιας  αξιοπρόσεκτης γυναίκας που  κινήθηκε   στους  μουσικούς,  λογοτεχνικούς,  και καλλιτεχνικούς κύκλους αυτών των ευρωπαϊκών πολιτιστικών  κέντρων.

Έχοντας αποτύχει να πάρει διαζύγιο από τον βίαιο σύζυγό της, η Bembo έφυγε στο Παρίσι, αφήνοντας τα παιδιά της στη Βενετία. Συνεργαζόμενη με συνθέτες που εξυμνούσαν τον Λουδοβίκο τον 14ο,το τραγούδι της γοήτευσε τον Βασιλιά Ήλιο και κέρδισε την συμπάθεια της αυλής. Ο βασιλιάς της παρείχε διαμονή σε μια ημικοινωβιακή κοινότητα στο Παρίσι όπου έγραφε μουσική για τις πνευματικές και κοσμικές απαιτήσεις της βασιλικής οικογένειας. Προσφέροντας θαυμάσια παραδείγματα Θρησκευτικού και κοσμικού ρεπερτορίου για τραγούδι, για Ορχήστρες Δωματίου, αλλά και μεγαλύτερα σύνολα. Το ρεπερτόριο της Bembo αποκαλύπτει το ενδιαφέρον της για τα γυναικεία θέματα, μέσα από δυναμικές απεικονίσεις ισχυρών μορφών όπως η Παρθένος Μαρία και η Δούκισσα της Βουργουνδίας. Τα είδη της μουσικής που δούλεψε -Ερωτικό τραγούδι, Οπερα, Μοτέτο, Καντάτα και Τρίο Σονάτα -μαρτυρεί την μαγεία της φωνής της και την θέση της ανάμεσα στην Strozzi,την Jacquet de La Guerre και άλλες μεγάλες γυναίκες συνθέτριες της εποχής της

 

Maria Cattarina Cornelia Calegari  (1644 – μετά το 1675) – Ιταλίδα

H Maria Cattarina Cornelia Calegari   ήταν Ιταλίδα  συνθέτης, τραγουδίστρια, οργανοπαίκτης, και καλόγρια.  Η Cornelia γεννήθηκε στο Μπέργκαμο. Στις 19 Απριλίου 1661, έδωσε τους τελικούς όρκους της ως καλόγρια στη  μονή Βενεδικτίνων μοναχών Santa Margherita στο Μιλάνο και  λαμβάνει  το θρησκευτικό όνομα της Maria Cattarina.

H σταδιοδρομία της άρχισε σε μια χρυσή εποχή που ανθούσαν οι  γυναίκες μουσικοί και  συνθέτριες στις ιταλικές μονές και έγινε μια από τη διασημότερες  συνθέτριες. Ήταν σεβαστή για το ταλέντο της ως  τραγουδίστρια στην  πόλη της.  Ανακηρύχθηκε συνθέτρια  το  έτος 1659, στην ηλικία  των 15 ετών, με την δημοσίευση του βιβλίου με τα μοτέτα της “ sola Motetti à voce”.  Της αποδόθηκε ο τίτλος της Θείας Ευτέρπης “ La Divina Euterpe” αναφορικά με την  μούσα της Μουσικής και της Λυρικής ποιήσεως Ευτέρπη. Η Calegari έγραψε τις σύνθετες μουσικές συνθέσεις της  για έξι φωνές με το οργανικό συμπλήρωμα. Έγραψε επίσης μαδριγάλια, καντσονέτες, εσπερινά ονομαζόμενα  vespers και γενικά ιερή μουσική.  Ήταν γνωστή για την μεταβίβαση της μεγάλης συγκίνησης στα μουσικά της έργα  σε μία εποχή που η  μουσική ήταν απαλλαγμένη  από υπέρμετρη συγκινησιακή φόρτιση στις μουσικές εκφράσεις.

Το 1663, ο Αρχιεπίσκοπος Alfonso Litta και η καθολική εκκλησία κατασίγασαν αυτήν την ανθούσα μουσική εποχή των γυναικών συνθετών με τις διαταγές να μην παραχθεί και να μην εκτελεσθεί μουσική για τουλάχιστον τρία έτη. Αιτιολογία αυτής της απαγορευτικής διαταγής ήταν  τα υποτιθέμενα “σκάνδαλα”  σχετικά με τη μουσική και την ηθική  που προέκυψαν στην περιοχή. Πραγματική αιτία ήταν η άνθηση των γυναικών συνθετριών, η επιρροή τους στον λαϊκό κόσμο και εξ αυτού η έλλειψη του ελέγχου από την κεντρική εξουσία της καθολικής εκκλησίας.  Θεωρείται ότι αυτές οι διαταγές είναι κύριοι παράγοντες που συνέβαλλαν στην εξαφάνιση όλων των φυσικών εκδηλώσεων της μουσικής της  Maria Cattarina Cornelia Calegari    αφήνοντας μόνο τους γραπτούς απολογισμούς της ύπαρξής τους.

 

Elisabeth Jacquet de la Guerre (1664-1729) -Γαλλίδα

Η Elisabeth Jacquet de la Guerre ήταν μια συνθέτρια και κλαβεσινίστρια  πολύ διάσημη στην εποχή του Λουδοβίκου 14ου και Λουδοβίκου 15ου. Δεύτερο παιδί της ένωσης του Κλωντ Jacquet και της Anne de la Touche, γεννήθηκε το έτος  1665 και βαπτίστηκε 17 Μαρτίου του ίδιου έτους. Ο πατέρας της ανήκε σε μια δυναστεία  μουσικών πάρα πολύ δημοφιλών και με πολλές διασυνδέσεις. Ανέλαβε ο ίδιος αποκλειστικά την μουσική εκπαίδευση της  Ελίζαμπετ και των έξι αδελφών της.  Το παιδί θαύμα η Ελίζαμπετ παίζει κλαβεσέν  στα πέντε έτη μπροστά στον  Λουδοβίκο ΙΔ, ο οποίος εγκαινιάζει τη σταδιοδρομία της ως βιρτουόζου. Παντρεύεται τον οργανίστα Marin de la Guerre  (1658-1704) το έτος 1684 σε ηλικία 20 ετών. Μόλις και μετά βίας ήταν πέντε ετών όταν εμφανίστηκε στην Αυλή. Ο βασιλιάς αισθανόταν μεγάλη ευχαρίστηση ακούγοντας την να παίζει τσέμπαλο. Για αυτό το λόγο  προσκαλείται από την Madame de Montespan, η οποία την   κράτησε τρία ή τέσσερα χρόνια μαζί της για διασκέδαση.  Εγκατεστημένη αργότερα στο Παρίσι, επέτυχε  ως τσεμπαλίστρια και  δασκάλα δίνοντας τακτικά συναυλίες μέχρι τον θάνατο του συζύγου της το 1704, του οργανίστα Marin de la Guerre.

Ο Γάλλος χρονικογράφος και άνθρωπος των γραμμάτων Titon du Tillet μέσα στο ‘Parnasse François’ που  προορίζετω να τιμήσει ποιητές, συγγραφείς και μουσικούς από την εποχή του Louis XIV  έγραψε για την Elisabeth «Μπορούμε να πούμε ότι ποτέ κανένα πρόσωπο  του φύλου της δεν είχε τόσο μεγάλο ταλέντο για τη σύνθεση της μουσικής και για τον αξιοθαύμαστο τρόπο που έπαιζε το Clavecin και το Όργανο.»

Ήταν ένα  σύμβολο στον κόσμο της μουσικής καθότι ως γυναίκα μπόρεσε να χτίσει μια ανεξάρτητη σταδιοδρομία. Εκτός από την εκπαίδευσή της στην οικογενειακή εστία και το όνομα των μουσικών που κληρονόμησε, η  Ελίζαμπετ παντρεύτηκε τον οργανίστα Marin de la Guerre, προερχόμενο επίσης από μία μουσική οικογένεια. Έτσι μπόρεσε, όπως  αναφέρει η Κατερίνα Cessac,  (διευθύντρια  στο εθνικό κέντρο της επιστημονικής έρευνας (CNRS) και του εργαστηρίου των μελετών του μπαρόκ Versailles (CMBV)  να οικοδομήσει μια «διπλή ταυτότητα» χρησιμοποιώντας τη φήμη των δύο μουσικών οικογενειών ώστε να υφανθούν οι σχέσεις της  μέσα στη μουσική κοινότητα. Ειδικότερα θεωρείται ως μία των πρώτων γυναικών στη Γαλλία η οποία συνέθεσε μια όπερα-την λυρική τραγωδία: Céphale και Procris,  η οποία ερμηνεύτηκε στην Βασιλική Ακαδημία της μουσικής. Δυστυχώς, η υποδοχή δεν ήταν θερμή. Κάποιοι μουσικολόγοι θα αποφανθούν  ότι η αιτία δεν ήταν τόσο η ποιότητα της μουσικής  όσο το φύλο της δημιουργού. Νεωτεριστική ακόμη και στις καντάτες της, η Ελίζαμπετ, εξαδέλφη του  François Couperin,  εκδίδει δύο γαλλικές συλλογές από cantates για την ιστορία της Ιουδήθ στις οποίες το οργανικό και συμφωνικό συμπλήρωμα  αφήνει καθαρή την μελωδική γραμμή της Judith.

Ένα ενδιαφέρον γεγονός της μουσικής ζωής της είναι ότι όλες οι αφιερώσεις της πάντα απευθύνονται  στο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ, εκτός από τρεις cantates  που αφιερώνονται στον Μαξιμιλιανά Β’(Maximilien-Emmanuel de Baviere), εκλέκτορα της Βαυαρίας, μεγάλο εραστή της μουσικής καθόσον ο ίδιος έπαιζε viole gambe.

Ως συνθέτρια αποκαλύπτει το πρωτοπόρο πνεύμα της. Άπληστη νέων μουσικών ανακαλύψεων, η νέα γυναίκα ταξινομείται αναμφισβήτητα στη σειρά των καινοτόμων μουσικών. Η γραφή της αποκαλύπτει ένα γνήσιο ικανό πνεύμα που μπορεί να απορροφήσει αμέσως τα νέα ρεύματα του μουσικού περιβάλλοντός της. Μέσα στη βίαια αμφισβήτηση γύρω από την υπεροχή της γαλλικής ή της ιταλικής μουσικής, παίρνει σαφώς θέση κατά των παραδοσιακών ρευμάτων και υπερασπίζεται την ιδέα της «ένωσης των καλαίσθητων ρευμάτων». Τα προσωπικά έργα της είναι  πολυδιάστατα και γονιμοποιούνται απο ιταλικές επιρροές. Η Ελίζαμπετ  εξετάζει και πειραματίζεται σε   όλα τα είδη: θρησκευτική ή κοσμική μουσική, κομμάτια της γαλλικής παράδοσης, «ιταλικές εισαγωγές». Είναι μία εκπληκτική προσωπικότητα στην ιστορία της μουσικής.

Το έργο της περιλαμβάνει: Σουίτες για clavecin (δύο συλλογές: 1687 και 1707), τη λυρική τραγωδία Céphale και Procris (1694), τρίο (1695), Σονάτες για το βιολί και  clavecin (1707), Καντάτες θρησκευτικές (1708 και 1711) και  Καντάτες Κοσμικές (ο ύπνος του  Οδυσσέα 1715).

Μετά τον θάνατό της ο  Λουδοβίκος XV πρός  τιμή της  εκδίδει ένα νόμισμα που αναφέρει αυτήν την εγγραφή: «Μεγάλη μουσικός  Elisabeth Jacquet de la Guerre ΝDCCXX.”

Σχετικά άρθρα

Γυναίκες Συνθέτριες: Κλασικισμός | Οι συνθέτριες (μέρος VI)

Έφη Ζάννη

WOODSTOCK: Τότε που το ροκ εντ ρολ ήταν επικίνδυνο | Του Κώστα Μπλιάτκα

Κωνσταντίνος Μπλιάτκας

Megaron… on demand

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X