Sparmatseto
Μουσική

Γυναίκες συνθέτριες: Μπαρόκ | Οι συνθέτριες (Μέρος ΙΙΙ)

 

Γυναίκες συνθέτριες: Μπαρόκ | Οι συνθέτριες (Μέρος ΙΙΙ)

 

Μπαρόκ | Οι συνθέτριες

 

Sulpitia Cesis (1577-…) Ιταλίδα

Η  Sulpitia Cesis γεννήθηκε το 1577 στη Μοντένα της Ιταλίας.  Ο πατέρας της έδωσε 300 πλάκες χρυσού ως προίκα για να εισαχθεί ως καλόγρια στην Αυγουστινιανική  μονή Αγίου Geminiano στη Μοντένα.

Η μόνη γνωστή εργασία της είναι ένας όγκος από μοτέτα, τα οποίο έγραψε το 1619.  Αποτελούνται από 23 μοτέτα για 2 έως 12 φωνές. Η μουσική εργασία της είναι διαφορετική από άλλες εργασίες που γράφονται εκείνη την χρονική περίοδο επειδή περιέχουν ενδείξεις για όργανα όπως κόρνα, τρομπόνια και βιολιά. Η Sulpitia Cesis αφιέρωσε τη συλλογή της σε μια άλλη καλόγρια του ίδιου ονόματος, Anna Μαρία Cesis, η οποία έζησε στη μονή Santa Lucia στη Ρώμη. Και η μονή στην οποία ήταν αφιερωμένη η Sulpitia Cesis και η μονή στην οποία ήταν έγκλειστη η Anna Μαρία Cesis ήταν πολύ γνωστές για τη μουσική τους παράδοση.

 

 

Leonora Duarte (1619-1678)Φλαμανδή

 Η Léonora γεννήθηκε στην Αντβέρπη του Βελγίου μέσα σε μιά οικογένεια  πορτογαλλικής σεραφαδίτικης προέλευσης. Οι γονείς της ήταν “marranes”:  δηλαδή    Εβραίοι που αναγκάστηκαν να αλλαξοπιστήσουν και να ασπασθούν τον καθολικισμό κάτω απο την πίεση των διώξεων των Εβραίων από την ιερά εξέταση της Ισπανίας και Πορτογαλίας. Ωστόσο  ήταν κρυφά πιστοί στις πεποιθήσεις και τις προγονικές εβραικές πρακτικές.  Η μητέρα της Léonora, η Catharina Rodrigues, είχε γεννηθεί το έτος 1584 και πέθανε το έτος 1644, σε ηλικία 60 ετών, ενώ ο πατέρας της, ο Gaspar Duarte, γεννήθηκε το έτος 1584 και πέθανε το έτος 1653. Ο Gaspar είχε παντρευθεί με τη Catharina το έτος 1609. Ο πατέρας της Léonora ήταν βαπτισμένος χριστιανός ως “marrane” στην ηλικία των 33 ετών, αλλά δεν υπάρχει κανένα έγγραφο που να  βεβαιώνει ότι η μητέρα της έχει επίσης βαπτιστεί. Παρά την αναγκαστική αλλαξοπιστία τους, η δυσπιστία προς τους “marranes” έμεινε ισχυρή και συνέχισαν να τους παρακολουθούν.  Για αυτό το λόγο η οικογένεια Duarte δραπέτευσε φοβισμένη από την Πορτογαλία και  εγκαταστάθηκε στην Ανβερπη (Anvers),μία πόλη γερμανικού πνεύματος ανεκτική στις θρησκευτικές μειονότητες. Ο Gaspar ο πατέρας και ο γιος του ο Diègo ίδρυσαν εκεί  μια ακμάζουσα επιχείρηση  κοσμημάτων και, ειδικά διαμαντιών.  Η οικογένεια  Duarte πωλούσε επίσης και έργα τέχνης. Είχε στην συλλογή της πίνακα του Johannes Vermeer και πάνω από  200 πίνακες των  Hans Holbein, Raphaël,  Titien, το Pierre  Paul Rubens και  Antoine van Dyck.

Ο Duarte είχε έξι παιδιά: Τον Diègo (ή ο Jacob, 1612-1691), την Léonora, την Catharina (γεννημένη στα 1614), τον Gaspar (1616-1685), την Francisca  (γεννημένη στα 1619) και τη  Isabella (1620-1685). Το έτος 1678 τρείς εκ των τεσσάρων αδελφών – η Léonora, η Catharina και η Francisca – χάθηκαν από την πανώλη που χτύπησε την πόλη Anvers. Η μουσική πάντοτε έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο μέσα στην εκπαίδευση των παιδιών καθότι και τα έξι παιδιά προερχόμενα εκ του γάμου του Gaspar με την Catharina έλαβαν μια εμπεριστατωμένη μουσική εκπαίδευση. Έμαθαν  να τραγουδούν και να παίζουν μουσικά όργανα  όπως κλαβεσέν, Βιργινάλι (virginal) ένα είδος τσέμπαλου πληκτροφόρου και χορδόφωνου, λαγούτο και βιόλα ντα γκάμπα.

Η οικογένεια  Duarte ενδιαφέθηκε όχι μόνο για την ολλανδική φωνητική μουσική, αλλά επίσης για την μουσική μόδα  που ερχόταν από την Γαλλία και Ιταλία.  Ο  Gaspar είχε συχνή αλληλογραφία με τον Constantijn Huygens  ποιητή και  ολλανδό συνθέτη. Απο αυτή την αλληλογραφία αντλούμε πολλές πληροφορίες για την οικογενεια Duarte. Σε αυτόν έστειλε   τρία ιταλικά κομμάτια που τα κορίτσια του είχαν τραγουδήσει.  Σε αυτά δεν φαίνεται πουθενά ο συνθέτης αυτών των κομματιών, ούτε αναφέρεται  ποιό από τα κορίτσια του  τραγουδούσε. Προς το τέλος της δεκαετίας, μέσα στα γράμματα που στέλνονται ανάμεσα στους δύο ανθρώπους αναφέρεται  ότι η Léonora τραγουδούσε άριες με  την παριζιάνικη μέθοδο του συνθέτη ο Michel Lambert.

Αυτή η αλληλογραφία στην οποία εξυφαίνεται η μουσική λειτουργία της οικογένειας Duarte και το σπίτι της οικογένειας  το οποίο αποτελούσε ένα μουσικό Παρνασσό, ένα μουσικό ομφαλό της γης, απεικονίζει τέλεια τις διεθνείς μουσικές σχέσεις όλης της Ευρώπης. Ο μουσικός κύκλος των Duarte έγινε ένας τόπος που όλα τα νέα ευρωπαϊκά στυλ συναντήθηκαν. Η Francisca και η Léonora μπορούν να θεωρηθούν ως τα πρότυπα των μεγάλων παριζιάνων τραγοuδιστριών, οι οποίες τραγουδούσαν  με το ύφος του Michel Lambert. Η αποσπασματική πληροφορία, προερχόμενη  από την αλληλογραφία  του Gaspar με τον Κωνσταντίνο Huygens, επιτρέπει  να γίνει κατανοητό ότι η οικογένεια των Duarte είχε άμεση  σχέση με την παριζιάνικη μουσική σκηνή. Άλλωστε   ο Michel Lambert (1610-1696)  ήταν Διευθυντής της βασιλικής  μουσικής σκηνής και συνθέτης των αριών της αυλής.  Οι τραγουδιστές της αυλής του Λουδοβίκου ΙΔ Γαλλίας, Bergerotti και Dupuy, τραγούδησαν τις άριες του διακοσμώντας με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδείξουν την  μεγάλη δεξιοτεχνίας τους. Ο γάμος του Baptiste Lully με το κορίτσι του Michel  Lambert δημιούργησε μια πιό στενή σχέση  ανάμεσα στο ιταλικό στυλ και στο στυλ της γαλλικής μουσικής. Το γεγονός ότι η Francisca  Duarte αναφέρεται  μαζί με Bergerotti μέσα στο γράμμα  του Huygens  και ότι η ίδια και η οικογένειά της προήγαγαν  τη μουσική του Lambert  στην Αντβερπη  πιστοποιεί την διεθνή φήμη αυτού του ύφους όσο και τις μουσικές ικανότητες και τα ταλέντα της οικογενείας  Duarte. Ο μουσικολόγος ο Rudolf Rasch αναφέρει ότι, ανάμεσα στα έτη 1640 και  1650, οι γάλλοι μουσικοί  Anne και  Joseph de la Barre, καθώς επίσης ο Nicholas Lanier, επισκέφθηκαν το σπίτι  των Duarte κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους.

 

 

Η Léonora και ο Diègo  Duarte  εκτός απο τα ταλέντα τους να τραγουδούν  ή να παίζουν αρκετά όργανα, ήξεραν επίσης να συνθέτουν κομμάτια  μουσικής. Μέσα σε ένα γαλλικό ύφος, η Léonora έγραψε, για ένα σύνολο με  πέντε βιόλες, μια σειρά από επτά αφηρημένες φαντασίες  που ονόμασε συμφωνίες. Η βιβλιοθήκη Christ Church στο κολλέγιο της Οξφόρδη κατέχει ένα  αντίγραφο  από τις παρτιτουρες, που καταγράφηκαν  από έναν επαγγελματία γραφέα και οι  τίτλοι με το χέρι του πατέρα της Leonora. Τα κομμάτια πιστοποιούν ένα  αρκετά αξιοπρόσεκτο ταλέντο και δεν είναι το αποτέλεσμα ενός  ερασιτεχνισμού. Δεν μπορούμε παρά να υποθέσουμε ότι η Léonora είχε  κάποιο καθηγητή να της διδάσκει μουσική σύνθεση. Πρόκειται  ίσως για τον  άγγλο συνθέτη  John Bull,  που διέμεινε στην Αντβερπη sta  1615.

Ο αδελφός της Léonora, ο Diègo, έλαβε δίxως άλλο την ίδια μουσική εκπαίδευση με  τις αδελφές του αλλά δεν γνώριζε  να παίζει  όργανα. Ξέρουμε εντούτοις ότι έβαλε στη μουσική αρκετά ποιήματα του William Cavendish και τις παραφράσεις των ψαλμών Godeau (1673-1685), μουσικά έργα που αφιερώνονται στον  Huygens. Δεν μας μένει κανένα από αυτά  τα κομμάτια, τα οποία είχαν γραφτεί δίχως άλλο για μία φωνή και μπάσο κοντίνουο. Ο Diègo Duarte πέθανε στα 1691, χωρίς  να αφήσει κληρονόμους. Με αυτόν, η οικογένεια εξαφανίστηκε, όπως εξάλλου ο καλλιτεχνικός Παρνασσός στην Αντβέρπη.

 

 

Léonora Baroni( 1611-1670) Ιταλίδα

H Leonora Baroni ήταν μία  τραγοuδίστρια, συνθέτρια,  λυρική καλλιτέχνης που έπαιζε μουσικά όργανα όπως βιόλα ντα γκάμπα και θεόρβη(είδος λαούτου). Η Léonora Baroni (επίσης αποκαλούμενη Ελεωνόρα ή Lionora) γεννήθηκε το έτος  1611 στη Μάντουα και πέθανε το ετος  1670 στη Ρώμη. Hταν κόρη της Αντριάννα Baroni-Basile γι’ αυτό το λόγο το χαιδευτικό της όνομα ήταν  Adrianella ή Adrianetta. Μελέτησε τραγούδι δίπλα στην  μητέρα της και κατείχε μια άριστη τεχνική και  έκανε εμφανίσεις ως λυρική τραγουδίστρια στα σαλόνια του παλατιού  Barberini.

Στις 27 Μαΐου 1640, παντρεύτηκε  τον Giulio  Cesare Castellani,  προσωπικό γραμματέα του καρδιναλίου Francesco Barberini.

Ο Γαλλο-Ιταλός καρδινάλιος, διπλωμάτης και πολιτικός, Ιούλιος Μαζαρίνος  ο οποίος υπηρέτησε ως πρωθυπουργός της Γαλλίας από το 1642 έως το θάνατό του, ήταν μεγαλος θαυμαστής της. Αυτός ο άνθρωπος, ο Μαζαρίνος, ο οποίος διακρινόταν ως σημαντικός συλλέκτης έργων τέχνης και κοσμημάτων, ιδιαιτέρως διαμαντιών, και κληροδότησε τα “διαμάντια του Μαζαρίνου” στον Λουδοβίκο ΙΔ’ το 1661, έπαιξε μεγάλο ρόλο στην πολιτική και καλλιτεχνική ζωή της Γαλλίας, τον 17ο αιώνα. Έχοντας πλήρη γνώση του ταλέντου της Leonora Baroni καθότι την άκουγε συχνά στη Ρώμη, την σύστησε στην Αννα της Αυστρίας ώστε να την προωθήσει. Η Anne της Αυστρίας πέτυχε να εμφανισθεί  η  Léonora Baroni στο Παρίσι το Φεβρουάριο του έτους 1644 και της κάλυψε όλα τα έξοδα. Κατοπιν αυτής της προσκλήσεως συμμετείχε σε μουσικές εκδηλώσεις στο Παρίσι μαζί με τον καστράτι Atto Melani και τον συνθέτη Marco Marazzoli, ιταλούς μουσικούς  προσκεκλημένους επίσης στην Γαλλική αυλή. Σύμφωνα με τον μουσικολόγο Joseph Fétis, η Léonora Baroni έπαιξε τότε σε δύο όπερες του Francesco Cavalli, “Serse” και “Ercole amante” Ωστόσο αυτή η αποψη δεν φαίνεται να ευσταθεί γιατί οι δύο αυτές όπερες έχουν συντεθεί χρονικά αργότερα  (αντίστοιχα τα έτη 1655 και 1662) της διαμονής της Leonora στο Παρίσι. Οι Γάλλοι αυλικοί, συνηθισμένοι στο  γαλλικό ύφος κρίνουν με προσβλητικό τρόπο τις ερμηνείες της Leonora Baroni. Η παραμονή όμως της Leonora στο Παρίσι  συμβάλλει ώστε να αναπτυχθεί η αισθητική για την ιταλική φωνητική τέχνη και ετοιμάζει την επιτυχία του Ορφέα του  Luigi Rossi (1647). Κατόπιν αυτού του ταξιδιού  επιστρέφει στη Ρώμη  τον Απρίλιο του  έτους 1645, και παραμένει εκεί μέχρι τον θάνατο της.

Θεωρείται από πολλούς σύγχρονους της   ως μία μουσικός  άρτια με  λαμπρό πνεύμα, ικανή να συζητάει  για θέματα μουσικής όπως επίσης και για λογοτεχνία και για πολιτική. Πολλά ποιήματά  την επευφημούν που γράφονται απο ποιητές όπως, από τον Fulvio Testi, τον Francesco Bracciolini, τον Claudio Achillini και Lelio Guidiccioni.  Ο John  Milton  μάλιστα της αφιερώνει αρκετά επιγραμματα  που τιτλοφορούνται  “Ad Leanoram Romae Canentem”, .

Ο Γάλλος μουσικός που έπαιζε βιόλα ντα γκαμπα (γκαμπίστας -gambiste)   André Maugars, σε μία μετάβασή του στη  Ρώμη το έτος 1639, την περιγράφει με αυτούς τους όρους: «Εχει προικοδοτηθεί από ένα όμορφο πνεύμα, έχει  εξαιρετικά καλή κρίση ώστε να  διακρίνει την κακή από την καλή μουσική.  Έχει εξαιρετική ακοή και μάλιστα συνθέτει  με τον τρόπο που τραγουδά,  εκφράζοντας τέλεια  το νόημα των εννοιών. Δεν είναι ναρκισίστρια εξαιτίας της ομορφιάς της ούτε δυσάρεστη ούτε κοκέτα. Τραγουδά με ευπρέπεια, με  γενναιόδωρη σεμνότητα, και με μια γλυκιά βαρύτητα. Η φωνή της έχει μια υψηλή ηχητική έκταση, ακρίβεια και  αρμονία.  Tην απαλύνει και την ενδυναμώνει χωρίς κόπο και γκριμάτσες. Οι εκρήξεις της και οι αναστεναγμοί της δεν είναι ποτέ λάγνες. Τα βλέμματά της δεν είναι ποτέ προκλητικά και οι κινήσεις και οι χειρονομίες της είναι ευπρεπείς και κόσμιες. Περνώντας από τον ένα  τονισμό σε άλλο υπογραμμίζει με υψηλή αισθητική τις χρωματικές μετονυμίες με ακρίβεια. Δεν  υπάρχει πρόσωπο που δεν ευχαριστείται αυτήν την τόσο όμορφη και δύσκολη μέθοδο τραγουδιού. Δεν έχει την ανάγκη να απομυζά στήριξη και  βοήθεια απο μιά θεόρβη ή μιας βιόλα παρόλο που παίζει εκπληκτικά και τα δύο όργανα.”

Δυστυχώς καμία των συνθέσεών της δεν έχουν διατηρηθεί μέχρι τη σύγχρονη εποχή μας.

 

 

ElisabethSophie de MeckelembourgGustrow (20 Αυγούστου 1613-  12 Ιουλίου 1676) – Γερμανίδα

 Η Sophie Mecklembourg είναι Γερμανίδα  ποιήτρια και συνθέτρια, κόρη του Albert ΙΙ Mecklembourg και της  Ελίζαμπετ Mecklembourg  που γεννήθηκε στο Gustrow. Άρχισε τις σπουδές της στην αυλή του πατέρας της, του δούκα  Albert ΙΙ Mecklembourg,στο Gustrow, στην οποία υπήρχε μια γνωστή ορχήστρα από Άγγλους  μουσικούς υπό την διεύθυνση του  William Brade. Σε ηλικία 15 ετών, την περίοδο που ο πόλεμος των τριάντα ετών απειλούσε την αυλή του Gustrow το 1628 κατέφυγε στην αυλή του   Kassel,στην κεντρική Γερμανία, στην οποία υπήρχε επίσης μια μουσική παράδοση, Ανέλαβε  να οργανώσει την ορχήστρα της αυλής, και εργαζόταν  στενά με το Heinrich Schütz, ο οποίος ήταν διευθυντής ορχήστρας το 1655. Ισως έχει  συνεργαστεί μαζί του  σε αρκετές συνθέσεις της. Παντρευτηκε το έτος 1635 τον Auguste II de Brunswick-Wolfenbuttel και απέκτησε τρία παιδιά.

Οι περισσότερες συνθέσεις της Sophie είναι θρησκευτικοί ύμνοι. Μερικοί εκδίδονται το 1651 και το 1667. Ο θρησκευτικός ύμνος που τυπώνεται το 1651, και ονομάζεται “Vinetum evangelicum, Evangelischer Weinberg”, είναι γνωστός ως  το πρώτο κομμάτι του οποίου συντάκτης είναι γυναίκα. Έπαιξε επίσης έναν μείζονα ψυχαγωγικό ρόλο μέσα στη ζωή της αυλής  και  έγραψε μουσική για την τέρψη των ευγενών. Δύο εξ αυτών των συνθέσεων έχουν φτάσει ως τις μέρες μας:” Friedens sieg”  (1642, Brunswick) και “ Glückwünschende Freudensdarstellung “ (Lüneburg, 1652).

 

 

Barbara Strozzi (1619-1677) Ιταλίδα

 Η Barbara Strozzi είναι η υιοθετημένη κόρη (και πιθανώς η νόθα κόρη) του ποιητή Giulio Strozzi, συγγραφέα- λιμπρετίστα που ενθάρρυνε και πριμοδότησε την μουσική της καριέρα. Η Barbara Strozzi γεννήθηκε στη Βενετία το 1619 από την Isabella Garzoni, υπάλληλο του Giulio Strozzi, ο οποίος το έτος 1628, αναγνώρισε τη Barbara ως φυσική κόρη του .

Κάτω από την καθοδήγηση του Giulio Strozzi’s, η Barbara μελέτησε τη μουσική με τον τραγουδιστή και  συνθέτη  οπερών Francesco Cavalli  και ανέπτυξε την ικανότητα της στο τραγούδι και στην σύνθεση. Από την ηλικία των 16 ετών τραγουδούσε στις συναυλίες στο σπίτι του πατέρα της Strozzi, που την συνόδευε με ένα από τα πολλά όργανα στο σπίτι του. Το 1635, ο συνθέτης, Nicolò Fontei δημόσιευσε τον πρώτο τόμο  στη Βενετία, με  τραγούδια που αφιερώθηκαν “στη γοητευτική και ιδιαίτερα ταλαντούχο νέα γυναίκα, Signora Barbara.»

Δύο έτη αργότερα, ο Giulio Strozzi συμμετείχε στην ακαδημία “Accademia degli Incogniti”, η οποία ιδρύθηκε από τον Giovanni Francesco Loredan και τον Guido Casoni. Η Ακαδημία ήταν μια κοινωνία διανοούμενων, κυρίως ευγενών, οι οποίοι επηρέασαν σημαντικά την πολιτιστική και πολιτική ζωή της Βενετίας. Άντλησε την φιλοσοφική της κοσμοθεωρία απο  την αριστοτελική φιλοσοφία και υλοποιήθηκε  από τον Cesare Cremone, έναν περιπατητικό καθηγητή της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας.  Η Ακαδημία περιέλαβε  ιστορικούς,  ποιητές, και  λιμπρετίστες. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ellen Rosand, η ακαδημία, λειτούργησε μυστικά και τα μέλη της έγραψαν συχνά σε μια μυστική γλώσσα και δημοσίευσαν συχνά τις εργασίες τους ανώνυμα. Η ακαδημία δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα στην προώθηση του μουσικού θεάτρου στη Βενετία, ιδρύοντας το θέατρό το Novissimo, το οποίο άκμασε  μεταξύ 1641 και 1645 και στα λιμπρέτα του για τα μουσικά δράματα, οι  διανοούμενοι της ακαδημίας έθεσαν έναν τόνο που ήταν  “συχνά ανήθικος». Για αυτό το λόγο η ακαδημία απεικονίζεται συχνά ως ομάδα «δύσπιστων ακόλαστων ανθρώπων”. Ωστόσο η ακαδημία παρέμεινε ανεπίσημο κέντρο της πολιτικής δύναμης της Βενετίας για αρκετές δεκαετίες.

 

 

Από το έτος 1634 η Barbara Strozzi  συνεργάστηκε ως τραγουδίστρια και συνθέτρια στην άνω ακαδημία.  Στις συγκεντρώσεις των μελών, τα ταλέντα της Barbara ως τραγουδίστριας  και συνθέτριας ήταν σαφώς εμφανή. Ήταν γνωστή για την διάνοια, την γρήγορη εκμάθηση της μουσικής και το πνεύμα της και προήδρευσε συχνά  στις συνεδριάσεις της Ακαδημίας.

Η ομορφιά της Strozzi δεν πέρασε απαρατήρητη. Αυτή η ομορφιά επιζεί μέσα από ένα πορτραίτο του  Bernando Strozzi παρουσιάζοντας  την ως πολύ ελκυστική νέα γυναίκα με καστανά μαλλιά και ένα σοβαρό και άμεσο βλέμμα. Ο πίνακας αυτός οδήγησε πολλούς μελετητές  να σκεφτούν ότι ίσως υποστηρίχθηκε  ως πόρνη. Εν τούτοις, η Barbara Strozzi ήταν ταλαντούχος συνθέτης. Σε ένα άρθρο μουσικό σε τριμηνιαίο περιοδικό το έτος 1999, η Beth Glixon έγραψε ότι Strozzi ήταν «ο πιο παραγωγικός συνθέτης – άνδρας ή γυναίκα – της τυπωμένης κοσμικής φωνητικής μουσικής στη Βενετία στο μέσο του 17ου αιώνα».

Το 1644, η Strozzi δημοσίευσε το πρώτο έργο  την πρώτη εργασία της αφιερωμένα στη μεγάλη δούκισσα της Τοσκάνης, Σχεδόν όλες οι εργασίες της ήταν κοσμικές και οι περισσότερες γράφτηκαν για μια λυρική σοπράνο. Παρουσιάζουν εύκαμπτη μουσική μορφή  καθώς κινήθηκε εύκολα μεταξύ των καντατών, των αριών και των ντουέτων. Είχε δημοσιεύσει μέχρι το 1664 125 έργα, οκτώ opus, μαδριγάλια, άριες και καντάτες. Συνέθεσε πολλά φωνητικά έργα για τους μαικήνες, όπως το Δόγη της Βενετίας Nicolò Sagredo, τον Ferdinand ΙΙΙ, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την Ελεονώρα Gonzaga της Μάντοβα, τη Sophie της Βοημίας  Δούκισσα του Brunswick.  Το σημαντικό σώμα του συνθετικού της έργου  περιέλαβε έξι τόμους των καντατών, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλον συνθέτη που εργαζόταν σε εκείνο το ύφος τότε.

Η Barbara Strozzi δεν παντρεύτηκε ποτέ, αλλά, ως το 1651, είχε τέσσερα παιδιά, τρία από το Giovanni Paolo Vidman, έναν φίλο του πατέρα της, ο οποίος ήταν  παντρεμένος. Αυτός βέβαια και η οικογένεια Vidman  άφησαν  χρήματα σε αυτά τα παιδιά στις διαθήκες τους.

Ο τελευταίος δημοσιευμένος όγκος έργων της  Strozzi εμφανίστηκε το 1664. Το επόμενο έτος παρήγαγε  τραγούδια για τον Carlo ΙΙ, δούκα της  Mantua. Έκτοτε, λίγα είναι γνωστά για τη ζωή της. Παρέμεινε στη Βενετία μέχρι το Μάιο του 1677, όταν κινήθηκε προς την Πάδοβα, όπου, μετά από μια σύντομη ασθένεια, πέθανε το Νοέμβριο στην ηλικία 58 ετών.

 

 

Συνεχίζεται…

Σχετικά άρθρα

ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΑΜΕΛΛΟΣ – Η ΖΩΗ ΗΤΑΝ ΣΗΜΕΡΑ | ΝΕΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Steve Reich | Music For 18 Musicians (1978)

Βασίλης Δελιάδης

Ζανέλ – Μια Φορά Αγαπάμε | Νέο τραγούδι

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X