Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Σαν σήμερα έφυγε ο αγωνιστής συγγραφέας Γιάννης Μαγκλής

Ο Γιάννης Μαγκλής γεννήθηκε στην Κάλυμνο. Ο πατέρας του, άλλοτε κτηματίας στη Μικρασία, ήταν υποδιευθυντής ελληνοαγγλικής εταιρείας εμπορίας σφουγγαριών. Στη γενέτειρά του ο Γιάννης Μαγκλής τέλειωσε το Γυμνάσιο και εργάστηκε σε νεανική ηλικία στα σφουγγαράδικα.

Από το 1926 και για δυόμισι χρόνια εργάστηκε σε αποθήκη επεξεργασίας σφουγγαριών, όπου διακρίθηκε και στάλθηκε από την εργοδότρια εταιρεία εσωτερικός σε λύκειο της Χάβρης της Γαλλίας για να συμπληρώσει τις γνώσεις του. Μετά την ολοκλήρωση των εκεί σπουδών του προάχθηκε σε υποδιευθυντή του παρισινού υποκαταστήματος. Κατά τα χρόνια της παραμονής του στη γαλλική πρωτεύουσα στράφηκε με ενδιαφέρον στη μελέτη Ιστορίας, Φιλοσοφίας και Λογοτεχνίας. Το 1933 πήρε μετάθεση στη γενέτειρά του και λόγω των σκληρών συνθηκών εργασίας προσβλήθηκε από φυματίωση, ασθένεια που εγκαινίασε τις μακρόχρονες περιπέτειες της υγείας του.

Το 1937, κατά τη διάρκεια νέας μετάθεσής του στην Αίγινα γνωρίστηκε με το Νίκο Καζαντζάκη, ο οποίος στάθηκε πνευματικός οδηγός και συμπαραστάτης του. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχθηκε στο Ε.Α.Μ. ως υπεύθυνος αρχικά στην περιφέρεια της Αίγινας και στη συνέχεια στην Κηφισιά ως διαφωτιστής. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου έφυγε για το βουνό και μετά την ανακωχή επέστρεψε στην Κάλυμνο, ξαναρχίζοντας να δουλεύει στα σφουγγαράδικα.

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1940 από την Αίγινα, με τη δημοσίευση της συλλογής διηγημάτων Οι κολασμένοι της θάλασσας, για την οποία τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό του περιοδικού Νεοελληνική Λογοτεχνία. Συνέχισε να γράφει με παραίνεση του Καζαντζάκη, ο οποίος του υπέδειξε και να μεταφράσει στα ελληνικά το γαλλόφωνο έργο του Τόντα Ράμπα. Μετεμφυλιακά ασχολήθηκε επίσης με το θέατρο, γράφοντας έργα και συγκροτώντας ερασιτεχνικούς θιάσους στην Κάλυμνο και τη Ρόδο. Την ίδια περίοδο (1948 και μετά) η υγεία του παρουσίασε νέα κάμψη, η οποία τον ταλαιπώρησε για εννιά τουλάχιστον χρόνια και οδήγησε σε δύο επώδυνες χειρουργικές επεμβάσεις στο εξωτερικό.

Από τότε ζει χωρίς ιδιαίτερες μετακινήσεις και εξακολουθεί να γράφει. Τιμήθηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1958 για το έργο του Τ’ αδέλφια μου οι άνθρωποι και το 1974 για τους Σημαδεμένους), το δεύτερο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1956 για το Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί), το χρυσό μετάλλιο σε δυό ευρωπαϊκούς διαγωνισμούς θαλασσινού πεζογραφήματος (1988 για τους Κολασμένους της θάλασσας και 1989 για τους Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου), το Χρυσό Μετάλλιο του Δήμου Καλύμνου (1982) και το Βραβείο της Ακαδημίας Κλασσικής Ποίησης της Γαλλίας (1983). Ο Γιάννης Μαγκλής είναι ένας από τους πολυγραφότερους και πιο δημοφιλείς έλληνες συγγραφείς της μεταπολεμικής περιόδου. Το έργο του εντάσσεται στην παράδοση της ελληνικής ρεαλιστικής ηθογραφίας, ενώ επιρροές δέχτηκε επίσης από το έργο και τον ιδεολογικό προσανατολισμό του Νίκου Καζαντζάκη.

Τη γραφή του χαρακτηρίζουν το απλό ύφος, η αμεσότητα στην έκφραση των συναισθημάτων, η αξιοσημείωτη αφηγηματική δεινότητα και η διαρκής φροντίδα για τη δημιουργία ηρώων που αποτελούν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, καθώς επίσης ο έμμεσος διδακτισμός και το αγωνιστικό πνεύμα.

Ο Γιάννης Μαγκλής πέθανε στις 24 Απριλίου 2006 στην Κηφισιά και τάφηκε στην αγαπημένη του Κάλυμνο.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ

Γιατί;

Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί (1956) και αποτυπώνει χαρακτηριστικά το ανθρωπιστικό πνεύμα της πεζογραφίας του Γ. Μαγκλή.

Σουρούπωνε και η μάχη που είχε αρχίσει σύναυγα* κόπασε πια. Λίγη ώρα πριν έπεφτε ακόμη αραιό λιανοντούφεκο. Κάποιος θερμόαιμος χτυπούσε στο πείσμα του οχτρού.
Όμως τώρα ήταν πλέρια ησυχία. Ο μεγάλος ήλιος που ολημερίς τσουρουφλούσε φίλους κι οχτρούς είχε γυρίσει πια να ξεκουραστεί. Σιχάθηκε να βλέπει τους ανθρώπους να σκοτώνονται συναμεταξύ τους κι έκλεισε τα μάτια να ξεχάσει.
Ο νέος στρατιώτης ακούμπησε απάνω στο βράχο το ντουφέκι και το κράνος, άνοιξε τα χέρια πλατιά να ξεμουδιάσει το απανωκόρμι, ανάσανε βαθιά κάνα δυο φορές και βιαστικός βάλθηκε να κατηφορίζει την πλαγιά, να φτάξει πιο γρήγορα στη ρεματιά που από χτες είχε σημάνει* μια φλεβίτσα γάργαρο, πεντακάθαρο νερό. Ήτανε δροσιά κάτω εκεί και το βρεμένο χορτάρι μύριζε όμορφα. Ο νέος στρατιώτης έσκυψε πάνω από την ξεχειλισμένη γουρνίτσα* κι ήπιε άφθονο το κρύο νεράκι. Η φλόγα έσβησε από τα σωθικά του.
«Αχ, τι δροσιά…», είπε. Έσκυψε πάλι, χούφτιασε το νερό και το ‘χυσε στο πρόσωπο κι απάνω στο κεφάλι. Δροσίστηκε, καθαρίστηκε, μέρεψε.* Έγινε άλλος άνθρωπος. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι κοίταξε τον ουρανό και μίλησε χαρούμενα.
– Θε μου, όμορφη ‘ναι η ζωή του ανθρώπου. Κάνε με το καλό να τελέψει* γρήγορα ο πόλεμος, να γυρίσω πίσω στο σπίτι κοντά στη γριά μανούλα που με καρτερά και κοντά στ’ αδέρφια μου.
Τέλεψε το λόγο, χάιδεψε ακόμα με το χέρι, με το μάτι το δροσερό νεράκι. Σηκώθηκε να φύγει. Αξάφνου άκουσε πλάι του περπατηξιά, εκεί, από την άλλη μεριά της ανηφόρας, κι έστριψε απότομα το κεφάλι να δει.
Ένας άλλος στρατιώτης, οχτρός, κατέβαινε και τούτος ξέγνοιαστος και ξαρμάτωτος,* να πιει από τη γουρνίτσα, να δροσιστεί και, με τον τρόπο τούτο, να ευχαριστήσει το Θεό, που τον προστάτεψε και τον φύλαξε και τη μέρα τούτη.
Μα ο πρώτος στρατιώτης ξέχασε ολότελα τα όσα τώρα δα είπε αγναντεύοντας τον ήσυχο ουρανό και μονοστιγμής τράβηξε από τη μέση του το πιστόλι και το πρότεινε στον οχτρό.
Ο άλλος που ερχότανε διψασμένος από την ολοήμερη κάψα,* κι ένιωθε κιόλας να λαγαρίζει μέσα του το τρεχούμενο νεράκι και να του δροσίζει τα πυρωμένα σωθικά, τρομαγμένος τώρα μπρος στο απλωμένο πιστόλι σήκωσε μονομιάς τα χέρια και κάτι είπε στη γλώσσα του παρακλητικά, με φοβισμένη, συγκινημένη φωνή. Τάχατες ήθελε να πει:
– «Κοίταξέ με, αδερφέ μου, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξε, είμαι νέος πολύ και ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλο κανένα, με καρτερά».
Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό.
Ο άνθρωπος κυλίστηκε πάνω στη γης σπαράζοντας και βογκώντας.
Ο νέος στρατιώτης, νευρικός πολύ, σίμωσε το χτυπημένο και στάθηκε απάνω του κοιτώντας τον.
Ο ξένος ήτανε πεσμένος ανάσκελα. Σάλευε σπασμωδικά, κούναγε τα πόδια κι έσφιγγε τα δυο χέρια του απάνω στο στήθος.
Τα χλωμά πονεμένα χείλη κινιόντουσαν σιωπηλά. Τα ορθάνοιχτα μάτια κοιτούσαν γιομάτα απορία και φόβο το νέο στρατιώτη. Και πάνω σε όλο το πρόσωπο: μέτωπο, μάτια, χείλη, ήταν περιχυμένα ο ανθρώπινος πόνος και το ξάφνιασμα.
Του νέου στρατιώτη τού φάνηκε σαν να τόνε ρωτούσε:
«Γιατί το ‘κανες το κακό τούτο, αδερφέ μου άνθρωπε; Γιατί θέλησες να κριματιστείς,* να πάρεις στο λαιμό σου το αίμα ενός αθώου; Παρακάλαγα το Θεό να μ’ έχει καλά και να γυρίσω γρήγορα στο χωριό, ν’ αγκαλιάσω τη μανούλα μου και να της φιλήσω τα κουρασμένα ματάκια».
Κι όσο ο νέος στρατιώτης τον κοίταζε, θάρρευε ότι τα πικραμένα χείλη του πληγωμένου τού μίλαγαν, του έλεγαν τον πόνο και το παράπονό του.
«Κι ακόμα, σα να του ‘λεγε, μια κοπελίτσα με περίμενε. Είχαμε κάνει όνειρα πολλά μαζί και καρτέραγε να σταματήσει ο καταραμένος πόλεμος να γυρίσω στο χωριό. Μα τώρα, αδερφέ μου, να, κοίταξε πώς με κατάντησες».
Ένα σκληρό χέρι έσφιγγε την καρδιά του νέου στρατιώτη.
Σιδερένιος κύκλος πέρασε γύρω από το κεφάλι του, του το ‘σφιγγε και τον πόναγε. Τα μάτια καίγανε. Τον έπιασε παράξενο κακό κι άρχισε να τρέχει την ανηφόρα. Γλίστραγε, έπεφτε, πετιόταν απάνω και ξανά πάλι έτρεχε.
Μεσοστρατίς του βουνού σταμάτησε. Δεν μπορούσε άλλο. Λαχάνιασε, πιάστηκε η καρδιά του, κουράστηκαν τα πόδια, λύγισαν τα γόνατα. Έμεινε εκεί ασάλευτος με το κεφάλι σκυμμένο να σκέφτεται. Μα να σκεφτεί δεν μπορούσε. Χτύπαγαν τα μηνίγγια, το κεφάλι βούιζε. Αξάφνου, χωρίς καλά καλά να ξέρει τι κάνει, βάλθηκε να τρέχει πάλι την πλαγιά κατηφορίζοντας. Μέσα στο μυαλό του τώρα καρφώθηκε μια σκέψη: να προφτάξει, να βοηθήσει το χτυπημένο.
– Θε μου, μουρμούρισε, λυπήσου τον, λυπήσου με. Άφησέ τον να ζήσει.
Έφταξε στη ρεματιά, σίμωσε το χτυπημένο. Τον άγγιξε· ήτανε ζεστός.
Άπλωσε τα χέρια, τα πέρασε με προσοχή κάτω από το πληγωμένο κορμί, τ’ αγκάλιασε ολόγυρά του, τον έσυρε απάνω του και τον κράτησε έτσι σφιχτά. Χτύπαγε η καρδιά βουτημένη στην αγωνία. Τρυφεράδα και πόνος, αγάπη και φροντίδα, όλα τούτα μαζί τόνε συνεπήραν.
Σιγά, προσεχτικά, τον έφερε ίσαμε τη γουρνίτσα και τον ακούμπησε απάνω στο γρασίδι· πήρε το νερό, που με λαχτάρα κατέβηκε να πιει, και του ‘βρεξε τα μαλλιά, του καθάρισε το νεανικό, ωραίο πρόσωπο, του ‘σβησε το λεπτό ματωμένο αυλάκι που ‘χε στεγνώσει εκεί στην αριστερή μεριά του στομάτου. Του πήρε το χέρι, το άπλωσε απάνω στην ανοιχτή δική του παλάμη και το απαλοχάιδευε.
– Αδερφέ μου, του ‘λεγε γλυκά, τρυφερά, αδερφέ μου, συχώρα με· και τα δάκρυα τρέχαν καυτά.
Η νύχτα κατέβηκε ολούθες και απλωμένο σκοτάδι τούς τύλιξε.
– Καλέ μου, πονεμένε μου αδερφέ, μουρμούρισε ο νέος στρατιώτης συντριμμένος. Συχώρα με, καλέ μου, δεν το ‘θελα· δεν είμαι φονιάς, σου τ’ ορκίζομαι, δεν είμαι φονιάς. Να, μια στιγμή μονάχα ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος, αδερφός μου. Πως μάνα και σένα σε περιμένει στο φτωχικό της: μάνα και πατέρας κι αδέρφια. Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω.
Θυμήθηκε τα λόγια που τους μάθαιναν κι έστρεψε πέρα το βλέμμα ανταριασμένο και άγριο μες στο σκοτάδι. Ύστερα τόνε συνεπήρε πάλι ο πόνος. Απαλοχάιδευε το χέρι του χτυπημένου και τα δάκρυα ξεχείλιζαν και το μούσκευαν.
Όμως ο άλλος πια δεν άκουγε· μήδ’ ένιωθε. Η ψυχή του είχε πετάξει και το τυραγνισμένο κορμί άρχισε να σκεβρώνει.* Το σκοτάδι πύκνωσε πιότερο και σκέπασε τους δυο ανθρώπους: φονιά και θύμα, που στέκονταν πλάι πλάι και που ο ένας απαλοχάιδευε το χέρι του άλλου και του μουρμούριζε λόγια αγάπης και πόνου, σα να ‘τανε φίλοι παλιοί, σα να ‘τανε αδέρφια. Λόγια αγάπης που ο άλλος πια δεν άκουγε.

Γ. Μαγκλής, Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί, (Δωρικός)

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

• Αλεξίου Έλλη, Κριτική για το Τ’ αδέρφια μου οι άνθρωποι, Δημοκρατική Αλλαγή, 26/7/1965.
• Αναπλιώτης Γ., Κριτική για το Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου, Σημαία (Καλαμάτα), 16/12/1962.
• Βαρίκας Βάσος, «Νέα πεζογραφήματα. Γιάννη Μαγκλή: Το ανθρώπινο πάθος (διηγήματα) – Θάλειας Καλλιγιάνη: Η Καπετάνισσα της Ρίζας», Συγγραφείς και κείμεναΑ΄ · 1961-1965, σ.43-44. Αθήνα, Ερμής, 1975 (πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Το Βήμα, 23/7/1961).
• Γιαλουράκης Μαν., Κριτική για το Τ’ αδέρφια μου οι άνθρωποι, Ταχυδρόμος (Αλεξάνδρεια), 24/5/1959.
• Γιαλουράκης Μαν., Κριτική για το Τα παιδιά του ήλιου και της θάλασσας, Ταχυδρόμος (Αλεξάνδρεια), 15/3/1964.
• Γιαλουράκης Μανώλης, «Μαγκλής Γιάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Γκότοβος Θανάσης Ν., «Μαγκλής Γιάννης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Ε΄, σ.280-297. Αθήνα, Σοκόλης, 1992.
• Ζήρας Αλεξ., «Μαγκλής Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986.
• Καζαντζάκης Νίκος, Κριτική για το Οι κολασμένοι της θάλασσας, Νεοελληνικά Γράμματα, 1/10/1940.
• Καραντώνης Αντρέας, «Γιάννης Μαγκλής», Πεζογράφοι και πεζογραφήματα της γενιάς του ’30, σ.327-338. Αθήνα, Παπαδήμας, 1977.
• Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Γιάννης Μαγκλής», Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς· Ένας κριτικός οδηγός, σ.138-139. Αθήνα, Πατάκης, 1995.
• Ραυτόπουλος Δημήτρης, «Γιάννη Μαγκλή: Τ’ αδέρφια μου οι άνθρωποι», Επιθεώρηση ΤέχνηςΙΑ΄, ετ.ΣΤ΄, 3-4/1960, αρ.63-64, σ.243-245.
• Σαχίνης Απόστολος, Πεζογράφοι του καιρού μας, σ.197-202. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1967.
• Σταμέλος Δ., Κριτική για το Κριματισμένοι και ακριμάτιστοι, Ελευθεροτυπία, 21/12/1978.
• Χατζίνης Γιάννης, Προτιμήσεις – Ελληνικά κείμενα, σ.137-145. Αθήνα, Φέξης, 1963.
• Χατζίνης Γιάννης, «Γιάννη Μαγκλή: Ο αγέρας χτύπαγε την πόρτα μας», Νέα Εστία80, ετ.Μ’, 1η/7/1966, αρ.936, σ.978-979.
• Χιονίδης Χάρρυ, Γιάννης Μαγκλής· Μεταφράστρια στα ελληνικά Ιφιάνασα Χατζηδημητρίου. Twayne Publishers – Δωρικός, χ.χ.
• χ.σ., Κριτική για τους Κολασμένους της θάλασσας, Η Αθηναϊκή, 4/2/1976.
Αφιερώματα περιοδικών
• Τομές52, ετ.Ε΄, 9/1979.

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Πεζογραφία
• Οι κολασμένοι της θάλασσας · Διηγήματα. Αθήνα, Ζαχαράκης, 1940.
• Οι βάρβαροι. Αθήνα, 1944.
• Πορεία στο βούρκο. Αθήνα, 1948.
• Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου · Μυθιστόρημα. Αθήνα, Βιβλιοδετική, 1953.
• Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί. Αθήνα, 1956.
• Τ’ αδέρφια μου οι άνθρωποι. Αθήνα, Δίφρος,1953.
• Το ανθρώπινο πάθος. Αθήνα, 1961.
• Ο ήλιος δε βασίλεψε ακόμα. Αθήνα, Φέξης, 1962.
• Τα παιδιά του ήλιου και της θάλασσας. Αθήνα, Δωρικός, 1963.
• Ο αγέρας χτύπαγε την πόρτα μας· Διηγήματα. Αθήνα, Alvin Redman Hellas, 1966.
• Ο άρχοντας. Αθήνα, Δωρικός, 1971.
• Ο κύριος κόμης. Αθήνα, 1974.
• Οι σημαδεμένοι. Αθήνα, Κολλάρος, 1973.
• Ερωτικά. Αθήνα, Κολλάρος, 1973.
• Ματωμένη πορεία. Αθήνα, 1976.
• Κριματισμένοι και ακριμάτιστοι. Αθήνα, 1978.
• Στην κολόνα της Αφροδίτης. Αθήνα, Δωρικός, 1978.
• Τα παιδιά του άρχοντα · Μυθιστόρημα. Αθήνα, Δωρικός, 1979.
• Σταυραδέρφια· Μυθιστόρημα. Αθήνα, Δωρικός, 1981.
• Το στοίχημα· Νουβέλες. Αθήνα, Δωρικός, 1982.
• Το τραγούδι της ζωής και του θανάτου· Νουβέλες. Αθήνα, Δωρικός, 1983.
• Η ανάσα της γης μου. Αθήνα, Δωρικός, 1986.
• Ταξιδιώτες της ζωής. Αθήνα, 1989.
ΙΙ.Θέατρο.
• Σαμουήλ. Αθήνα, 1948.
• ΘεατρικάΑ΄. Αθήνα, 1976.
• ΘεατρικάΒ΄. Αθήνα, 1986.
ΙΙΙ.Μεταφράσεις
• Καζαντζάκη Νίκου, Τόντα Ράμπα. Αθήνα, Δίφρος, 1956.
• Ζαν Πωλ Σαρτρ, Τα γρανάζια.
• Παναΐτ Ιστράτι, Ο μπαρμπα Αγγελής, Κυρα-Κυραλίνα, Κωνσταντής.
• Ιβάν Τουργκένιεφ, Πρώτη αγάπη· Αντσάρ. Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1979.

Σχετικά άρθρα

Η διαχρονική αξία της πολιτικής ποίησης του Κ. Καβάφη

Νίκος Σεργκενλίδης

Ο Νίκος Καζαντζάκης – άνθρωπος, Fragmenta του μεγάλου Κρητικού

Θανάσης Μουσόπουλος

Γεώργιος Κωστάκης – Ο “ευεργέτης” της Ρωσικής avant-garde

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X