Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Δυο αιώνες από την επανάσταση του 1821: ο Γιάννης Βλαχογιάννης και τα διηγήματα του (μέρος 3)

 

ο Γιάννης Βλαχογιάννης και τα διηγήματα του (μέρος 3)

 

 

Γιάννης Βλαχογιάννης και τα διηγήματα του

 

Η Θειακούλα

Το δεύτερο διήγημα είναι «Η Θειακούλα». Διαβάζοντάς το ήρθαν στο μυαλό μου ιστορίες του Άντερσεν και άλλων νεότερων δημιουργών. Η Θειακούλα είναι από τα πιο αγαπητά και γνωστά διηγήματα των Χριστουγέννων.

« Ήταν γλυκιά παραμονή, ημέρα που φέρνει στον κόσμο πρώτα τη χαρά από τη μεγάλη γιορτή του χρόνου κι ανάβει φλόγα στις καρδιές με το ζωηρό κίνημα του ερχομού της και με την απαντοχή, που δε θ’ αργήσει, βλέποντας το φως της ευλογημένης μέρας, να ευχαριστηθεί και να ησυχάσει. Θύμωνε όξω ο χειμώνας κι άναβε όσο πάγαινε το κρύο. Έπεφτ’ αριό και με διακοπή το χιόνι, που το ‘δερνε και το σκόρπαγε ο άνεμος ολούθε. Κι η μέρα έπαιρνε να γέρνει, αλλά δεν έκοβε στους δρόμους τη γιορτινή ταραχή και το πυκνό πάει κι έλα του κόσμου. Σ’ όλην τη χώρα βασίλευε μια βοή, που γένναγε η φροντίδα κι η έγνοια για την ημέρα, που ‘θελε φτάσει. Έβγαιναν φωνές χαρούμενες απ’ όλα τα σπίτια, και τα φτωχικά και τα μεγάλα, και χύνονταν όξω στις αυλές και κείθ’ έτρεχαν στους δρόμους. Κι έλαμπε ολούθε στα πρόσωπα η χαρά, τα κόκκινα απ’ το κρύο και τη θέρμη, κι ευχές εγκαρδιακές και λόγια αγάπης έφευγαν απ’ όλα τα στόματα και γλυκές ματιές έριχναν όλα τα μάτια. Κι αντί να πάψει με τον καιρό η κίνηση κι η σαλαγή του κόσμου, πο’ ‘δινε κι έπαιρνε στην αγορά κι έμπαινε κι έβγαινε στα σπίτια και γύριζε στους δρόμους, ακόμα δυνάμωνε απ’ το κρύο και το χιόνι, που το ‘δερνε και το σκόρπαγε ο πικρός άνεμος ολούθε.


Κι η μαύρη η Θειακούλα ήταν μοναχή στο έρημο σπιτάκι της, που κι αυτό κόντευε να πέσει. Μοναχή εκεί στην άκρη και χωριστά απ’ τον άλλον κόσμο, κάθονταν και βόγκαγε στο παραγώνι κι αστόχαγε να φυσήσει την άψυχη φωτούλα της και να ξεθαλήσει τα λίγα φτωχά ξυλάκια της, που της κράταγαν τη συντροφιά και της βάσταγαν τη ζέστα. Το σπίτι της ήταν μακριά από τ’ άλλα, πέρα στη ρίζα του βουνού, και κανένας δε θυμόνταν τη μαύρη τη Θειακούλα. Συμμαζεύονταν εκεί στ’ αχύρινο στρωματάκι της, τυλιγμένη με το μαύρο μαντήλι της ως τη μύτη, με τα πόδια διπλωμένα και πλεγμένα τα χέρια γύρω και με το στραβό ραβδάκι της στο πλάγι, και βόγκαγε στο παραγώνι η μαύρη η Θειακούλα […] Είχε κι άλλα ακόμα να ειπεί και να ιστορήσει η Θειακούλα κι ήθελε ακόμα να ζεσταθεί η καημένη στη φωτιά. Και δεν της έκανε η καρδιά να γύρει πίσω στο έρημο σπιτάκι της, που την καρτέραγε αδειανό και μ’ ανοιχτή την πόρτα. Μα δεν την άφηκαν άλλο να μείνει, να ζεσταθεί και να μιλήσει αυτά τα λόγια που της είπαν άξαφνα της μαύρης.


― Σήκου, Θειακούλα, τώρα να πας, σήκου, Θειακούλα, τώρα να πας.
Σηκώθηκε με το στανιό και βγήκε πάλε όξω στο δρόμο. Είχε απλωθεί ολούθε αριό ακόμα το σκοτάδι, πο’ ‘σμιγε το χρώμα του χιονιού με τ’ απόφωτο της μέρας, κι έπεφτ’ ακόμα, έπεφτε το χιόνι. Κανένας κρότος δεν ακούγονταν τριγύρω άλλος απ’ τις μακρινές φωνές των παιδιών, που γύριζαν μάγγες μάγγες στα σπίτια και στα μαγαζά κι έλεγαν τα Χριστούγεννα. Πήρε το δρόμο σιωπηλά κι αργά η Θειακούλα και μπήκε πάλε σ’ ένα σπίτι. Τίναξε πρώτα από πάνου της το χιόνι και ζύγωσε ύστερα στη γωνιά κι έμασε γύρω τους ανθρώπους του σπιτιού κι άρχισε με φωνή γλυκιά να λέει κι ευχές να δίνει.


― Καλησπέρα της αφεντιάς σας και καλή ταχινή ο Χριστός να σας δώκει, και του χρόνου και πάντα ευτυχημένοι. Πάντα με χαρά να σας βρίσκει η άγια μέρα που θαν έρθει κι ο Χριστός να σας αξιώνει πάντα να τη γιορτάζετε χαρούμενοι κι ευτυχημένοι. Να ζείτε να χαίρεστε τα παιδάκια σας κι ο Χριστός πάντα να ‘χει το χέρι απάνου τους να τα φυλάγει και να τ’ αξιώνει να ζουν τ’ αγαπημένα γονικά τους και να τους δίνει καλή μοίρα και ζωή. Γεια και χαρά πάντα στο σπίτι σας να βασιλεύει κι ήσκιος από τα κεραμίδια σας ποτέ να μην περάσει και δάκρυο απ’ το μάτι σας ποτέ να μη χυθεί κι η χάρη η αυρινή να σας φυλάγει και σας κι όλον τον κόσμο […]Και την αυγή σαν είχε πλια φωτίσει η ευλογημένη μέρα, γύριζαν όλοι χαρούμενοι απ’ την εκκλησά και βιάζονταν στο σπίτι του καθένας ν’ αράξει, να πιάσει τη γωνιά και να στρωθεί γύρω στο τραπέζι. Είχε σιγάσει πλια τ’ άπαυτο χιόνισμα της νύχτας κι έπαιρνε με το φως να ξεκακίζει ο ουρανός και να γελάει η μέρα. Πρόβαλε ο κόσμος κάτασπρος ολούθε, και το λαμπρό φόρεμα, που είχε πάρει η χώρα με την αυγή κι ασπροβόλαγε όλη, έδινε στους διαβάτες γλυκιά χαρά κοντά στην άλλη, μα δεν την άφηνε να φανεί η πρωινή παγωνιά και να ξεθυμάνει. Και κείνοι γύριζαν απ’ την εκκλησά στο σπίτι τους, που ήταν μακριά από της Θειακούλας στο δρόμο κάτου, και κει στου τοίχου την άκρη ρζωμένη την ηύραν όξω απ’ την αυλή, κοκαλωμένη από το κρύο και με το χιόνι σκεπασμένη
».

 

 

Εκάτης Έρωτες

ο Γιάννης Βλαχογιάννης και τα διηγήματα του . Το τρίτο διήγημα, «Εκάτης Έρωτες» δημοσιεύθηκε το 1900. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα πολύ μοντέρνο – πρωτοποριακό κείμενο.

Παραθέτω αποσπάσματα, εν γνώσει μου ότι χάνεται η γοητεία του συνόλου. Ιδιαίτερα, τα διηγήματα πρέπει να διαβάζονται ολόκληρα.

« […] Κάποτε αναταράχτηκε η Χρυσούλα. Άπλωσε όξω από το παράθυρο τα χέρια σαν κάτι να ’θελε ν’ αγκαλιάσει, σα να προσκαλούσε κάτι. Κι ανάδεψαν τα χείλη της σα να μελετούσαν λόγια μυστικά, προσευκή χυμένη όξω προς το μυστήριο της φύσης. Όμως ήχοι αξεχώριστοι έβγαιναν από το λάρυγγά της. Κι άξαφν’ αργά κι απόκουφα είπε αυτά τα λόγια, σαν απ’ άλλον κόσμο λόγια·
— Έρχομαι, έρχομαι, Κυρά Σελήνη!
Κι αμέσως στυλώνει το γόνα στο κατώφλι του παραθυριού και πιάνεται από τα δυο πλευρά του έτοιμη να πέσει όξω και να συντριφτεί στο βάθος του γκρεμού κάτου. Σκούζει η Αρετή λαχταρισμένη. Κάθε προφύλαξη λησμονάει και φόβο μην ξυπνήσει τη Χρυσούλα, που τη θαρρούσε ακόμα, η έρημη υπνωμένη. Την αγκαλιάζει η Αρετή σφιχτά και την τραβάει μέσα. Κι η Χρυσούλα ήμερη, όμως κι αδύνατη στον απελπισμένον αγώνα της μάνας, αφήνει να συρθεί μέσα, ενώ είχε βγαλμένο το μισό κορμί από το παράθυρο κι ακόμα λίγο ήθελε να πέσει. Τα μάτια της ολόφοβα φέρνονται τώρα εδώ κι εκεί μέσα στο σκοτεινιασμένο σπίτι. Το πρόσωπό της έχασε πια την έκσταση, ονείρου πλάνεμα κι ιερό μεθύσι, που είχε πρώτα. Μαύροι λογισμοί φαίνονται να παραδέρνουν τη Χρυσούλα τώρα. Απόφαση φριχτή, κάποια, περνάει από την όψη και τη ματιά της. Άγριος θυμός βράζει στα στήθια της τ’ αδυνατισμένα παρθένα στήθια. Σαν από σκληρό, που τη δένει, πρόσταγμα είναι σκλαβωμένη η ψυχή της.
— Πρέπει να φύγω, λέει, γλήγορα και δειλιασμένα· πρέπει να πάω… πρέπει να στολιστώ… Η αγάπη μου με περιμένει και στολισμένη πρέπει να φανώ μπροστά της… Η αγάπη μου με περιμένει!
[…] Έτρεχε η Χρυσούλα κι έτρεχε το φεγγάρι πιο γοργό τώρα, δαιμονισμένο κι αυτό, έλεγες, μεθυσμένο από του δρόμου τον αγώνα, γλιστρώντας ανάμεσα στων δεντρών τους κλώνους αλαφρά, κοφτά σαν αργαλειού σαΐτα. Άξαφνα κόπηκε ο δρόμος σε μια στροφή του, ανέλπιστα. Ψήλωναν οι τοίχοι από τα δυο πλευρά και στο βάθος του δρόμου μικρή χαμόθυρα στέκονταν κλειδωμένη με τρανή κρεμαστή κλειδαριά, σκουριασμένη, ίσως και σφαλιστή ποιος ξέρει από πότε. Έριξε η Χρυσούλα απελπισμένη ματιά γύρω στις μάντρες. Από τη μια μεριά ο δεντρόκηπος απάτητος, σκοταδερός, από την άλλη τοίχος πιο ψηλός, έρημος, ποιος ξέρει τι κρύβοντας πίσω του. […]
— Έρχομαι, έρχομαι, Κυρά Σελήνη!
Έλυσε τα χέρια από τον τοίχο και πήδησε. Πήδησε όξω από τα χαλάσματα, στον ορθοκομμένο βράχο κάτου, και πήδησε με το πλευρό, πλαγιασμένη, βλέποντας προς το φεγγάρι. Ανέμισαν τα μαλλιά της στ’ αγέρι τ’ αυγινό, ανέμισε και το λευκό νυχτικό της, αλλά κρότος κανένας δεν ακούστηκε. Σαν κάποιο φάντασμα γλίστρησε από τα ρείπια, αφήνοντας τις νυχτερινές ξεφάντωσές του, και πήγε νά ’βρει τη μονιά του, την άφωτην ημερινή μονιά του. Σαν κάποιο νεκροπούλι πέρασε, χωρίς ν’ αφήσει το πέταμά του ψίθυρο απαλό. Γαλήνη, νέκρα ύστερα! Σε λίγο το φεγγάρι ξαναφάνηκε πέρα από το βουνό, ψυχές δειλές κι απάρθενες κυνηγώντας. Τ’ άστρα κατά την Ανατολή έλιωναν ένα ένα. Μόνος ο πρόσχαρος Αυγερινός, του φεγγαριού κακός διώχτης, έλαμπε τώρα. Ο ουρανός άρχιζε χαμηλά ν’ αργυρώνεται κι η αυγή δε θ’ αργούσε να προβάλει.
Νοέβρης 1900
»

 

 

Επίλογος

Κλείνουμε την αναφορά μας στα διηγήματα του Γιάννη Βλαχογιάννη, όπως τα απολαύσαμε στις Εκδόσεις Νεφέλη, παραθέτοντας το κείμενο του Οπισθόφυλλου της έκδοσης.

«Ηθογράφος κι αυτός, όπως όλοι σχεδόν της πρώτης ηρωικής γενιάς του δημοτικισμού, ο Γιάννης Βλαχογιάννης στέκει κάπως απομονωμένος από τους συγκαιρινούς του, μιας και η ακαταπόνητη ιστοριοδιφική ενασχόλησή του μοιάζει να προσδίδει ένα δευτερότερο ρόλο στην καθαρά πεζογραφική του προσφορά. Άδικα, γιατί όχι μόνον δεν περιορίζεται στη στενά ηθογραφική περιγραφική απεικόνιση (ιδίως σε μεταγενέστερα αφηγήματά του) αλλά πλουτίζει το είδος με μια δυναμική αντίληψη με ψυχολογικές προεκτάσεις και μ’ ένα ύφος ασυνήθιστα ρωμαλέο και ταυτόχρονα λυρικό, αδρό, τραχύ, αρρενωπό. Γνήσια λαϊκή και όχι λαϊκότροπη ιδιοσυγκρασία, κάθε γραμμή του βγαίνει από μια βιωματική εμπειρία ή από ανάλογες εμπειρίες των απλών γύρω του ανθρώπων, παλιών ιδίως αγωνιστών του ΄21, που ταυτίζεται μαζί τους οργανικά, τόσο που ορισμένες φορές λησμονεί πότε γράφει ιστορία με απαιτήσεις επιστημονικές και πότε αναπλάθει την ιστορία σε λογοτεχνική μορφή».

Πραγματικά, διαβάζοντας τα διηγήματα όχι μόνο του Γιάννη Βλαχογιάννη, αλλά και των άλλων δημιουργών εκείνης της περιόδου, νιώθω μια αναγνωστική πληρότητα, και μία πίκρα για την υποτίμηση του έργου τους.

 

 

Σχετικά άρθρα

Μάνος Χατζιδάκις (1925 – 1994) ο οικουμενικός ξανθιώτης

Καλλιόπη Παπακώστα: είμαι κοντά στην ανακάλυψη του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ομιλία του Καθηγητή του Μ.Ι.Τ. Κωνσταντίνου Δασκαλάκη στην Ξάνθη

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X