Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Δυο αιώνες από την επανάσταση του 1821: ο Γιάννης Βλαχογιάννης και τα διηγήματα του (μέρος 2)

 

Βλαχογιάννης Γιάννης  (1867 – 1945) ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ (μέρος 2ο)

 

 

 

Βλαχογιάννης και Διήγημα

Το 1893 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ιστορίες του Γιάννη Επαχτίτη και άλλα διηγήματα». Έπαχτος είναι λαϊκό όνομα της Ναυπάκτου, από κει και το ψευδώνυμο του Βλαχογιάννη, που το κανονικό του επώνυμο είναι Βλάχος.

Τη χρονιά που κυκλοφόρησε η συλλογή ο Κωστής Παλαμάς έγραψε στην «Εστία» ένα κείμενο σχετικό με τη συλλογή, το οποίο περιέχεται στην έκδοση της Νεφέλης. Γράφει ο Παλαμάς: «Αισθάνεται την ζωήν και αποδίδει το αίσθημά του με δύναμιν εκφράσεων και με περιγραφικήν εύροιαν». Θεωρώ πολύ κολακευτικό αυτό που λέει ο παλιός και καταξιωμένος Παλαμάς για τον νέο Επαχτίτη / Βλαχογιάννη.

Γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας παρουσιάζοντας το βιβλίο του:

«Πιάνω σήμερα από τον Ξενιτεμό, που πρώτα τον έγραψα εδώ και τόσα χρόνια. Είναι μι’ ακέρια αρμαθιά από τέτοιες σουλιώτικες ιστορίες, που έχω άλλες στο χαρτί κι άλλες στο νου μου κι έχω σκοπό να τις βγάλω με τον καιρό και μ’ ευκολία. Βάνω κοντά τα Κουδούνια και τη Θειακούλα κι ένα ποίημα στα τελευταία. Αθήνα 28 Ιουλίου 1893 – Γ. Επ

Ο ίδιος ο Βλαχογιάννης θα εξηγήσει τις γλωσσικές του επιλογές στον πρόλογο των “Προπυλαίων”: “Όταν έπιασα το κοντύλι πρώτη φορά στα 19.., η παρθένα ορμή της ψυχής μου μ’ έφερε, σοφή στη γλώσσα του λαού μας και έγραψα τον ‘’Ξενιτεμό’’”. Στη γλώσσα του λαού τον οδήγησε το σοφά προσανατολισμένο ένστικτό του, χωρίς περαιτέρω προβληματισμούς και αμφιταλαντεύσεις. γι’ αυτό και δεν πήρε μέρος στον αγώνα για τη γλώσσα που δίχασε τον πνευματικό κόσμο. “Ο πόλεμος ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα τα γλωσσικά”, συνεχίζει ο Βλαχογιάννης στον πρόλογο των ‘’Προπυλαίων’’, “ξάναψε και θέριεψε και ίσως από τους γραφιάδες είμαι ο μόνος που δεν μπήκα στον αγώνα τους. Τη γλώσσα, μια κι είπα να τη γράφω, δε θέλω πεια να τη συλλογίζωμαι”.

Ο Βασίλης Λαούρδας λέει χαρακτηριστικά για τη σχέση ήθους και γλώσσας στο Βλαχογιάννη: “Τη γλώσσα ο Βλαχογιάννης δεν την είδε σαν λέξη ή σαν ύφος μονάχα. Την είδε σαν έκφραση ήθους που δε λέει ψέματα, που δε χάνεται σε κομψότητα και σε υφοθηρείες, αλλά ονομάζει τα πράγματα με το ίδιο το όνομά τους και πηγάζει άμεσα από ευθεία, στέρεη και ξελαγαρισμένη ψυχή”.

Γλώσσα ‘’καθάρια’’, ‘’αυστηρή λαϊκή’’ θα τη χαρακτηρίσει ο Αντρέας Καραντώνης. ‘’ανόθευτη’’, ‘’παραστατική’’, ‘’τη μόνη κατάλληλη για τα θέματα της πεζογραφίας του’’ θα συμπληρώσει ο Απ. Σαχίνης. Ωραία προσδιορίζει το εκφραστικό αυτό όργανο του Βλαχογιάννη, ο Κωστής Παλαμάς, σχολιάζοντας το διήγημά του “Για την τιμή”: “Η ελληνική ψυχή λαχταρίζει μέσα σ’ αυτό περιβαλλομένη ως ιμάτιον δόξης γλώσσαν δημοτικήν, δηλαδή γλώσσαν ελληνικήν, όσον κανονικήν, τόσον και πλουσίαν, όσο πλουσίαν τόσο και εύληπτον”.

Διαβάζοντας τα διηγήματα του Γιάννη Βλαχογιάννη εκτός από το κλίμα της εποχής, εμβαπτίζεσαι στην ψυχολογία του ανθρώπου, στα όνειρα και στα βάσανά του.

Πολύ κολακευτικά εκφράστηκε και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όταν διάβασε το χειρόγραφο του “Ξενιτεμού”: “… το έργον μου εφάνη ευγενές, φυσικότατον και αληθέστατον”. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στην εφημερίδα “το Άστυ”, παρά το γεγονός ότι επισημαίνει τις δυσκολίες στη γλώσσα του Βλαχογιάννη, βρίσκει ότι το έργο του είναι “περιεκτικό σε νέες εικόνες ζωής”.

 

 

Η Συλλογή του 1893

Από τη συλλογή αυτή του 1893 ξεχώρισα δύο διηγήματα, δίνοντας έμφαση σε δύο γιαγιές, δίπλα υπάρχουν και παιδιά μικρής ηλικίας.

 

Ο ξενιτεμός

Το πρώτο διήγημα είναι «Ο ξενιτεμός»:

«Καημένη βάβα, καλόψυχη και καλόκαρδη κι αγαπημένη βάβα, και πού να το ‘ξερες πως δε θα με ξανάβλεπες πάλε, πώς δε θα με καρτέραγες όσο να ξαναγυρίσω απ’ τα ξένα, όντας με γέλια και χαρά με ‘τοίμαζες για να με ξενιτέψεις σα να ήταν να με στείλεις στο γάμο, ή καλύτερα να πω σα να μ’ έστελνες να πάω στα πιστρόφια και σα να ήταν το βράδυ να γυρίσω πίσω, και πού να το ‘ξερες καημένη βάβα. Και πού να το ‘ξερα και γω όντας για να σ’ ακούσω αποφάσισα να παρατήσω την πατρίδα και το σπίτι μου και να πάω να γνωρίσω ξένες χώρες και μεγάλες πολιτείες, πως δε θα πρόφτανα άμα γύριζα να σε ξαναϊδώ και να σε ξαναφιλήσω. Αχ. Εγώ τα φταίω που όντας με ξεκίναγες και μου ‘δινες τη στερνή ευκή σου, τότε σαν αστραπή μου πέρασε απ’ το νου κείνη τη στιγμή που σ’ άφηνα το πικραμένο έχε γεια, κι είπα με τον εαυτό μου πως δε θα σε ξαναϊδώ. Μα πάλε είπα, λίγος θαν είναι ο μισεμός και γλήγορα θα γυρίσω πίσω και πήρα θάρρος κι έφυγα. Και σα μ’ έχασες απ’ τα μάτια σου και δε μ’ έβλεπες πλια κοντά σου, τότε έπεσες κάτου και χτύπαγες τα γόνατά σου με τα χέρια και κούναγες το κεφάλι απάνου κάτου κι έλεγες, παιδί μου μπιρ, παιδί μου μπιρ.
Και τώρα που είναι τόσα χρόνια περασμένα, κάθομαι πολλές φορές και τη θυμώμαι και μου φαίνεται πως τη βλέπω ακόμα μπρος στα μάτια μου, όπως την έβλεπα άλλη φορά, πότε να φέρνει γύρα το σπίτι, κι αυτή πιασμένη σε δουλειά, κι αν ήθελαν να της τ’ αρπάζουν απ’ τα χέρια της και δεν την άφηναν σε τίποτα να καταπιαστεί. Πότ’ έπαιρνε τη ρόκα της, ένα ξύλο που σχίζονταν στ’ απάνου μέρος σε δυο τσατάλια σα διχάλι, κι έβγαινε στο προσήλιο όξω στην αυλή και κάθονταν να γνέσει. Εκεί παγαίναμε πολλές φορές εγώ και τ’ αδερφάκια μου, καθώς ερχόμασταν απ’ τα παιχνίδια και πέφταμε στα γόνατά της και πότε της λέγαμε να μας πει πώς σκότωσαν οι τούρκοι τον Αναστούλη, τον αδερφό του παππούλη μας, τ’ όμορφο κι άξιο παλικάρι που το ‘πιασαν με προδοσά και το σκότωσαν (τον κότωσαν οι τούκοι, έλεγε το μικρότερο). Τότε κάθιζε καλύτερα, πίστρωνε καλά το φουστάνι της, αναστέναζε και ξανάπαιρνε τη ρόκα κι άρχιζε να γνέθει και να μας λέει. Κι ενώ το γνέμα έφευγε απ’ τα χέρια της καλοστριμμένο και κρουστό σα να πέρναγε απ’ του φιδιού το στόμα, στεκόμασταν κι ακούγαμε μεις τα παιδιά με το στόμα μισανοιγμένο και με τα μάτια καρφωμένα στης βάβας μας τα χείλη. Κι ένα κάθονταν καταής κοντά στη βάβα κι ακούμπαγε τα χέρια στο γόνα της απάνου και το σαγόνι ακούμπαγε στα χέρια, άλλο στέκονταν ορθό με τα χέρια δεμένα πίσω κι άλλο ακούμπαγε στο νώμο της και την κοίταζε στα μάτια. Άμα τελείωνε η βάβα, της λέγαμε να πει τώρα και τη Μαυρολένη του Μήτρο Κούστα, την όμορφη σουλιωτοπούλα, την κόρη μιανής θειας της, που την είχε ρίξει η μάνα της όντας ήταν μικρή κάτου απ’ το βράχο στα Ζάλογγα και δεν έπαθε τίποτα, γιατ’ είχε πέσει απάνου στ’ άλλα τα κορμιά και την πήρε ένας Τούρκος ύστερα, και τράβηξε […]Μον’ θανά πάεις μέσα σε κόσμο και σε πληθυσμό, π’ όλοι γλέπουν πώς ν’ αρπάξουν ο ένας το έχος τ’ αλλουνού και δεν είν’ όφκολο να ξεχωρίεις τον τίμιον απ’ τον πονηρό. Θανά γρωνίεις εκεί, μπιρ, κάθε λοής ανθρώπους και με καλούς και με κακούς θανά ζήεις και θανά κάμεις φίλους και θανά κάμεις κι οχτρούς. Για ταύτο πρέπ’ αυτού που πάεις κι αυτού που θανά προβατίεις πάντα να προσέεις και να φυλάεσαι από κακές συναστροφές κι απ’ άσκημες ορμήνειες και να είσαι φρόνιμος και περγιορισμένος και να ‘εις το φόβο του Θεού, να μην ακούς τ’ άσκημα λόγια του μιανού και τ’ αλλουνού, μηδέ να γλέπεις οι γιάλλοι τι θανά κάνουν, μόν’ να είσαι φρόνιμος και περγιορισμένος και να ‘εις το φόβο του Θεού. Πρώτα θανά ξετάεις αν είναι τίμιο και καλό ό,τι θανά κάμεις, κι απαί θανά το πιχειρίεσαι κι από το δρόμον το σωστό, π’ ως τατώρα έμαθες να προβατείς, ποτέ δε θανά ξεστρατίεις, μόν’ πάντα θανά ‘εις την καρδιά σ’ ελεύτερην απ’ τον πειρασμό και καθαρήν απ’ το ψέμα και ξάστερη θανά ‘εις τη γνώμη σ’ από κάθ’ άπρεπη βουλή. Το γλέφαρό σ’ απείραχτο θανά κρατάς από κάθε πίνο και το πρόσωπο σ’ άσπρο από κάθε ντροπή κι έτσι πάντ’ άφοβα θανά πααίνεις στο δρόμο σ’ και στο σκοπό σ’, κι έτσι θανά γένεις άνθρωπος καλός και θανά γένεις άνθρωπος μεγάλος. Κι η ξενιτιά δεν αγαπάει τους ξένους, μπιρ, μα ο ξένος ρίχνει καμιά φορά σ’ αυτήνη τον πόθο της πατρίδας. Σύρε στην ευκή του Χριστού και κοίταξε μη μας ξεχάεις, Τούλια μπιρ, κοίταξε μη μας ξεχάεις
».

 

 

Η Θειακούλα

Το δεύτερο διήγημα είναι «Η Θειακούλα».

Διαβάζοντάς το ήρθαν στο μυαλό μου ιστορίες του Άντερσεν και άλλων νεότερων δημιουργών. Η Θειακούλα είναι από τα πιο αγαπητά και γνωστά διηγήματα των Χριστουγέννων.

(συνεχίζεται)

 

 

Σχετικά άρθρα

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ και Η ΞΑΝΘΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1940 – 1950 (Α΄ μέρος)

Θανάσης Μουσόπουλος

Κική Δημουλά, η επιστολή της στον Θανάση Μουσόπουλο

Θανάσης Μουσόπουλος

Θοδωρής Γρηγοριάδης: Πεζά που αγαπήθηκαν | Του Θανάση Μουσόπουλου

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X