Sparmatseto
Βιβλίο

Ελένη Εφραιμίδου, Γκέρα | Γράφει η Ελένη Ανδρέου

 

Ελένη Εφραιμίδου, Γκέρα,  Γράφει η Ελένη Ανδρέου

 

Ελένη Εφραιμίδου, Γκέρα

Διάβασα απνευστί το καινούριο βιβλίο της αγαπημένης μου φίλης Ελένης Εφραιμίδου, Γκέρα, των εκδόσεων Σαιξπηρικόν (2020) με μια ανατριχίλα να με διαπερνά σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Και επειδή η συγκίνηση δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος στη διατύπωση μιας έγκυρης γνώμης, την άφησα μερικές μέρες, να κατακάτσει μέσα μου, για να ξαναδιαβάσω το βιβλίο, πιο ψύχραιμα αυτή τη φορά.

Μπορώ τώρα, μετά τη δεύτερη ανάγνωση, να υποστηρίξω με έλλογη βεβαιότητα ότι η Ελένη Εφραιμίδου  μάς χάρισε ένα βιβλίο, δώρο ακριβό για τον τόπο μας, για μας τους ίδιους, για τις επόμενες γενιές. Ένα βιβλίο που μας παραδίδει σε πακέτο όμορφα περιτυλιγμένο, με τρόπο ποιητικό, την τραχιά βιωμένη ιστορία του τόπου μας. Αυτή που ποτέ δεν διδαχτήκαμε στο σχολείο και που ελάχιστα ακούσαμε για τα γεγονότα που την διέτρεξαν, αφού οι βαλαντωμένοι από τα βάσανα του διπλού πολέμου γονείς μας, ελάχιστα μιλούσαν γι’ αυτά, ενώ ρίχνονταν σε νέους αγώνες επιβίωσης μέσα στα χρόνια της ακριβοπληρωμένης ειρήνης.

Κεντρικό θέμα του βιβλίου η τρίτη βουλγαρική κατοχή στη Θράκη (1941-1943). Είκοσι οχτώ διηγήματα γύρω από αυτόν τον πυρήνα πλέκουν έναν περίτεχνο ιστό από μαρτυρίες βιωμένων γεγονότων με τη λεπτή ποιητική γραφή της Ελένης Εφραιμίδου να καθηλώνει την ψυχή και τη σκέψη μας και μια λογοτεχνική οπτική που θυμίζει πάρα πολύ τις τεχνικές του θρίλερ: Τόσο το πρώτο διήγημα «Το στοιχειό» όσο και το τελευταίο «Σάββατα των ψυχών», μας εισάγουν και μας κρατούν μέσα σ’ αυτό το κλίμα μυστηρίου.

Με μια εικόνα εμβληματική σηματοδοτείται ο χαρακτήρας του βιβλίου. «Ακίνητο το Λενιώ, κοκαλωμένο, στεκόταν κι έβλεπε και ξανάβλεπε λες μες στις σκιές και στα πεσμένα πλιθιά, τα στοιχειά ορθωμένα, αδάμαστα, με τα μαχαίρια της συμφοράς υψωμένα να κτυπούν αλύπητα τα παραμύθια και τα όνειρα. Έβλεπε στις μάγισσες και στις νεράιδες το γέλιο το σαρδόνιο, το μοχθηρό, τα δόντια τους τα κοφτερά, ακονισμένα με πάθος στην ουτοπία της πλεονεξίας

 

Ελένη Εφραιμίδου, Γκέρα

 

Η μικρή Ελένη μπροστά στο στοιχειωμένο ερείπιο του χωριού με μάτια ορθάνοιχτα παρακολουθεί τα «φαντάσματα» που «στριφογύριζαν μια πάλη σαν χορό» και «έπλεκαν το υφαντό της μνήμης». Ποιος θα το βγάλει αυτό το υφαντό «κειμήλιο ακριβό» από το συρτάρι; Ποιος θα το στήσει μπροστά στα μάτια μας σαν σκηνικό του συντελεσμένου δράματος; Δεν είναι εύκολο πράγμα. Γι’ αυτό κρατιέται και παλιώνει και χάνεται μέσα στις υγρασίες της σιωπής χρόνια και χρόνια. Χρειάζεται κόπος, πόνος, λυγμός για να το τραβήξεις από το συρτάρι και να του δώσεις πνοή. Χρειάζεται ισχυρή βούληση, ψυχική δύναμη και γενναιοδωρία για όλα αυτά. Η Ελένη τα διαθέτει όλα. Και το επιχείρησε και το κατάφερε και το κατέθεσε «μνήμης χάριν» στις ψυχές που εγείρουν κι αυτές τις δικές τους απαιτήσεις στο «Σάββατα των ψυχών», το τελευταίο διήγημα της συλλογής.

Ανάμεσα στο «Στοιχειό» και το «Σάββατο των ψυχών» όλες οι πτυχές του δράματος της τρίτης βουλγαρικής κατοχής πρόκειται να μεσολαβήσουν: Πόλεμοι, προσφυγιά πάνω στην προσφυγιά, κατοχή, εφιάλτες και προδοσίες, ανθρώπινα πάθη, ενέδρες και εκτελέσεις εν ψυχρώ, αναγκαστικές επιτάξεις, αρπαγές, πείνα, πόρτες κλειστές —«δεν είν’ εύκολες οι θύρες αν η χρεία τες κουρταλή»_. Αλλά και αγώνας για την ελευθερία, και ανθρωπιά, αλληλεγγύη, αυτοθυσία, παιδιάστικη αθωότητα, φιλίες και μορφές εμβληματικές, παραδείγματα προς μίμηση: Όπως η Βασιλική από το «Πες μας μιαν άλλη ιστορία, Βασιλική», αρχέτυπο της αγωνιζόμενης γυναίκας και μάνας, η γυναίκα σύμβολο της θυσίας, η γυναίκα-φοίνικας που καίγεται και ξαναγεννιέται.

«Κι ύστερα ερχόταν σ’ ολόκληρη ζωή, έτσι σαν μια εικόνα άφθαρτη που σε πείθει για κάποιες πιθανότητες του αδύνατου και για του κόσμου το άδυτο το σκοτεινό. Ξαναγύριζε, καθόταν στο μιντέρι της καρδιάς σου, σου έγνεφε την υπομονή, την καρτερία, τη στωικότητα, τη δωρικότητα, την αρμονία, το παλίμψηστο της ζωής, κι άδειαζε επάνω σου, όλη την Ιωνία

Άνθρωποι που έχουν την τύχη να έχουν τέτοια πρότυπα στη ζωή δεν γίνεται ποτέ να χαθούν. Διηγήματα όπως αυτό και όπως το υπέροχο «Απ’ τον Δαφνώνα στο Ράικοβο» θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία μας με ιδιαίτερη φροντίδα, αν θέλουμε να χαρίσουμε στα παιδιά μας θετικά παραδείγματα, για να εμπνέονται στη ζωή τους.

 

 

Δεν είναι όλοι οι ήρωες της Ελένης «Άγιοι» στολισμένοι με φωτοστέφανα και μαλάματα. Πίσω από αυτούς υπάρχει ένας κόσμος που περιλαμβάνει τα πάντα: καταπατητές, άρπαγες, προδότες, φονιάδες. Η Ελένη τους παρακολουθεί όλους, καλούς και κακούς με συμπάθεια και με το ήρεμο βλέμμα της σοφίας και της ένσυναίσθησης. Κανέναν δεν καταδικάζει. Μόνο σηκώνει τα σκοτάδια της ψυχής τους για να μας καταδείξει τα κίνητρα των πράξεών τους.

Ήδη στο πρώτο διήγημα της συλλογής, το «Στοιχειό», ο Θοδωρής είναι φονιάς. Σκοτώνει τον γυναικαδελφό του Μόδεστο για οικογενειακές διαφορές. Και παρά το γεγονός ότι «Ο φονιάς είναι φονιάς», όπως διατείνεται ο τίτλος του τρίτου διηγήματος, η Ελένη αναζητά τις βαθιές αιτίες που οπλίζουν με το φονικό σουγιά το χέρι του Θοδωρή και φωτίζει με καθαρτήριο φως τα κατάβαθα της πικραμένης ψυχής του: «Ορφανός και παραπαίδι ήταν. Παιδί για θελήματα. Θέριευε μέσα του πάντα η λαχτάρα να γίνει αφεντικό, να μην προσκυνάει κανένα. Το αίμα το ραγιάδικο φουσκάλες έβγαζε μέσα του, επαναστατούσε. Σπίτι δικό του δεν είχε ποτέ. Χάθηκαν οι γονείς του μαζί με άλλους στην προσφυγιά, όταν έρχονταν απ’ την Αδριανούπολη. Κανείς δεν ήξερε πώς. Ποτέ δεν έμαθε κάτι. Ψιθύριζαν σιωπές οι θείες του,  έλεγαν στα κρυφά « μπορεί να τους σκότωσαν οι Τούρκοι, μπορεί να πέρασαν μαζί με άλλους στη Βάρνα, στην Κωνστάντζα, στην Αγχίαλο, στη Μεσημβρία». Κι ο Θοδωρής, δέκα χρονών τότε, βρέθηκε σε τούτο το μικρό χωριό της Θράκης με τις αδελφές της μάνας του. Δεν ήξερε αν τον αγαπούσαν, αν τον ήθελαν. Δεν ήξερε τι θα πει «δικό μου». Έτρεχε μια ζωή ν’ αποδείξει ότι άξιζε μια στάλα προσοχής.

 

Με γλώσσα ώριμη, ρέουσα, ποιητική, με εντυπωσιακή εικονοπλασία, συχνά κινηματογραφική, ντύνει την αφήγησή της η Ελένη αλλά και με σιωπές πολύρρητες

 

Έτρεχε μες στα στάχια, όταν τα κινούσε ο αγέρας, να νοιώσει ένα χάδι στο μάγουλο, ένα φιλί απ’ τη μάνα του. Αφουγκραζόταν το φύσημα μέσα στις καλαμιές να πιάσει έναν ψίθυρο ζεστό. Αγέρας είχε γίνει η μάνα του. Φύσημα

Αν επιφυλάσσεις τέτοια λογοτεχνική τύχη σ’ έναν φονιά, μπορεί κανείς να φανταστεί τι βωμούς χτίζεις για τους υπόλοιπους ήρωές σου!

Ο κινηματογραφικός «Χιντώφ», στο τέταρτο κατά σειρά διήγημα, με το πλανόδιο ψιλικατζίδικό του φορτωμένο στο κάρο του, μας εισάγει στο κύριο θέμα του βιβλίου: Την κατάληψη της Θράκης από τους Γερμανούς και τη βουλγαρική κατοχή. Με κεντρικό μοτίβο τον Χιντώφ, που μαζί με τα ψιλικά του πηγαινοφέρνει όνειρα για τα μικρά παιδιά και ειδήσεις για τους μεγάλους,  μεταξύ Ξάνθης και χωριών του κάμπου, παρακολουθούμε τις πρώτες σπασμωδικές κινήσεις πανικού των κατοίκων των χωριών, που χωρίς καμία κεντρική καθοδήγηση παίρνουν αποφάσεις ατομικές. Άλλοι προσπαθούν να φύγουν δυτικά, να περάσουν τον Νέστο και τον Στρυμόνα, για να σωθούν από τους κατακτητές. Άλλοι μένουν αποφασισμένοι ό, τι πάθουν να το πάθουν στον τόπο τους. Πόσες φορές αντέχει ο άνθρωπος να ξαναζήσει την προσφυγιά; Πόσες φορές να βάλεις το κλειδί κάτω από τη γλάστρα και να εγκαταλείψεις το νοικοκυριό σου; Πριν ακόμα φτάσουν οι κατακτητές παρακολουθούμε τα γιουρούσια που δέχονται τα εγκαταλειμμένα σπίτια από ντόπια άτακτα πλήθη που αρπάζουν τα πάντα: ξηλώνουν πόρτες και παραθυρόφυλλα, αρπάζουν μιντέρια, κουρτινάκια και κατσαρολικά. Το σκηνικό της τρίτης βουλγαροκρατίας έχει στηθεί. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Ένας σκληρός αγώνας επιβίωσης, πολύ πιο τραχύς από τους αγώνες στα πολεμικά μέτωπα, πρόκειται να ακολουθήσει. Κι εμείς με αγωνία, με θυμό, με πίκρα, με πόνο, δάκρυ και συγχώρεση (όπου αντέχεται) παρακολουθούμε τους ήρωες της Ελένης στον άνισο αγώνα τους για επιβίωση. Ποιος θα επιζήσει; Ποιος θα βρει το κουράγιο να ξαναφτιάξει τα χαμένα; Ποιος θα καταπιεί την απώλεια, το μίσος, τη δίψα για εκδίκηση; Ποιος και πώς θα μπορέσει να συνεχίσει να ζει χωρισμένος στα δύο, στα πριν και στα μετά; Ο άνθρωπος είναι δυνατός. Ξανά και ξανά μαζεύει τα συντρίμμια του και ξαναχτίζει τη ζωή του. Κι επειδή είναι άνθρωπος, όταν είναι, ξεχνά και συγχωρεί. Η Ελένη αναζητά κι εκείνες τις πτυχές ανθρωπισμού που ξεδιπλώθηκαν δειλά δειλά μέσα στη λαίλαπα των πολέμων. Όπως ο Τσβετάν του «Λαζαρούβανε» που «ήταν αλλιώς». Που μάθαινε γράμματα και βουλγάρικα τραγούδια που μιλούσαν για τη φύση στη μικρή Βασιλική. Όπως ο Ιάβορ που άκουγε την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» του Στραβίνσκι κι άφηνε μικρά δεματάκια με λίγα τρόφιμα πίσω απ’ την γλάστρα για την αγαπημένη του. Όπως η βουλγάρα γιαγιά, που περιμάζεψε στο σπίτι της στο Ράικοβο, τα δύο πεινασμένα αδελφάκια από το Δαφνώνα, τα έλουσε, καθάρισε τα μαλλιά τους από τις ψείρες, τα τάισε και τα έστειλε πίσω με τρόφιμα για τους γονείς τους!

Με γλώσσα ώριμη, ρέουσα, ποιητική, με εντυπωσιακή εικονοπλασία, συχνά κινηματογραφική, ντύνει την αφήγησή της η Ελένη αλλά και με σιωπές πολύρρητες, όπου χρειάζεται. Με το ανάλαφρο αεράκι και την πολυποικιλότητα του λαϊκού λόγου πλουτίζει τους διαλόγους των ηρώων της και μας μαγεύει.

 

 

Αν πρέπει να ξεχωρίσω κάποια διηγήματα, θα το κάνω με μεγάλη δυσκολία: π.χ λάτρεψα τον υπέροχο, κινηματογραφικό Χιντώφ. Ωστόσο για τον υψηλό ανθρωπισμό που τα διαπνέει, συστατικό απολύτως αναγκαίο, ιαματικό και λυτρωτικό στην τέχνη του λόγου, ξεχωρίζω το «Πες μας κι άλλη ιστορία, Βασιλική» και το «Απ’ τον Δαφνώνα στο Ράικοβο». Αυτά τα δύο, μαζί με το «Για μια καραμέλα» θεωρώ απαραίτητο να εισαχθεί η διδασκαλία τους στα σχολεία, τουλάχιστον της περιοχής μας. Ξεχωρίζω ακόμα την «Ευρύκλεια», μια πινελιά απροσδόκητα επαναστατική που μας επιφυλάσσει η μπουχτισμένη από τα βάσανα ηρωϊδα του. Την υπέροχη «Ραπτομηχανή», όπου μια ραπτομηχανή «μια Singer χειροκίνητη του 1920, μαύρη με χρυσά γράμματα, κομψή σαν ελαφίνα με λεπτό λαιμό» γίνεται σύμβολο της μνήμης. Διπλή έρχεται στο όνειρο της Ελένης και ζωντανεύει την παρότρυνση της μάνας: «Να τις λαδώνεις καμιά φορά, να μη σκουριάσουν». Αυτό κάνει με το εξαίσιο βιβλίο της η Ελένη. Λαδώνει τους τροχούς της ραπτομηχανής-μνήμης, γιατί, όπως αναρωτιέται δίκαια, «Σε τίνος το όνειρο θα υπήρχαν, όταν δεν θα υπήρχα; Σε τίνος τη μνήμη;» Η Ελένη Εφραιμίδου λοιπόν με το βιβλίο της χάρισε τη «Ραπτομηχανή», δώρο ακριβό, στη συλλογική μας μνήμη. Στο εξής δεν θα μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι «δεν ξέραμε».

Το διήγημα «Των αμάχων» που ακολουθεί καταγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τη φριχτή εκδικητικότητα των Βουλγάρων σε βάρος του άμαχου πληθυσμού του Καρυόφυτου, στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, όταν αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα όνειρά τους και τη Θράκη. Στις πέντε σελίδες του θεωρώ ότι η αφήγηση της Ελένης συναντιέται με κορυφαίες στιγμές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που αναφέρονται στα δεινά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου: Ενδεικτικά αναφέρω τα εκπληκτικά σκηνικά πολέμου που στήνει ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο «Καπούτ» και ο Βίκτορ Νεκράσοφ «Στα χαρακώματα του Στάλινγκραντ». Και δεν υπερβάλλω…

 

Για όλα τα παραπάνω και για πολλά άλλα ακόμα, σε ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ, Ελένη.

 

(Κείμενο της Ελένης Ανδρέου) 

 

Σχετικά άρθρα

«Αναζητώντας την Κληρονομιά του Εικοσιένα στη Μακεδονία του 19ου αιώνα» | Ημερολόγιο του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα για το 2021

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Κάλλιπος: Ελεύθερα Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα

Βασίλειος Μακέδος

Οι αναρχικές πτυχές στο έργο του Φρειδερίκου Νίτσε | Δοκίμιο των Olivier Besancenot & Michael Löwy

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X