Sparmatseto
Αφιερώματα

Λατρευτικές συνήθειες της άνοιξης στην Ελλάδα

Σήμερα είναι θεωρητικά η πρώτη μέρα της άνοιξης, μια εποχής όπου η φύση ξαναγεννιέται και καρποφορεί. Για τους αρχαίους Έλληνες φυσικά φαινόμενα όπως οι αλλαγές των εποχών αποδίδονταν σε θεϊκή παρέμβαση.

Ένας από τους πιο όμορφους θρύλους της ελληνικής μυθολογίας που λέει μια ιστορία για τις εποχές που αλλάζουν είναι η ιστορία της Περσεφόνης, κόρης της Δήμητρας και του Δία, την οποία ο θεός Πλούτωνας ερωτεύτηκε και την απήγαγε στον κάτω κόσμο.

Αφού ο Δίας αρνήθηκε να δώσει την Περσεφόνη στον ερωτευμένο Πλούτωνα, αυτός την απήγαγε. Μαζί του γέννησε τον Ζαγρέα, τον Ευβουλέα και τον Σαβάζιο. Η Θεά Δήμητρα όμως τη ζήτησε πίσω. Ο Πλούτωνας συμφώνησε να ανεβαίνει η Περσεφόνη έξι μήνες στον πάνω κόσμο και να κατεβαίνει τους επόμενους έξι στον κάτω. Έτσι τους μήνες που η Περσεφόνη ήταν στον πάνω κόσμο η Θεά Δήμητρα χαιρόταν και υπήρχε καλοκαιρία, ενώ τους άλλους κακοκαιρία.

Η επιστροφή της Περσεφόνης-Frederic Leighton

Ο μύθος της αρπαγής πρωτοεμφανίζεται στην Θεογονία του Ησιόδου. Ο Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα είναι η σημαντικότερη πηγή και μας περιγράφει πως συνέβη η αρπαγή στο Νύσιον πεδίον, όταν η Κόρη μάζευε άνθη σε ένα λιβάδι με συντροφιά παρθένων, των Ωκεανιδών νυμφών, της Αθηνάς και της Άρτεμης. Και ενώ μάζευε ένα νάρκισσο, άνοιξε η γη, ξεπήδησε ο Πλούτωνας με το άρμα του και την άρπαξε. Οι κραυγές για βοήθεια δεν ακούστηκαν από κανένα, εκτός από την Εκάτη και τον Ήλιο.


Στράτος Κιαπίδης, “Περσεφόνη (ποίημα σε 7 σονέτα)”

I

Βουβή αμμουδιά ο χειμώνας• ζωγραφιά παγωμένη
στον χρόνο. Πού είναι οι παιδικές φωνές;
Μήπως τις πήρανε τα σύννεφα κι οι ανέμοι;
Αστέρια στις λάσπες, κοχύλια στεγνά… Πια,
μόνο οι Σειρήνες τραγουδούν και τα στοιχειά
κι είνʼ το τραγούδι τους γλυκό όπως τʼ αφιόνι.
Δεν ήρθε η ώρα σου ακόμα, Περσεφόνη• Κόρη,
που σου ʼλαχε του Άδη να μοιράζεσαι την κλίνη,
λίγες σταγόνες από ήλιο θα σου φέρω, φρέσκο αίμα,
λίγη μεσόγεια ραστώνη, λίγη αρμύρα απʼ τʼ αλάτι
της ζωής• κι όλα θα σου τα μαρτυρήσω: Ακόμα
οι άνθρωποι πονούνε, ακόμα οι πέτρες τραγουδούνε
τη σιωπή, ακόμʼ αδειάζει και γεμίζει η Σελήνη. Καλιά
εκεί που ʼσαι – η λήθη είναι προνόμιο των νεκρών.

II
Κανένα νέο απʼ τον απάνω κόσμο δεν σου φέρνω.
Μια μελωδία απʼ τʼ ανέσπερο σκοτάδι αναβλύζει,
σιγά υψώνει και διαχέεται στο φως• είναι αυτό
που όλα τα πλέκει με αόρατη κλωστή
και τα συνέχει, τα ενώνει – η μελωδία απʼ του Διαβόλου
το βιολί• που υπνωτίζει, παρασέρνει, θέλγει κι αναστατώνει
τις αισθήσεις κι όλα τα σέρνει σε χορό και παραμύθι.
Μες στα ερείπια της ψυχής μου περπατώ και μες στη σκόνη
ακούω να κρούουν οι καμπάνες τʼ ουρανού
με ήχο δριμύ όπως το δρέπανο θερίζει μες στʼ αλώνι.
Μα δεν ξυπνάνε οι νεκροί – αυτοί ʼναι η άοπλη,
αήττητη κι ανίκητη στρατιά• αόριστη κι αφηρημένη.
Όμως τα ξέρεις όλʼ αυτά – κανένα νέο
απʼ τον απάνω κόσμο δεν σου φέρνω.

III

Μόνο θέλω μια νύχτα να έρθεις• να σε σιργιανίσω
στις φωτισμένες πολιτείες των ανθρώπων, στη στάχτη
και στη φωτιά. Να δεις τους μυθικούς αστροναύτες
να κολυμπούν μες στʼ αρχαία νερά, την οργή
του πατέρα, τις δυο πλευρές των πραγμάτων, τις τρεις
κι όλη τη μάταιη δόξα• τα σύννεφα που διαβαίνουν
τον μαγιάτικο αέρα, πάνω απʼ τη Σαλονίκη
και τα νησιά. Να θυμηθείς, για λίγο, την κάψα
του φιλιού και του χαδιού το δροσερό κύμα• να συγκινηθείς
και να δακρύσεις για του κόσμου τη λιγοστή χαρά
και για το ξέχειλο κρίμα. Όλα όπως τʼ άφησες, τίποτα
εδώ δεν έχει αλλάξει. Ακόμα νικάει την πέτρα το νερό,
ακόμα ο έρωτας κι ο θάνατος θερίζουν – κανένα νέο
απʼ τον απάνω κόσμο δεν σου φέρνω.

IV

Όμως έλα για λίγο να ιδείς, τις γελοίες των ανθρώπων
επάρσεις, τις μεγαλόπνοες ιδέες τους να λειώνουν
κάτω απʼ του χρόνου την ανάλαφρη φτέρνα• κι όλα
έναν καιρό μονάχα, μια μονάχα φορά – για να οργιάσεις,
να ονειρευτείς, να στοχαστείς και να πεθάνεις… Έλα
να περπατήσεις δυο στιγμές, μες στʼ αόρατο βασίλειο της χάρης•
να χαρείς τις απλές καλημέρες του κόσμου και τη λαμπυρίζουσα θάλασσα του θερινού δειλινού. Κι όταν όλα πια ησυχάσουν και καταλαγιάσει ο καπνός – θα ʼρθει εκείνο, τʼ ωραίο ανατρίχιασμα:
πως όλα πήγανε καλά κι ότι άξιζε τον κόπο, άξιζε
για τούτη τη στιγμή και μόνο, όλος ο πόνος, όλη η πίκρα
και ο μόχθος. Να πεις του άντρα σου και βασιλιά σου όλα όσα είδες,
κι ότι ʼναι όμορφʼ η ζωή κι ας μην τη ξέρει,
ʼκει που ʼναι πάντοτε μες στο ψυχρό σκοτάδι του κρυμμένος.

V

Να σιχαθείς τʼ ανόητα, φλύαρα, φαύλα, φριχτά
λόγια του κόσμου, και να γελάσεις, να ειρωνευτείς,
να περιπαίξεις ό,τι ο χρόνος κάνει
χρήμα κι όλα τʼ αφήνει άδεια. Κόρη καλή, μαυροντυμένη
παναγιά• θα σε τυφλώσει ο ήλιος – σφίξʼ τα μάτια,
βγες επιτέλους απʼ τα μαύρα σου παλάτια
κι έλα στο φως και στον αέρα να χαρείς μιαν αγκαλιά
ζεστή κι ανθρωπινή – τώρα, που ακόμα προλαβαίνεις,
πριν ξανά κατηφορίσεις στα σκοτάδια. Έλα νʼ ακούσεις
της χώρας σου τα μέλη• τα κλαρίνα νʼ αντηχούν
στα λαγκάδια, τους ασκούς να φυσούν στα βουνά, τις λύρες
να κλαιν και να γελάν στα δοξάρια• νʼ αναστενάζουν
στα λιμάνια οι τρίδιπλες χορδές. Τα νταούλια, οι αυλοί
κι οι φωνές – όπως τότε, όπως πάντα• τι άλλαξε τάχα;

VI

Ακόμη ο πόνος μεθάει στα ποτήρια, ακόμη ρέει
το κρασί απʼ τα βαρέλια, κάθε δράση και δράμα,
όπως τότε,.. όπως πάντα – κανένα νέο απʼ τον απάνω κόσμο
δεν σου φέρνω. Κόρη, εσύ, του θανάτου ερωμένη
και του έρωτα μνήμα• εσύ, της ζωής χωρισμένη
στα δυο, δωρισμένη• ποιος, αλήθεια, το χαμόγελό σου
έχει δει; Έλα να κάτσουμε παρέα, αγαπημένη,
να κάψουμε μαζί ένα τσιγάρο – εμείς, που αδιαφορήσαμε
για τα ουράνια βασίλεια κι όλα
τʼ αφήσαμε στους αετούς και στα κοράκια. Στη γη γνωρίσαμε
την ομορφιά, στη θάλασσα• όλα στον ήλιο και στο φως
τα εθελήσαμε, μα σένα σʼ έκλεψε του Άδη η καύλα
και η νύχτα. Πρωθύστατο, για μας, ταξίδι η ζωή –
κανένα νέο απʼ τον απάνω κόσμο.

VII

Μα τον αγάπησες, αλήθεια, τον τόπο με τα ψύχη;
Και πώς περνούνε οι νεκροί, με τι σχολιούνται; –
Ανόητα ρωτήματα ρωτώ ερωτεμένος. Δυο οι ζαριές, μία η τύχη:
ή νεκρός ή θνητός – κανένα νέο. Μα εσύ νοιώθεις πού θα με βρεις –
στο άγνωστό μας το σημείο• μαζί να σημάνουμε πάλι
τη σημασία του κόσμου, τον καθαρμό του και την αρχαία,
τρομερή κραυγή τού γιατί!; Για νʼ απαντάει πάντοτε
ένα παιδί, που παίζει μες στον αιώνια φλεγόμενο ναό της Εφέσου:
Για να ρωτάς εσύ!.. Κι ύστερα πάλι να στρίψει το βλέμμα
στα σύννεφα μέσα, σοβαρό κι αυστηρό, στο παιχνίδι του το αιώνιο
κι άσκοπο, γιʼ αυτό και καλό. Αχ, Περσεφόνη… για σένα τραγουδά
ο αυγερινός! Για σένα οι μέλισσες βοσκούν και τρίζουν τα τριζόνια•
για σένα πέφτει ο κεραυνός, ο ήλιος, τα φύλλα και τα χιόνια… Αναδύσου
απʼ τα σκοτάδια μια φορά τελευταία – κάθε φορά τελευταία φορά.


Το έθιμο του Μάρτη ή της Μαρτιάς έχει προέλευση από την Αρχαία Ελλάδα όμως το συναντάμε και σε άλλες βαλκανικές χώρες, όπως η Αλβανία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία.

Μάρτη, Μάρτη μου καλέ, και Φλεβάρη φοβερέ, κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις, καλοκαίρι θα μυρίσεις.

Σύμφωνα με την παράδοση την 1η Μαρτίου που είναι η αρχή της άνοιξης, οι μητέρες βάζουν στον καρπό των παιδιών τους ένα βραχιόλι φτιαγμένο από λευκή και κόκκινη κλωστή, ώστε να προστατεύονται από τις πρώτες ηλιόλουστες μέρες αναπτύσσοντας την θεωρία πως όμορφες θεωρούνταν εκείνες οι γυναίκες που δεν ήταν μαυρισμένες από τον ήλιο! Πιστεύεται επίσης ότι το βραχιόλι κρατούσε μακριά κουνούπια και τα κακά πνεύματα!


Ρίτα Μπούμη-Παπά «Ο Μάρτης και η μάνα του»

Τον γνωρίζετε το Μάρτη,
τον τρελό και τον αντάρτη;
Ξημερώνει και βραδιάζει
κι εκατό γνώμες αλλάζει.

Βάζει η μάνα του μπουγάδα,
σχοινί δένει στη λιακάδα,
τα σεντόνια της ν’ απλώσει,
μια χαρά να τα στεγνώσει.

Νά που ο Μάρτης μετανιώνει
και τα σύννεφα μαζώνει
και να μάσει η μάνα τρέχει
τα σεντόνια, γιατί βρέχει!

Νά ο ήλιος σε λιγάκι,
φύσηξε το βοριαδάκι,
κι η φτωχή γυναίκα μόνη
τα σεντόνια ξαναπλώνει.

Μια βροντή κι ο ήλιος χάθη
μες στης συννεφιάς τα βάθη,
ρίχνει και χαλάζι τώρα,
ποποπό, τι άγρια μπόρα!

Ώς το βράδυ φορές δέκα
άπλωσε η φτωχή γυναίκα
την μπουγάδα, κι όρκο δίνει
Μάρτη να μην ξαναπλύνει


Σήμερα όχι μόνο παιδιά αλλά και άνθρωποι όλων των ηλικιών φορούν αυτό το λευκό-κόκκινο νήμα στον καρπό τους φτιάχνοντας το οι ίδιοι ή αγοράζοντας το από διάφορα  καταστήματα.

Το φορούν μέχρι τέλος Μαρτίου και μετά το αφήνουν σε ένα δέντρο ώστε τα πουλιά να το χρησιμοποιήσουν για να χτίσουν τις φωλιές τους. Άλλοι πάλι το κρατούν και το καίνε με το άγιο φως που λαμβάνουν κατά τη διάρκεια του Πάσχα που γιορτάζεται πάντα την άνοιξη και είναι η πιο όμορφη θρησκευτική γιορτή της Ελλάδας.

Σχετικά άρθρα

Δυο αιώνες από την επανάσταση του 1821: ο Γιάννης Βλαχογιάννης και τα διηγήματα του (μέρος 3)

Θανάσης Μουσόπουλος

Πώς βλέπει ο Γιώργος Σεφέρης τον στρατηγό Μακρυγιάννη (μέρος ΙΙ)

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο Επίκουρος και η φιλία | Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Μαρία Σκαμπαρδώνη

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X