Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Εμμανουήλ Ροΐδης: Ανεπανάληπτος Μαέστρος του Λόγου, (μέρος VI)

 

Θα κλείσουμε την αναφορά μας στα Αφηγήματα του Εμμανουήλ Ροΐδη με δύο πιο «λαϊκά» θα λέγαμε κείμενα, το πρώτο μάλιστα με τον τίτλο «Η Μηλιά» (Πρώτη δημοσίευση: «Ακρόπολις Χριστουγεννιάτικη», 1895 ) είναι το μόνο γραμμένο στη δημοτική. Ο ίδιος ο Ροΐδης σημειώνει για το διήγημά του αυτό : «Αυτό το παραμύθι ήκουσα πολλάκις κατά τους παιδικούς μου χρόνους εις την Ιταλίαν, την ουσίαν και όχι τα επεισόδια. Τα έγραψα χωρίς την παραμικράν αξίωσιν ή καν πρόθεσιν ακριβούς ψυχαρισμού».

Το δεύτερο διήγημα είναι «Το ξεστούπωμα», γνωστό από τα Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στην καθαρεύουσα αλλά με λαϊκό θέμα.

 

 

Παραθέτουμε την αρχή και το τέλος της Μηλιάς.
« Εις ένα χωριό της Μεγάλης Ελλάδας εζούσεν ένα καιρό ένα κορίτσι τόσο καλόκαρδο και χαριτωμένο, που όλος ο κόσμος το αγαπούσεν. Αν και δεν ήταν πλούσιο, εύρισκε τρόπο να βοηθεί τους πτωχούς• ό,τι της έδιδαν το εμοίραζε με αυτούς, και όταν τα χέρια της ήσαν άδεια, η καρδιά και το στόμα της ήσαν πάντοτες γεμάτα καλά αισθήματα και καλά λόγια για να τους παρηγορεί. Και όχι μόνον οι άνθρωποι και τα σπιτικά ζώα, αλλά και αυτά τα πουλιά του δάσους την αγαπούσαν. Όταν την έβλεπαν να περνά, κατέβαιναν από τα δένδρα και την ακολουθούσαν σαν σκυλάκια, για να τους δώσει το μισό ψωμί της.
Την έλεγαν Μηλιά, γιατί την είχαν εύρει ένα απριλιάτικο πρωί από κάτω από ένα μηλόδενδρο, σκεπασμένη από τα άσπρα άνθια όπου είχε τινάξει απάνω της ο άνεμος τη νύχτα. Το ηλικιωμένο ανδρόγυνο που την είχε υιοθετήσει ήταν τόσο πτωχό, οπού μόλις έφθαναν για να μη πεινά όσα εκέρδιζαν με το πλέξιμον η γραία και ο γέρος κόπτοντας ξύλα. Η Μηλιά έκαμνε κι εκείνη ό,τι μπορούσε για να τους βοηθήσει. Εμάζευεν εις το δάσος αγριοφράουλες, μενεξέδες και άλλα λουλούδια και τα επρόσφερνεν εις τους διαβάτες μ΄ ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που σπάνιον ήταν να της αρνηθούν την πεντάρα τους, όσοι είχαν να την δώσουν. Αυτοί όμως δεν ήσαν πολλοί εις το πτωχικό εκείνο χωριό, και το ψωμί και τα κάστανα, όπου έτρωγαν ο γέρος και η γριά, ήσαν πάντοτες ολιγώτερα από την όρεξί τους, και ακόμη πιο μικρό το μερδικό της Μηλιάς, αφού το εμοίραζε με τους πτωχούς και τα πουλιά.
Η Μηλιά ήταν δεκαεφτά ετών, όταν μια νύχτα, όπου ενόμιζαν οι θετοί γονιοί της πως κοιμάται, άκουσε να λέγει ο γέρος εις την γυναίκα του : «Δεν ξέρω τι θα γίνουμεν, αν δεν κάμει ο Θεός κανένα θαύμα να μας βοηθήσει. Τα ξύλα όπου ημπορώ να σηκώσω εις τη γέρική μου πλάτη ολιγοστεύουν καθημέραν, και συ αντίς τρεις χρειάζεσαι τώρα πέντε μέρες για να πλέξεις μια κάλτσα. Η Μηλιά τρώγει λίγο, μα αγαπά να μοιράζει ψωμί εις τους πτωχούς και τα πουλιά. Συλλογούμαι τι θα γίνει αφού κλείσουμε τα μάτια. Αν ήταν ένα ή δυο χρόνια μεγαλύτερη, θα την έστελνα εις την πόλι να βολευθεί. Φρόνιμη και προκομμένη καθώς που είναι, θα εύρισκεν εύκολα μια καλή θέσι, και δεν θα λησμονούσε και τους πτωχούς ανθρώπους που την αναθρέψανε, όταν δεν θα έχω πλέον δύναμι να κόπτω ξύλα ούτε συ δάκτυλα να πλέκεις». […] Οι γάμοι έγιναν την επομένην εβδομάδα με περισσή μεγαλοπρέπεια και πομπή. Εις αυτούς ήσαν καλεσμένοι και οι θετοί γονιοί της Μηλιάς, ο γέρος και η γριά, που τους έκαμνε να φαίνονται δέκα χρόνια νεώτεροι η χαρά. Ο βασιλιάς, για να τους έχει κοντά της η αγαπημένη του γυναίκα, εζήτησε να τους εύρει καμμιά δημόσια θέσι εις την πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ήτο η γριά φρόνιμη, οικονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη και εις όλα τακτική την έκανεν υπουργίναν επί των οικονομικών. Ο γέρος όμως ήταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δεν ήξευρεν ο άνθρωπος ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Ο βασιλιάς επονοκεφαλούσε να εύρη πώς ήτο δυνατόν να τον οικονομήσει, όταν έτυχε ν΄ αποθάνει ο επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργός. Μη έχοντας πρόχειρον καμμίαν άλλην, έδωκεν εις τον γέρον την θέσιν του μακαρίτη, και από τότες εγεννήθη και σώζεται ακόμη εις πολλά μέρη η συνήθεια να δίδεται εις τον πλέον αγράμματον το υπουργείον της παιδείας
».

Κλείνουμε την αναφορά μας στο διήγημα με μια παράγραφο από το Ξεστούπωμα.
«[…] Η γραία έσυρε πάντοτε το καπίστρι, ως να ήθελε να βοηθήση την επίπονον πρόβασιν του ασθμαίνοντος υποζυγίου της• οι κακώς προσηρμοσμένοι τροχοί έτριζαν πενθίμως και το επ’ αυτών βαρέλιον εξηκολούθει να ταλαντεύεται προς δεξιάν και αριστεράν ως μεθυσμένος βρακάς. Κατ’ εκείνην την στιγμήν ο μεσημβρινός δαίμων μού ενεφύσησεν ιδέαν, ήτις μ’ έκαμε να γελάσω.
― Γιαννακό, εψιθύρισα εις το ωτίον του συντρόφου μου, δεικνύων δια του δακτύλου το εκ στουπίου πώμα της βαρέλας, δεν θα ήτο νόστιμον ν’ ανοίξωμεν την βρύσιν;
Η ιδέα μου τόσον του ήρεσεν, ώστε τον έκαμεν αμέσως να λησμονήση την κούρασίν του• επλησίασεν επί της άκρας των ποδών εις το βαρέλι, έθεσε την χείρα επί του υγρού σώματος, εστράφη τότε να με κοιτάξη, εξέφραξε μετά ενθαρρυντικόν νεύμα μου την οπήν και το νερόν εξεχύθη ως κρυστάλλινος κρουνός επί της κονιορτώδους ατραπού. Περιττόν να είπω ότι ευθύς μετά το πραξικόπημα ευρέθη και πάλιν πλησίον μου ο Γιαννακός, ή ότι οι τέσσαρες πόδες μας ήσαν έτοιμοι εις φυγήν. Κατεσκοπεύαμεν την γραίαν, ήτις όμως δεν εστράφη, δια τον λόγον ότι ήτο βαρύκοος η δυστυχής.
Εφ’ όσον εξηκολούθει η χύσις, το βήμα του όνου απέβαινε ταχύτερον• το κενωθέν βαρέλι αντί να βαρυταλαντεύεται ως μεθυσμένος, εχόρευεν ευθύμως κατά τας ανωμαλίας της οδού μεταξύ των δύο τροχών οίτινες ανακουφισθέντες κ’ εκείνοι από το υπερβολικόν βάρος έπαυσαν να τρίζωσιν απαισίως. Μετ’ ολίγον αντί να σύρεται ο όνος υπό της γραίας, ήρχισε να σύρη εκείνος την γραίαν. Τούτο ήτο τόσον ασύνηθες, ώστε την έκαμε να υποπτεύση ότι κάτι έκτακτον είχε συμβή. Εσταμάτησεν, αφήκε το κάρον να προχωρήση έν ή δύο βήματα και είδε την άφρακτον τρύπαν, εκ της οποίας απέσταζαν αι τελευταίαι ρανίδες του τόσον επιπόνως μετακομισθέντος υγρού.
Τότε μόνον έστρεψε την κεφαλήν και μας είδε και είδομεν και ημείς το πρόσωπόν της. Ωμοίαζεν εκατοντούτις, κάτισχνος, ξηρά και μαύρη ως μούμια εξ Αιγύπτου. Επεριμέναμεν φωνάς, ύβρεις, κατάρας ή και πετροβόλημα. Ουδέ λέξιν όμως μας είπεν, αλλ’ ηρκέσθη να στενάξη• αδύνατον όμως είναι να λησμονήσω το άφωνον παράπονον του βλέμματος αυτής, όταν επέρασεν έμπροσθέν μας επιστρέφουσα να μεταγεμίση το βαρέλι της εις την μακράν απέχουσαν βρύσιν. Τον Γιαννακόν έτυχε να επανίδω εις την Αίγυπτον μετά είκοσιν όλα έτη και ουδ’ εκείνος το είχεν λησμονήσει
».

Ο Παναγιώτης Μουλλάς μιλώντας «Για το ήθος και το ύφος του Ροΐδη», παραπέμπει σε ένα χωρίο από την Πάπισσα Ιωάννα: «…επροσπάθησα να εξορκίσω τα χασμήματα καταφεύγων ανά πάσαν σελίδα εις απροσδοκήτους παρεκβάσεις, ιδιοτρόπους παρομοιώσεις ή αλλοκότους λέξεων συγκρούσεις· περιβάλλων εκάστην ιδέαν δι’ εικόνος, ούτως ειπείν, ψηλαφητής, και αυτά ακόμη τα σοβαρώτερα της θεολογίας ζητήματα στολίζων διά κροσσίων, θυσσάνων και κωδωνίσκων ως ποδιάν Ισπανής χορευτρίας». Προσθέτει: «Η στρατηγική λοιπόν της γραφής επιβάλλει να χρησιμοποιείται ως «ανθυπνωτικόν φάρμακον κατά της απαθείας του Έλληνος αναγνώστου» ένα σύνολο από τεχνάσματα (παρεκβάσεις, παρομοιώσεις, συγκρούσεις λέξεων, εικόνες) που ενεργούν σαν χτυπήματα στο κεφάλι «διά ξηράς κολοκύνθης». Σε τελευταία ανάλυση, τι θα ήταν ο Ροΐδης χωρίς τη σάτιρα (και η νεοελληνική σάτιρα χωρίς τον Ροΐδη);».

Σχετικά άρθρα

Η ηθοποιός Νικολέτα Παπαδοπούλου μιλά στο sparmatseto

Βασίλειος Μακέδος

Steve Miller Band-Bingo- Από την άγρια Δύση στο σήμερα!!!

Βασίλης Δελιάδης

Η ποιητική διαδρομή της Αικατερίνης Δελημπόκη Δούλη

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X