Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Το έργο του Κώστα Κρυστάλλη (μέρος ΙΙΙ)

Από τα διηγήματα το πιο ολοκληρωμένο και ξεχωριστό κατά τους κριτικούς είναι η «Δασκάλα», που κυκλοφόρησε στο μοιραίο για τον Κρυστάλλη έτος 1884, «Διαμάντι» το χαρακτήρισαν. ΄Ενας κρυφός ερωτισμός ποτίζει όλο το κείμενο, ρίγη συγκίνησης. Θα παραθέσουμε την αρχή και το τέλος.

 

 

«Ταξίδεψα κάποτε, – μας έλεγε ο Μήτρος, – με τη δασκάλα ενού χωριού. Ο δρόμος μας ήταν μακρινός, κ’ είχαμε συντροφιά τον αγωγιάτη μας, δυό μεσόκοπους πεζούς κι’ ένα νιοστεφανωμένο αντρόγυνο. Η δασκάλα τότε πρωτοπήγαινε στο χωριό, ύστερ’ από τέσσερα πέντε χρόνια που μαθήτευε στα σχολειά του Κεστοράτη. Ήτον ως δεκάξη δεκαεφτά χρονών κόρη, ντροπαλή, λιγομίλητη, σεμνή, ροδοκόκκινη στο πρόσωπο και χαριτωμένη, γιομάτη χυμό και νιότη, με δυό καστανά γλυκά μάτια, με καλοκαμωμένο κορμί, μεστούς κόρφους και θρεμμένα κνήμια, καθώς δείχνονταν τούτα ως απάνου ξέσκεπα, όταν ευρίσκονταν καβάλα το φουστάνι της δε βολούσε να πέφτη κάτου και κάτου. Και μοναχή της να ταξίδευε με τον αγωγιάτη, δεν εκιντύνευε ποτέ. Μα για κάθε κακό ένας δικός της την είχε παραδώκει στην προστασία και στην ευθύνη του νιου τ’ αντρόγυνου.


Το βράδυ κονέψαμε σ’ ένα μοναστήρι παλιό και μεγάλο, κατάστρατα στην ερημιά. Όσο να φτάκουμ’ εδώ, όλο τον κάμπο, που διαβήκαμε, τον εσήκωσα με τα σωστά στο πόδι εγώ με τα τραγούδια και τα εύθυμα λόγια μου. Αλλ’ ούτε λόγο, ούτε καν χαμόγελο ένα δε μπόρεσα να της κλέψω της σκληρής. Το μοναστήρι είνε χτισμένο μέσα στο λόγγο. Έχει ψηλούς τοίχους περίγυρα κι από μέσα τα κελλιά αραδιασμένα με τες κρεββάτες τους, την πλακοστρωμένη αυλή με τα δέντρα της και το εκκλησάκι, μικρούτσικο και παλιό, από τα χίλια εκατό, καθώς γράφει στο νάρθηκα του, σκοτεινό, ήσυχο, όλο ευλάβεια και θρησκευτική ανατριχίλα. Φάγαμε σ’ ένα τραπέζι κοινό, διπλοπόδι καταγής στρωμένοι, ό,τ’ έφερνε καθένας μαζή του κι ό,τι μας ψευτοετοίμασε ο φιλόξενος καλόγερος του μοναστηριού. Πολλά λόγια για απόδειπνα δεν αλλάξαμε, γιατί κι αποσταμέν’ είμασταν και την αυγή έπρεπε να ξυπνήσουμε γλήγορα για να φύγουμε δίχως ήλιο. Και πλαγιάσαμε […]


Όσο να μας προφτάκουν οι πισινοί με το μουλάρι, ανέβηκα κάμποσον δρόμο πεζός εγώ στο πλάι της. Είχε τραβήξει πολύ μπροστά και το νιο τ’ αντρόγυνο. Στο διάστημ’ αυτό βρεθήκαμε οι δυό μας ολομόναχοι και συμφιλιωμένοι μέσα στο λόγγο. Χίλια γλυκά λόγια μώρχονταν στο νου για να της’ πω. Αλλ’ όλα πνίγονταν ξαφνικά μες το λάρυγγά μου, που τον εστένευε δεν ξέρω κ’ εγώ ποια δύναμη αόρατη κι αυστηρή. Όμως σε τέτοιες περιστάσεις γένονται καλοφωνότερο στόμα τα καϋμένα τα μάτια. Τότες μιλούν αυτά! Στο διάστημα κείνο, πόσα δεν της είπαν της κόρης τούτης τα μάτια μου. Κι ακούν τα μάτια τότες. Κι αυτινής μιλούσαν κι άκουγαν μονάχα τα μάτια. Έννοιωθα’ γω ότι τα μάτια της άκουγαν το τι της λέγαν τα δικά μου, όπως παρόμοια έννοιωθα το τι μου λέγαν τα δικά της. Όμως τι μούλεγε και τι της έλεγα, δε σας το ομολογώ. Μπορεί να το φαντάζεστε […]
Εγώ δε μπόρεσα να κρατήσω έν’ αλαφρό αναστέναγμα που γεννήθηκε μέσα μου από κάθε άλλο αίσθημα παρά από τη στενοχώρια, πώβαζε αυτή με το νου της. Όμως για να μην αφήκω να μένη στη βλαβερή ιδέα της, της μίλησα χαμογελώντας πάλι:


-Τώρα σ’ έκαμα να μου μιλάς, δεν έχω ανάγκη να ξαναφουρνίσω ζωηρά λόγια, δεν το κατάλαβες;


Ήτον πολύ τολμηρός ο λόγος μου τούτος κ’ έφερε στο απαλό μάγουλό της το βαθύτερο της φωτιάς χρώμα. Αλλά δεν επειράχτηκε, γιατ’ είδα να ξεβάψη γρήγορα πάλι και να με γλυκοτηρά.


Έτσι περάσαμε όλο το δρόμο, ως το χωριό. Εγώ παντού την επεριποιόμουν. Εγώ την ανεβοκατέβαζα από το ζώο μου στους ανήφορους και στους κατήφορους, εγώ την έπιανα από το χέρι στα ποτάμια και στους γκρεμούς, εγώ την επότιζα νερό με τ’ αχώριστο πιξαρένιο καυκόπουλό μου στες κρυόβρυσες του Πίνδου, εγώ της έδωκα το ψάθινο σκιάδι μου, πώφερνα πάντα στα ταξείδια, για να μην την κάψουν τα λιοπύρια του Θερτή. Κι αυτή όλο μ’ ευχαριστούσε και μου χαμογελούσε γλυκά, κ’ εγώ, αμίλητος πάντα, όλο ανατρίχιαζα γλυκότερα μέσα μου.


Κάποτε τη ρώτησα στο δρόμο να μου ειπή πού χτύπησε.


– Πουθενά, μώλεγε αυτή συμπαθητικά. Αλλ’ από τ’ αλαφρό σούφρωμα τ’ ώμορφου προσώπου της κι από το συχνό βάλσιμο του χεριού της στη μέση, κατά τα νεφρά, ένοιωθα’ γω ότι χτύπησε κι ότι πονούσε και τόκρυφτε. Όσο που της είπα μια φορά.
– Μα, μη το κρύβης από μένα.
Τώρα που με κύτταξε, τα μάτια της ήταν υγρότατα και στην υγρότη τους μέσα ξάνοιξα σα μέσα σε καθαρή ανάβρα, πως είχαν βουρκώσει και τα δικά μου.
Κι άλλη μια φορά τη ρώτησα πώς έκαμε κ’ έπεσε στη λαγκαδιά εκεί κάτου. Κι αυτή μου είπε κοκκινισμένη στο πρόσωπο:
– Μ’ είχε συνεπάρει…κάποια συλλογή…η πρωινή νύστα…το ξημέρωμα…ξέρω κ’ εγώ…το τραγούδι σου…


Δεν είπεν άλλο. Χαμήλωσε και τα μάτια. Ούτ’ εγώ μπόρεσα να την τηράω περισσότερο κατά πρόσωπο γιατ’ ο λόγος της τούτος άναψε θέρμη μες τα μελίγγια μου.
Ύστερ’ από καμμιά δεκαριά μέρες απαντηθήκαμε σ’ ένα στενό κατηφορικό δρόμο του χωριού. Εγώ ανέβαινα κι αυτή κατέβαινε. Βαστούσε στ’ αριστερό χέρι της κατιφένιο σακκουλάκι, πλουμισμένο με μετάξι απ’ όξω και γιομάτο από βιβλιαράκια. Ήτον πρωΐ ακόμα δεν είχε πάει δυό βουκέντρες ο ήλιος. Χαιρετισθήκαμε. Κύτταξα ότι κ΄εγώ κι αυτή σφίξαμε τα χέρια μας και δεν έρχονταν να τ’ αφήκουμε ο ένας τ’ αλλουνού. Στα πρόσωπα είχαμε γίνει, κ’ οι δυό, σαν τον καρπό της κερασιάς όταν ουρμάζει, κατακόκκινοι. Κι όσο τηράγαμε ο ένας τον άλλον κατάματα, τόσο πλειότερο ανάφταν η όψες μας κ’ υγραίνονταν τα μάτια. Τη ρώτησα:
– Πώς πάει το χτύπημα;
– Τώρα,…με πονεί εδώ.


Μου είπε γλυκά και μώδειξε με το χεράκι της δίπλα στο πλευρό της κατά το ψυχικό.
Καταλάβατε τ’ ήθελε να πη η κόρη;
Ε, σας φτάνουν ως εδώ, τ’ άλλα δε σας τα φανερώνω».

(συνεχίζεται )

Σχετικά άρθρα

21 Μαρτίου: Η Google γιορτάζει την γέννηση του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ με ένα φοβερό Doodle!

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ζωή Χατζηευαγγέλου, “Χορός η κρυμμένη γλώσσα της ψυχής” (συνέντευξη)

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Μια «χαλαρή» κουβεντούλα με τον εικαστικό Διογένη Παπαδόπουλο.

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X