Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Δημήτριος Βικέλας δημιουργός της θεωρίας και της πράξης (μέρος IV)

Το τελευταίο διήγημα με το οποίο θα καταπιαστούμε είναι «Ο παπα – Νάρκισσος», ένα βαθιά ανθρώπινο διήγημα που συγκινεί κάθε αναγνώστη. Κεντρικός ήρωας είναι ένας νεαρός παπάς σε ένα νησιώτικο χωριό, προσφάτως παντρεμένος με μια γυναίκα που τον λατρεύει. Οι νησιώτες τον αγαπούν και τον σέβονται κι η ζωή του κυλά ήρεμα και ευτυχισμένα. Ωστόσο, υπάρχει μια σκιά, μια κρυφή ανησυχία στην ψυχή του που διαταράσσει την ηρεμία του: Φοβάται να αντικρίσει τον θάνατο στα πρόσωπα των νεκρών…

 

 

Τον συγγραφέα δεν τον απασχολούν πλέον τα ιστορικά γεγονότα και οι συνέπειές τους, αλλά η καθημερινή ζωή των ανθρώπων της υπαίθρου και η συμπεριφορά τους. Μέσα στα πλαίσια της γενιάς του 1880 ο Βικέλας κινείται πρωτοποριακά στο χώρο της ηθογραφίας.

Θα παραθέσω αποσπάσματα από το τελευταίο μέρος του διηγήματος:
«Ο Γεροθανάσης εκάθισεν επί της πέτρας παρά την είσοδον και επερίμενεν. Έμεινεν επί ώραν πολλήν καθήμενος εκεί. Ηπόρει πώς ο ιερεύς ούτε φαίνεται ούτε ακούεται. Είχε την περιέργειαν να υπάγει προς την καλύβην, αλλά δεν ετόλμα να παρακούσει την διαταγήν. Επερίμενε λοιπόν, βλέπων την κυανήν θάλασσαν ρυτιδουμένην υπό του ανέμου, όστις εγειρόμενος ήρχιζε να δροσίζει την ατμόσφαιραν. Οι πέριξ θάμνοι ανέδιδον ευωδίαν ζωογόνον, αι σιταρήθραι πετώσαι ορμητικώς προς τα ύψη επλήρουν τον αέρα με το κελάδημά των, η φύσις εφαίνετο φαιδρά όλη και ευτυχής, ενώ ο λεπρός απέθνησκεν εντός της καλύβης του.
Αίφνης ο γέρων χωρικός ήκουσε βηματισμόν πλησίον του ελαφρόν. Εστράφη απορών και είδεν ερχομένην προς την καλύβην την γυναίκα του ιερέως. Ηγέρθη αμέσως και προέβη εις προϋπάντησίν της.
– Τι σου ήλθε να κάμεις τόσον δρόμον πεζή, παπαδιά;
– Ενόμιζα ότι θα σας απαντήσω εις τα μισά του δρόμου και ολίγ’ ολίγον ήλθα έως εδώ. Πού είναι ο παπάς;
– Μέσα, με τον λεπρόν.
– Ζει ή απέθανε;
– Ό,τι και αν σου πω, σε γελώ.
– Δεν πηγαίνεις να ιδείς;
– Μου το έχει εμποδισμένον ο παπάς.
[…] Κατ’ εκείνην την στιγμήν ο ιερεύς εξήλθε της καλύβης και με βήματα αργά διέσχισε τον κήπον. Δεν εφόρει το ράσον του. Εις τας ανυψωμένος χείρας εκράτει το ευχολόγιον και το αρτοφόριον. Εβάδιζε με ορθίαν και ακίνητον την κεφαλήν, με το βλέμμα ήρεμον, ενώ έσειεν ο άνεμος την λυτήν κόμην του. Εφαίνετο άλλος ήδη άνθρωπος!
Επλησίασε προς τον γέροντα και προς την σύζυγόν του χωρίς ουδεμίαν να εκφράσει απορίαν διά την έλευσίν της. Αμφότεροι εκείνοι δεν εκινήθησαν προς προϋπάντησίν του. Τον επερίμενον να έλθει. Δεν απηύθυναν ερώτησιν προς αυτόν. Επερίμενον να ομιλήσει.
– Ανεπαύθη, είπεν ο ιερεύς. Ο Γεροθανάσης και η παπαδιά έκαμον εν σιωπή τον σταυρόν των.
– Αύριον το πρωί θα έλθωμεν να τον θάψωμεν, εξηκολούθησεν.
Η φωνή του είχε τι το σοβαρόν, το επιβάλλον. Ουδέποτε η σύζυγός του τον ήκουσεν ομιλούντα ούτω. Τον ήκουε και τα δάκρυα ανέβαινον ησύχως εις τους οφθαλμούς της. Ησθάνετο ότι η δοκιμασία αύτη ενίσχυσε διά παντός την ψυχήν του.
– Να μείνω εδώ την νύκτα; ηρώτησεν ο Γεροθανάσης.
– Μείνε. Θα έλθω πολύ πρωί. Και βλέπων την σύζυγόν του, ήτις έτεινε προς αυτόν το ράσον,
– Καλά έκαμες και μου το έφερες, είπεν. Εσκέπασα με το άλλο τον νεκρόν. Και βαδίζοντες ο εις παρά τον άλλον επέστρεφαν εις την οικίαν των πεζοί ο ιερεύς και η σύζυγός του
».

Κλείνοντας το κείμενό μας για τον Δημήτριο Βικέλα, θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα από το κείμενό του «Δεν πειράζει» του 1889 – διαχρονικό και πάντοτε επίκαιρο, που αποδεικνύει το βάθος του έργου του.

«Η ἀληθὴς πληγὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὸ δὲν πειράζει, μοῦ ἔλεγε μίαν ἑσπέραν ὁ μακαρίτης Παλάσκας. Ποσάκις κατὰ τὴν τελευταίαν ἐν Παρισίοις διαμονήν του, διήλθομεν ὥρας ὁλοκλήρους συνομιλοῦντες περὶ τῶν τῆς Ἑλλάδος! Καὶ εἰς τί ἄλλο περιστρέφεται συνήθως ἡ ὁμιλία τῶν εἰς τὰ ξένα συναντωμένων Ἑλλήνων; Τὸν ἤκουα δὲ μετὰ νέας πάντοτε τέρψεως. Ἡ ἁγνότης τοῦ πατριωτισμοῦ, ἡ ὀρθότης τῶν σκέψεων, ἡ μακρά του πεῖρα τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ἀνέκδοτα, διὰ τῶν ὁποίων ἐποίκιλλε τὴν ὁμιλίαν, ἡ χάρις τῆς ἐκφράσεως, μοῦ ἀπετέλουν τερπνοτάτην ἅμα καὶ διδακτικὴν τὴν συναναστροφὴν τοῦ ἀληθῶς χρηστοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου. […]
— Ναὶ, ἀπεκρίνετο μειδιῶν ὁ Παλάσκας, ἀλλ’ ὁ Ἕλλην εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἄνθρωπος, ὥστε τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματά του προσλαμβάνουσι τύπον δυνατώτερον ἢ ἀλλαχοῦ τῆς γῆς.
— Ναὶ, ἐπανελάμβανε σπουδαιότερον• ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ αὐτὸς πανταχοῦ. Οἱ αὐτοὶ λόγοι προκαλοῦν καὶ τὴν μόρφωσιν τῶν κακιῶν καὶ τὴν διόρθωσίν των. Πανταχοῦ ὑπάρχει καὶ χρηστότης καὶ κακοήθεια. Βεβαίως δὲ, παρ’ ἡμῖν ἡ ἀναλογία τῆς μὲν πρὸς τὴν δὲ δὲν εἷνε πρὸς ζημίαν τῆς Ἑλλάδος. Ὄχι δόξα τῷ Θεῷ! Ἡ μόνη διαφορὰ εἶνε, ὅτι ἀλλαχοῦ ἡ διαφθορὰ στηλιτεύεται εὐκολώτερον ἢ παρ’ ἡμῖν. Ἐν Ἑλλάδι τὴν προστατεύει τὸ αἰώνιον δὲν πειράζει. Δὲν πειράζει τοῦτο, δὲν πειράζει ἐκεῖνο! Ἡ ἀνοχὴ τοῦ Ἕλληνος εἷνε ἀπεριόριστος! […] Ἀναμφιβόλως ἐξηκολούθησε λέγων μετά τινα σιωπὴν, ἡ κοινωνία ἀναγνωρίζει καὶ τιμᾷ τὸν χρηστὸν, διακρίνει δὲ κάλλιστα τὸν ἄξιον ἀπὸ τοῦ μὴ ἀξίου ὑπολήψεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Πρέπει ἡ διάκρισις αὕτη νὰ μὴ ἐκφράζηται ταπεινῇ τῇ φωνῇ καὶ ἐν παραβύστῳ, ἀλλὰ ν’ ἀντηχῇ θαρραλέως ἐντὸς τῆς κοινωνίας ἐπικυρουμένη ἀναφανδὸν καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, πρὸ πάντων τῆς κοινῆς γνώμης. Πρέπει ἡ κακοήθεια ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχῃ νὰ στηλιτεύηται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ νὰ τιμωρῆται ὑπὸ τοῦ νόμου. Πρέπει νὰ ἐκλείψῃ τὸ δὲν πειράζει! Ὅταν αἱ ἀπαίσιοι αὗται λέξεις παύσωσι νὰ ἀντηχῶσιν αἰωνίως εἰς τὰ ἑλληνικά ὦτα, ὅταν παύσῃ ἐπικρατοῦσα ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ ἀτιμωρησία, τότε δύνασαι, σὺ ὁ αἰσιόδοξος, νὰ πιστεύσῃς ὅτι ἤγγισεν ἀληθῶς ἡ διόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων
».

Δημήτριος Βικέλας, ο δημιουργός της Θεωρίας και της Πράξης!

 

Σχετικά άρθρα

NICO LAZARIDI | Η εν οίνω τέχνη

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Η Ελληνική ποίηση για την Άλωση της πόλης (Κωνσταντινούπολης)

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Βασίλης Ταβουλτσίδης, η νέα ποιητική φωνή της Ξάνθης | Του Θανάση Μουσόπουλου

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X