Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Δημήτριος Βικέλας: δημιουργός της θεωρίας και της πράξης (μέρος ΙΙΙ)

Ο Κωστής Παλαμάς και ο Δημήτριος Βικέλας είχαν αμοιβαία εκτίμηση. Ο ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων γράφτηκε από τον Παλαμά το 1896 ύστερα από πρόταση του Βικέλα. Τότε ο Κ. Παλαμάς ήταν 37 ετών και ο Δ. Βικέλας 61.

Η εκτίμηση είναι παλιότερη. Ηδη, από το 1891, ο νεότερος είχε γράψει ότι «γλυκύτης και συγκατάβασις, διαύγεια ιδεών, και ευγένεια αισθημάτων προς αποκάλυψιν και έξαρσιν της αγαθής όψεως των πραγμάτων χαρακτηρίζουν τον κ. Δημ. Βικέλαν, ως λόγιον και συγγραφέα, ιδιότητες αίτινες απορρέουν, κατά μέγα μέρος, εξ αυτού του ανθρώπου». Σε άλλο σημείο ο Παλαμάς σημειώνει ότι η πεζογραφία του Βικέλα αποτελεί ένα ιστορικό σημείο αναφοράς: «[…]επεφυλάσσετο η τιμή να δώσει το σύνθημα. Και το διήγημα έκτοτε βαδίζει κανονικώτερον, οργανικώτερον […]».

Στις εκδόσεις Νεφέλη υπάρχουν οχτώ διηγήματα (η πρώτη έκδοση το 1887 περιείχε έξι, η δεύτερη συμπληρώθηκε με δύο ακόμη το 1897): Η άσχημη αδελφή, Ο παππά Νάρκισσος, Ο λυσσασμένος, Φίλιππος Μάρθας, Εις του οφθαλμιατρού, Ανάμνησις, Διατί έμεινα δικηγόρος, Τα Δύο Αδέλφια. Κάθε διήγημα έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χαρίσματά του. Στα Κείμενα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης περιέχεται απόσπασμα από τον Λουκή Λάρα και ο Παπά Νάρκισσος, στον οποίο θα αναφερθούμε σε επόμενο κεφάλαιο.

 

 

Επέλεξα να δούμε δύο διηγήματα που έχουν αδέλφια (το πρώτο και το τελευταίο), γιατί περιέχουν πολλά θέματα ψυχικής υγείας.

Η “Άσχημη αδελφή” είναι χαρακτηριστικό δείγμα της διηγηματογραφίας του Βικέλα. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη γενέτειρά του Σύρο του 19ου αιώνα και οι ήρωές του είναι τυπικά δείγματα της μεσοαστικής κοινωνίας της. Οι διακυμάνσεις της ψυχολογίας των χαρακτήρων σκιαγραφούνται με ευαισθησία και δεξιοτεχνία, ενώ τα κοινωνικά ήθη αποτυπώνονται με χάρη, λεπτότητα και αδιόρατη ειρωνεία. Η υπόθεση του διηγήματος έχει ως εξής: Ο ιδιόρρυθμος καθηγητής των ελληνικών κύριος Πλατέας, υπέρβαρος και αλλόκοτος, βιώνει τη ζωή του μέσα από φαντασιώσεις των Ομηρικών επών. Ο κύριος Πλατέας σώζεται από βέβαιο πνιγμό από έναν νεαρό πρωτοδίκη και του αφοσιώνεται δια βίου. Ο πρωτοδίκης, ερωτευμένος με μία νεαρή και όμορφη κοπέλα δεν μπορεί να ολοκληρώσει την ευτυχία του, αφού η μεγαλύτερη και άσχημη αδελφή της δεν μπορεί να παντρευτεί πρώτη όπως είναι το έθος της εποχής. Την άσχημη αδελφή προσφέρεται να παντρευτεί ο Πλατέας για να ανοίξει ο δρόμος για την ευτυχία του σωτήρα του.

 

Ένα μικρό απόσπασμα:
«Ο κύριος Πλατέας, καθηγητής των Ελληνικών εις το Γυμνάσιον Ερμουπόλεως, επέστρεψεν από τον τακτικόν απογευματινόν περίπατόν του. Άλλοτε ο περίπατος ούτος εγίνετο εις τα βαπόρια. Αλλ’ αφ’ ότου ήρχισεν η χάραξις της οδού της μελλούσης, ως ελέγετο, ν’ απολήξη εις Χρούσα, ο Κύριος καθηγητής, αντί τού τετραπλού καθ’ εκάστην γύρου του, εις τον περιωρισμένον και μόνον έως τότε περίπατον εκείνον των Ερμουπολιτών, έσυρε τα βήματά του εις την νέαν οδόν. Παρακολουθεί μετά μεγίστου ενδιαφέροντος την γινομένην έργασίαν…»

 

«Τα Δύο Αδέλφια» έχουν έντονο ψυχολογικό χαρακτήρα. Θεωρώ ότι είναι ένα μοντέρνο κείμενο, που ακόμη και η γλώσσα του μιλά στο σύγχρονο αναγνώστη. Η πραγματικότητα και το υποσυνείδητο, το άγνωστο παρελθόν και οι σχέσεις των ανθρώπων, όλα συμπλέκονται σε τρία ζευγάρια ανθρώπων με μία κοπέλα ανάμεσα στα άτομα αυτά. Η Ελένη Α. Ηλία γράφει: «Στα «Δυο αδέλφια» μας εντυπωσιάζει εξίσου η περιγραφή της κόρης του κυρίου Μελέτη, πολύ δε περισσότερο, καθώς ενώ ο αφηγητής περιμένει ανυπόμονα να την γνωρίσει, η συνάντησή τους αναβάλλεται διαρκώς. Αυτές μάλιστα οι συνεχείς αναβολές του προκαλούν την υποψία ότι συμβαίνουν σκόπιμα και αναρωτιέται για την αιτία. Όταν επιτέλους την συναντά, στην περιγραφή της κυριαρχούν οι αλλεπάλληλες αντιθέσεις, που κάνουν φανερό το μέγεθος της έλξης που ασκεί πάνω του. Αντιπαραθέτει την ομορφιά της στη μελαγχολία της, τη σωματική της αρμονία στις υποτονικές κινήσεις της, το έντονο μαύρο χρώμα των ματιών της στα ωχρά χείλη της. Η περιγραφή καταλήγει με το συμπέρασμα πως η μορφή της κοπέλας είναι απόκοσμη, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα μυστηρίου».

 

 

Θα παραθέσουμε δύο αποσπάσματα:
«Τὸ δωμάτιον εἰς τὸ ὁποῖον ἡ κυρία Σοφία μᾶς ὁδήγησεν, ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ μεθ’ ὅλην τὴν γενομένην ἐντὸς αὐτοῦ μεταβολήν, ἐφαίνετο νέας γυναικὸς κοιτών. Τὸ διατί δύσκολον νὰ τὸ διασαφήσω, ἀλλ’ ἀμέσως ἐννοήσα ὅτι μᾶς παρεχωρήθη τὸ δωμάτιον τῆς θυγατρὸς τοῦ κυρίου Μελέτη. […]
«Πῶς θὰ μοιρασθεῖτε τὰς κλίνας;», εἶπε μειδιὼν ὁ γέρων, ἐνῶ ἡ ἀδελφή του ἔριπτε περὶ ἑαυτὴν τὸ βλέμμα διὰ νὰ ἴδει μὴ λείπει ἢ μὴ ἐλησμονήθη τι.
«Θὰ ρίψομεν κλῆρον», ἀπεκρίθην γελών. «Ἄλλως δὲ καὶ αἱ δύο φαίνονται ἐξαίρετοι καὶ δὲν θὰ μαλλώσομεν μὲ τὸν Νίκον».
Ἅμα ἐπρόφερα τὸ ὄνομα τοῦ ἐξαδέλφου μου, ἡ κυρία Σοφία ἐστράφη διὰ μιᾶς πρὸς αὐτόν. Ὁ Νικός ἴστατο εἰς τὸ πλευρόν μου, ὁ δὲ λύχνος τὸν ὁποῖον ἐκράτουν τὸν ἐφώτιζε κατὰ πρόσωπον. Ἀφότου ἐφθάσαμεν, ἔμενεν εἰς τὴν σκιὰν πάντοτε. Τότε πρῶτον ἔβλεπε τὰ χαρακτηριστικά του ἡ κυρία Σοφία. Ἡ ὄψις της ἠλλοιώθη ἅμα τὸν εἶδεν. Ἐφαίνετο ὡς ἐμβρόντητος. Ἡ ἔκφρασίς της ἦτο ἀληθὴς εἰκὼν τρόμου. Μὲ τὰς δύο χείρας τεταμένας πρὸς τὸν Νίκον, τὰ δάκτυλα διεσταλμένα, τὰ χείλη ἡμιανοικτά, ἄφωνος, ὠχρά, μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀτενῶς προσηλωμένους εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Νίκου, ἐβάδισε κλονιζομένη πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ ἐκάθισεν, ἢ μᾶλλον κατέπεσεν ἐπὶ ἑνὸς καθίσματος.
Ἐτρόμαξα! Ὁ λύχνος παρ’ ὀλίγον νὰ πέσει ἐκ τῆς χειρός μου» […]
«Μετὰ κόπου καὶ μόχθου τὸν ἔπεισα, ὄχι νὰ κοιμηθεῖ, ἀλλὰ νὰ ἐκδυθεῖ καὶ νὰ ἐξαπλωθεῖ εἰς τὸ στρῶμα, διὰ νὰ δώσω δὲ τὸ καλὸν παράδειγμα, ἤρχισα νὰ ἐκδύομαι. Ἀνεφύη τότε νέον ζήτημα: Εἰς ποίαν κλίνην θὰ κοιμηθῶ ἐγώ. Ἤθελα νὰ λάβει ἐκεῖνος τὴν σιδηράν, διότι ἐφοβούμην μὴ αἱ σανίδες τῆς ἄλλης χορεύουσαι τὴν νύκτα ἐπάνω εἰς τὰ τρόποδά των δώσουν νέαν ἀφορμὴν ταραχῆς εἰς τὰ ἀρκούντως ἤδη ταραγμένα νεῦρα του. Ἀλλ’ ὁ Νίκος δὲν ἐπείθετο. «Ἐγώ, ὁ εἰς ἀνάρρωσιν, ἔπρεπε νὰ λάβω κατοχὴν τῆς καλυτέρας κλίνης − καὶ τί θὰ ἔλεγεν ἡ μήτηρ μου−, καὶ ἐπιτέλους χρεωστῶ νὰ τὸν ὑπακούω διότι ἦτο μεγαλύτερος». Ἐνέδωσα διὰ νὰ δοθεῖ πέρας εἰς τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ ὅμως τὴν παρεξέτεινα ἐπίτηδες ἐπὶ ἀρκετὴν ὥραν, ἐπὶ σκοπῷ νὰ δώσω νέαν διεύθυνσιν εἰς τὰς σκέψεις του. Ἐνόμισα δὲ ὅτι τὸ κατόρθωσα ἰδὼν αὐτὸν ἐπιτέλους ἐκθηλυκώνοντα τὰ κομβία του, καὶ ἤρχισα νὰ ἐλπίζω ὅτι θὰ κοιμηθῶμεν.
Ἀλλ’ ἀγνοῶ ὑπὸ τίνος σκέψεως κινούμενος, ὁ εὐλογημένος, διέκοψεν αἴφνης τὰς πρὸς κατάκλισιν προετοιμασίας καί, ἀφοῦ πρῶτον ἐκλείδωσε τὴν θύραν, ἐπεδόθη εἰς λεπτομερὴ ἐξέτασιν τοῦ δωματίου. Ἕως καὶ τὰς κρεμαμένας σινδόνας ἀνεσήκωσε διὰ νὰ ἴδει μὴ κρύπτεταί τι ὑπὸ τὰς κλίνας. Ἀφοῦ δὲ ἠρεύνησε τὰ ἐπὶ τοῦ πατώματος, ἤρχισε νὰ ἐξετάζει καὶ τὰ ἐπὶ τῶν τοίχων. Παρηκολούθουν τὰς κινήσεις του ἐν σιωπῇ, μειδιὼν λάθρα διὰ τὴν ἀνησυχίαν του
».

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

 

Σχετικά άρθρα

Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου: η ποιήτρια της Ξάνθης

Θανάσης Μουσόπουλος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΤΟΥΛΑΣ : 1095 μέρες δεν κουδουνίζει το τηλέφωνο…

Θανάσης Μουσόπουλος

Τι και γιατί χρωστάμε στον Andy Warhol.

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X