Sparmatseto
Projects

O ρόλος της αρχαιοελληνικής γραμματείας στην παιδεία των βυζαντινών

Όταν τον 4ο αιώνα ο Χριστιανισμός επικράτησε έναντι της ειδωλολατρίας, υπήρχε σε όλη την αυτοκρατορία μια μορφή εκπαίδευσης που δεν είχε υποστεί θεμελιώδεις αλλαγές από την ελληνιστική εποχή. Με άλλα λόγια η παιδεία, κυρίως στην πρώιμη βυζαντινή εποχή,  είχε παραμείνει ελληνιστική. Μπορεί η Χριστιανική θρησκεία να κατέκρινε οτιδήποτε εθνικό αυτό όμως δεν επηρέασε, τουλάχιστον στην αρχή, την μορφή της εκπαίδευσης. Η ελληνιστική παράδοση ήταν ζωντανή και σηματοδοτούσε τον πολύ σημαντικό ρόλο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Πράγματι, το βυζαντινό κράτος χρησιμοποιούσε την αρχαία γραμματεία. Η κλασική παιδεία είχε την θέση της στο εκπαιδευτικό σύστημα. Βέβαια χρησιμοποιούταν στα κατώτερα επίπεδα της εκπαίδευσης και κυρίως για να μελετήσουν τη γλώσσα, τη γλωσσική έκφραση και το ύφος των κειμένων. Το γεγονός αυτό όμως δεν υποβάθμιζε την αξία της. Η γλωσσική έκφραση ήταν κάτι πολύ καίριο γιατί αποτελούσε την βάση της, πολύ σημαντικής για το Βυζάντιο, ρητορικής τέχνης.  Θεωρούταν ιδιαίτερα  σημαντικό να γνωρίζει κανείς την κλασική παιδεία. Μόνο όσοι ήταν γνώστες της, μπορούσαν να καταλάβουν σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό του Βυζαντίου.

Δεν ήταν όμως μόνο ο κρατικός μηχανισμός που απαιτούσε την γνώση των κλασικών γραμμάτων σε όποιον ήθελε να καταλάβει ανώτερες θέσεις. Το ίδιο γινόταν και στον διοικητικό μηχανισμό της εκκλησίας. Και εκεί θεωρούταν απαραίτητη μια τέτοια γνώση. Οι θεολόγοι και  οι ανώτεροι λειτουργοί γνωρίζοντας την κλασική παιδία μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν για να δώσουν νόημα στο δόγμα. Αυτό το πέτυχαν κυρίως οι απολογητές και έπειτα οι πατέρες της εκκλησίας στους αγώνες τους εναντίων των αιρετικών. Γενικότερα υπήρχε, για αυτούς, μια διαχωριστή γραμμή ανάμεσα στο νόημα, από την μια μεριά και τον τρόπο έκφρασης από την άλλη,  της αρχαίας γραμματείας. Χρησιμοποιούσαν τους όρους, την ορολογία, των αρχαίων κειμένων για να μιλήσουν για θεολογικά ζητήματα και να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν με ίσους όρους τους ειδωλολάτρες και τους αιρετικούς.

 

βυζαντινή μουσική 2

 

Σχέσεις κράτους-εκκλησίας με την  κλασική παιδεία σημαντικοί σταθμοί στην διαδρομή των σχέσεων αυτών

Θα ήταν λάθος, διαπιστώνοντας τον ρόλο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στο εκπαιδευτικό σύστημα του Βυζαντίου, να βγει το συμπέρασμα ότι το κράτος και η εκκλησία ήταν όλως διόλου θετικά προσκείμενα σε αυτήν. Αντιθέτως, αν εξαιρεθούν οι έννοιες και οι όροι που ήταν απαραίτητοι για την ρητορική και την θεολογία, το περιεχόμενο της αρχαιοελληνικής παιδείας δεν αντιμετωπιζόταν πάντοτε θετικά. Σε αυτήν την διαπίστωση συνηγορεί και ο διαχωρισμός που έκαναν ανάμεσα στην «θύραθεν» παιδεία, δηλαδή την κλασική και την «καθ’ ημάς», δηλαδή την βυζαντινή. Ο Μέγας Βασίλειος και κάποιοι πατέρες της εκκλησίας  παρακινούσαν τους νέους να κρατούν από την γραμματεία των αρχαίων Ελλήνων μόνο ότι τους ωφελεί πνευματικά. Γενικότερα οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας από την μία, με την κλασική παιδεία από την άλλη, πέρασαν από διάφορα στάδια και αξίζει να αναφερθούν κάποιοι σημαντικοί σταθμοί στην διαδρομή αυτών των σχέσεων.

Ένας από τους πρώτους σταθμούς αυτής της διαδρομής ήταν η ίδρυση του «πανδιδακτηρίου» το 425 στην Κωνσταντινούπολη. Από τον 4ο αιώνα και μετά η πρωτεύουσα του Βυζαντίου αναδείχθηκε το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Από αυτήν δεν ήταν δυνατόν να λείψει ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα και αυτό ήταν το «πανδιδακτήριο». Σε αυτό διδασκόταν κλασικά κείμενα και ο ουσιαστικός σκοπός του ήταν να  δημιουργεί στελέχη που θα επάνδρωναν τον κρατικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας. Γενικότερα το «πανδιδακτήριο» σήμανε την χρήση της κλασικής παιδείας από τους Βυζαντινούς, κάτι που ωστόσο δεν θα συνεχιζόταν αδιάκοπα.

Πράγματι, το 529 ο Ιουστινιανός με μία σειρά νόμων εναντιώθηκε στην «θύραθεν» παιδεία. Απαγόρευσε στους «εθνικούς» να διδάσκουν, καταδίωξε πολλούς γραμματικούς, σοφιστές και νομικούς και έπαψε να χρηματοδοτεί τις φιλοσοφικές σχολές. Το τελευταίο αποδείχθηκε καταστροφικό για την σχολή των Αθηνών που περιόρισε την δράση της. Όλα αυτά, βοηθούμενα και από την παρακμή των πόλεων που παρατηρήθηκε την ίδια εποχή, έπληξαν την εκπαίδευση που συνέχιζε την παράδοση της αρχαιότητας.

Ωστόσο στα τέλη του 8ου αιώνα παρατηρείται μια αναβίωση των φιλολογικών σπουδών που έφερε ως επακόλουθο και την αντίστοιχη αναβίωση των φιλοσοφικών σχολών. Την περίοδο εκείνη μια ομάδα κρατικών λειτουργών στην Κωνσταντινούπολη, με τυπική ρητορική και φιλοσοφική παιδεία, συντέλεσαν στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τις κλασικές σπουδές και την ελληνική αρχαιότητα. Αποτέλεσμα ήταν η επανέναρξη της μελέτης της αρχαιοελληνικής γραμματείας.

Η αναβίωση αυτή της κλασικής παιδείας συνεχίστηκε. Από τον 11ο αιώνα και μετά παρατηρούνται ισχυρές πνευματικές διεργασίες. Ήταν η εποχή που εμφανίστηκαν μεγάλες πνευματικές μορφές όπως ο Ψελλός, ο Ιταλός ή ο Γεώργιος Γεμιστός. Ο Ψελλός, ένας από τους σημαντικότερους λόγιους του Βυζαντίου, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί νεοπλατωνικός, ενώ ο μαθητής του Ιταλός έγραφε ρητορική όμοια με του Αριστοτέλη. Ο Γεμιστός ήταν πλατωνικός.  Πέρα από αυτούς υπήρξαν και πολλοί άλλοι λόγιοι που βασίστηκαν στην «θύραθεν» παιδεία και αποτελούν σημείο αναφοράς της πνευματικής κίνησης του Βυζαντίου.

Ο τελευταίος σημαντικός σταθμός στις σχέσεις κράτους-εκκλησίας με την κλασική παιδεία είναι το 1453. Μετά την πτώση της αυτοκρατορίας το πατριαρχείο αναλαμβάνει τον έλεγχο της παιδείας. Επακόλουθο ήταν να γίνει μια προσπάθεια ‘εκχριστιανισμού’ της παιδείας με αποτέλεσμα να περιορισθεί ο ρόλος των κλασικών γραμμάτων. Άμεσα αντέδρασε ο Ψελλός που ήρθε σε σύγκρουση με την εκκλησία. Ότι και να γινόταν όμως, το βυζαντινό κράτος αποτελούσε παρελθόν. Με τον τρόπο αυτό έληξε  η πολυκύμαντη διαδρομή των σχέσεων των Βυζαντινών με την αρχαιοελληνική γραμματεία.

 

 

Συνέπειες στην πνευματική παραγωγή και γλώσσα

 Οι σχέσεις που περιγράφηκαν στην περιηγούμενη ενότητα είχαν κάποιες πολύ σημαντικές συνέπειες στην πνευματική παραγωγή και την γλώσσα. Πράγματι η προσφορά του Βυζαντίου, που σχετίζεται με τον ρόλο της κλασικής παιδείας στο εκπαιδευτικό σύστημα, υπήρξε σπουδαία. Αξίζει να μελετηθούν οι συνέπειες αυτές.

Πρώτη και ίσως σημαντικότερη συνέπεια είναι η διάσωση της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς μέσα από την μελέτη και την αντιγραφή των αρχαίων κειμένων.  Αρχαία κείμενα αντιγραφόταν για να αποτελέσουν εκπαιδευτικά μέσα με αποτέλεσμα την διάσωσή τους από την καταστροφή. Όσο περισσότερο αναθερμαινόταν το ενδιαφέρον για τις κλασικές σπουδές τόσο περισσότερα χειρόγραφα αντιγραφόταν. Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά ακούσια, το εκπαιδευτικό σύστημα του Βυζαντίου προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στην διάσωση της αρχαιοελληνικής γραμματείας.

Άλλη μια συνέπεια ήταν η χρήση της μικρογράμματης γραφής. Έως τα τέλη του 8ου αιώνα τα βιβλία γραφόταν σε μεγαλογράμματη γραφή. Η μικρογράμματη  χρησιμοποιούταν ήδη αλλά μόνο για την εξυπηρέτηση άμεσων αναγκών της ιδιωτικής ζωής. Από τα τέλη του 8ου  αιώνα αρχίζουν να γράφονται βιβλία με αυτήν την γραφή. Τα πλεονεκτήματά της ήταν πολλά, κατ’ αρχή μείωνε το κόστος των βιβλίων αφού χρειαζόταν λιγότερος χώρος αλλά και χρόνος για να γραφτεί, πέρα από αυτό έκανε ευχερέστερη και ευκολότερη την ανάγνωση. Αποτέλεσμα ήταν να αυξηθεί η παραγωγή βιβλίων και να διαδοθεί περισσότερο η συγγραφή τους. Με τον τρόπο αυτό επωφελήθηκε πολιτιστικά το Βυζάντιο.

Αλλά η πολιτιστική προσφορά δεν σταματά μόνο στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους πολλοί λόγιοι μετανάστευσαν στην Δύση. Εκεί μεταλαμπάδευσαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν οι επιστήμες και η φιλοσοφία. Ουσιαστικά πρόκειται για μια προδρομική άνοδος της αναγέννησης. Δεν είναι τυχαίο που ο Γεώργιος Γεμιστός έχει χαρακτηριστεί ως πρόδρομος της αναγέννησης. Μέσο αυτών των λόγιων γίνονται γνωστοί στην Δύση αρχαίοι Έλληνες αλλά και Βυζαντινοί συγγραφείς βοηθώντας τον Δυτικό πολιτισμό να αναπτυχθεί.

Τέλος, δεν πρέπει να παραληφθεί το γεγονός ότι και η Ανατολή επωφελήθηκε από τους Βυζαντινούς λόγιους και την αρχαιοελληνική παιδεία και μάλιστα νωρίτερα από την Δύση. Δεν θα  ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί πως ο Ψελλός και ο Ιταλός εγκαινιάζουν μια πρώιμη Ανατολική αναγέννηση. Πολλοί από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς είχαν γίνει γνωστοί στην Ανατολή πολύ πριν από ότι στην Δύση. Παράδειγμα αποτελεί ο Αριστοτέλης που είχε γίνει γνωστός στον Αραβικό κόσμο νωρίτερα από ότι στην Ευρώπη.  Γενικότερα οι συνέπειες της κλασικής παιδείας ήταν ουσιώδεις  και για τον Ανατολικό πολιτισμό.

Σχετικά άρθρα

Ο ορισμός της ομορφιάς, όπως καθιερώθηκε στην Αρχαία Ελλάδα.

1978: Η επανεκκίνηση μιας πόλης | Του Κώστα Μπλιάτκα

Κωνσταντίνος Μπλιάτκας

Η ζωγραφική συναντάει την ποίηση | Αναδρομική έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X