Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Η παλιά μας πεζογραφία – Κωνσταντίνος Μεταξάς Βοσπορίτης

Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος γέμισε με νεοελληνικά διηγήματα που γράφτηκαν στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, από τη σειρά «Η πεζογραφική μας παράδοση» των εκδόσεων Νεφέλη. Επαναλαμβάνω κάτι που είχα γράψει στο πρώτο δημοσίευμα: «Τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει η εκδοτική συνήθεια να δημοσιεύονται πεζογραφήματα με ορισμένη θεματολογία και μέγεθος. Συνήθως πρόκειται για μυθιστορήματα, ενώ οι νουβέλες και τα διηγήματα σπανίζουν. Είναι τα λεγόμενα ευπώλητα. Όχι ότι δεν υπάρχουν άξια έργα ανάμεσα στα πολυδιαφημιζόμενα. Το πρόβλημά μου είναι ότι προβάλλονται τα πρόσφατα, ενώ αγνοούμε τα παλιότερα. Μου μοιάζουν με τα κινηματογραφικά έργα της σύγχρονης παραγωγής, και με τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου».

 

Στο σημερινό δημοσίευμα θα μιλήσουμε για τον Κωνσταντίνο Μεταξά Βοσπορίτη (1858 – 1908). Ξεχωριστή προσωπικότητα, γεννημένος στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία, με λαμπρή και ποικίλη καριέρα. Μου έχει κάνει εντύπωση, μελετώντας τη λογοτεχνία της Κωνσταντινούπολης το συνειδητοποίησα: δεν ήταν ικανοποιημένος με ένα μόνο πράγμα – και σε σπουδές και σε τόπους.

 

Ο Κωνσταντίνος Χ. Μεταξάς (το Βοσπορίτης από την καταγωγή του) γεννήθηκε στο Μπογιατζήκιοϊ (Βαφοχώρι) του Βοσπόρου. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη γεωπονία και τη βοτανολογία και ερασιτεχνικά με τη συγγραφή. Με την επιστημονική του δραστηριότητα απέκτησε κύρος στις χώρες της Ευρώπης και της Ανατολής, πολλές από τις οποίες επισκέφτηκε για επαγγελματικούς λόγους. Υπήρξε διευθυντής των κτημάτων Ζαρίφη στη Βαγδάτη για δέκα χρόνια, συνεταίρος της ομώνυμης επιχείρησης και συνεργάτης επιστημονικών εταιρειών. Για το έργο του βραβεύτηκε και τιμήθηκε από την παρισινή Ακαδημία Επιστημών, ενώ ανακηρύχθηκε Ιππότης του Σταυρού του Σωτήρος και Ταξιάρχης του Μεδζητιέ. Στο χώρο του επιστημονικού Τύπου συνεργάστηκε με τα έντυπα Journal d’ agriculture pratique, Revue Horticole, Revue des Sciences naturelles • παράλληλα συνέγραψε επιστημονικές μελέτες. Πέθανε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας.

 

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε από τους φιλολογικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης, με έναρξη το κείμενο Εκδρομή εις Βαβυλώνα, δημοσιευμένο το 1891. Γνωστός έγινε όμως μέσα από δημοσιεύσεις διηγημάτων του σε αθηναϊκά λογοτεχνικά έντυπα (Εβδομάς, Ακρόπολις Φιλολογική, Παρνασσός, Εθνικόν Ημερολόγιον Σκόκου), με τα οποία διατήρησε εικοσάχρονη περίπου συνεργασία και κυρίως με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων «Σκηναί της ερήμου• Ήθη Βεδουίνων». Αθήνα, εκδ. Ακροπόλεως του Βλάση Γαβριηλίδη, 1899 (και επανέκδοση από τον οίκο Νεφέλη, Αθήνα, 1988), το 1904 «Υπό την σκιάν των φοινίκων», ενώ πρόσφατα εκδόθηκε «Δζεμήλα και άλλα διηγήματα»• Επιλογή – επιμέλεια Ε.Χ.Γονατάς. Αθήνα, Στιγμή, 1988.

 

vosporiths-1-sparmatseto
Κωνσταντίνος Μεταξάς Βοσπορίτης

 

Στο Οπισθόφυλλο των εκδόσεων Νεφέλη διαβάζουμε: “Τα έργα των σημερινών μας διηγηματογράφων, τα κάλλιστα τουλάχιστον τούτων και τα μόνα δυνάμενα να έχωσιν εύλογους αξιώσεις πρωτοτυπίας (…) πρέπει να ομολογήσωμεν ότι είναι κατά την υπόθεσιν κάπως μονότονα, ασχολούμενα αποκλειστικώς εις την απεικόνισιν του βίου και των εθίμων μόνον των αγροτών, των ποιμένων, των ορεσίβιων και των θαλασσινών ελλήνων”, διαπιστώνει ο Έμμ. Ροΐδης και σπεύδει να προλογίσει με ανακούφιση τις “Σκηνές της ερήμου” ενός άγνωστου συγγραφέα, “αίτινες μετέφερον αμέσως ημάς εις όλως διάφορον κόσμον“.

 

Ο τόμος περιέχει επτά διηγήματα που μας μεταφέρουν στους χώρους της Ανατολής, όπου επί δεκαετία εργάστηκε ο συγγραφέας. Περιγραφές ζώων και ανθρώπων, μουσουλμανικών ηθών και εθίμων. Είναι σαν παραμύθια της ανατολής, με μια γλώσσα που μας θυμίζει τον Μποστ. Δε θέλω να αδικήσω τον συγγραφέα, ο αναγνώστης / η αναγνώστριά μου ας απολαύσει τη γραφή του Βοσπορίτη μέσα από εκτεταμένα αποσπάσματα από ένα εξαιρετικό κείμενό του: «Η Μόχρα».

 

«Δὲν ἦτο φαινόμενον, ἦτο πλάσμα, δὲν ἦτο ἄψυχον, ἦτο ἔμψυχον, δὲν ἦτο λογικόν, ἦτο ἄλογον, δὲν ἦτο ἀμφίβιον, ἦτο τετράποδον. Ἦτο ἐλαφρόπους Ἀραβικὴ ἵππος, ἦτο ταχεῖα καὶ θερμή, ὡς ὁ Σιμούμ, φορβάς.
Ὁ Βενδὲρ ἐμπὶν Μανσούρ, ἐκ τῆς φυλῆς τῶν Δελφί, ἐνηβρύνετο ἐπὶ τῇ κατοχῇ της καὶ τὴν ἠγάπα πλειότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ μονογενοῦς του Ἀλῆ• ὅταν δέ, διὰ νὰ τὸν παρακαλέσουν εἴς τι, προσωνύμουν αὐτὸν κατὰ τὸ ἔθιμον τῶν Βεδουΐνων: Ἀμποῦ Ἀλῆ (Πάτερ τοῦ Ἀλῆ), οὗτος ἀμέσως τοὺς διέκοπτεν ἐπιδιορθώνων: Ἄχνα ἀμποῦ Μόχρα, τουτέστιν: ἐγὼ εἶμαι πατὴρ τῆς Μόχρας. Ἡ δικαία αὕτη στοργή του πρὸς τὴν μέλαιναν, ὡς ἡ νὺξ τοῦ χειμῶνος, φορβάδα, τὸν ἠνάγκαζε συχνάκις νὰ διηγῆται τὴν γενεαλογίαν καὶ τὴν εὐγένειαν αὐτῆς.
−Ὁ πατέρας της, ἔλεγεν, εἶναι Ὀσμανλῆς, ἡ μάνα της εἶναι Βεδουΐνη. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ σπάνιο σόϊ… […] Τρία παρῆλθον ἔτη ἀπὸ τῆς γεννήσεως τῆς Μόχρας καὶ ἡ μοναδικὴ καλλονή της, ἡ πτερωτὴ ταχύτης καὶ ἡ ἔκτακτος θυμοσοφία της ἔκαμναν κρότον καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἀκατοικήτους ἐρήμους. Καὶ πράγματι• ὅτε ἀνύψου τὴν κεφαλήν της καὶ τὴν οὐράν της εἰς εὐθεῖαν γραμμήν, ἔδιδε σχῆμα τόξου εἰς τὸν κατάστιλπνον λαιμόν της, καὶ ἀνετίνασσε μετὰ χάριτος τὴν πυκνὴν χαίτην της, ἤξιζε νὰ χάνῃ τις τὸν καιρόν του μόνον διὰ νὰ τὴν βλέπῃ. Τὰς ἀπεράντους ἀποστάσεις διεξήλαυνε μὲ τὴν ταχύτητα ἀστραπῆς, καὶ διήρχετο ἐπὶ τῶν κινδυνωδεστέρων χαραδρῶν ὡς ὄνειρον τὸν πρωϊνὸν ὕπνον. Καθὼς ἐγεννᾶτο ὑποψία τις ἐν τῇ φυλῇ τῶν Δελφί, ἥτις ἐκαλλιέργει ἀπωτάτην μεταξὺ Περσίας καὶ Μεσοποταμίας ἔρημον, βόσκουσα κυρίως πολυπληθῆ ποίμνια, καθὼς λοιπὸν ἡ φυλὴ ὑπώπτευέ τι ἀπὸ μέρους τινῶν προβατοκλεπτῶν, ἐν μιᾷ φωνῇ ἅπασα ἔλεγεν.
− Ἄς καβαλλικεύσῃ τὴν Μόχραν ὁ Βενδὲρ καὶ ἄς ὑπὰγῃ ὡς τὸ Ἀέθε.
Τὸ Ἀέθε ἦτο ὕψωμα ἀρχαίων ἀσσυρίων ἐρειπίων, ἀπέχον μίαν ὥραν ἀπὸ τοὺς Δελφί, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνερχόμενός τις ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ εἰς ἀπόστασιν τριῶν περίπου ὡρῶν. […] Ἀλλ’ ἐνῷ ἀκόμη ἔκοπτε τὸ σχοινίον, εἰς μικρὸν τῆς Μόχρας χρεμέτισμα, ἅπαντες οἱ ἵπποι ἤρξαντο νὰ μυκῶνται ἰδιοφώνως καὶ νὰ κτυπῶσιν ἰσχυρῶς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοὺς πόδας των.
−Ἔ! Σάλεχ, τί ἔχουν τ’ ἄλογα ἐκεῖ; ἐφώνησεν εἷς πρὸς τὸν σκοπόν, τότε ἀφυπνισθέντα.
−Ποιὸς εἶν’ αὐτοῦ; −Ἔ!… τρέξτε… βουβοὶ εἶσθε;… τὰ ὅπλα σας! Κλέφτες! Κλέφτες!…
Η φωνὴ αὕτη τοῦ σκοποῦ, περισυνέλεξεν, ὡς τὸ σάρωθρον τὰ ψιχία, περὶ τοὺς εἴκοσιν ἄνδρας, τρέχοντας ὡς παράφρονας καὶ κραυγάζοντας: «Ποῦ εἶναι; Ποῦ εἶναι;»
−Μωρὲ φεύγει… ‘ς τ’ ἄλογο ἐκεῖ… Νά τος καβάλλα!… Ἐμπρὸς κ’ ἑμεῖς καβάλλα!….
−Καβάλλα; …’ς τ’ ἄλογο; ποιὸ ἄλογο;… ποῦ εἶναι; νὰ ἰδῶ! Ποιὸ λείπει; … Ἄ! νά, τὸ σχοινί της, κομμένο!… ἡ Μόχρα μου!! τ’ ἀκοῦτε, βρὲ σεῖς; … ἡ Μόχρα μου! … Ἄχ! … κ’ ἔπεσε κατὰ γῆς ὡς ἀπόπληκτος ὁ Βενδὲρ ἐμπὶν Μανσούρ. Διότι ἦτο αὐτός
».

 

Κλείνοντας την αναφορά μας στο Κωνσταντίνο Μεταξά Βοσπορίτη, θα καταφύγουμε στο λαμπρό βιβλίο της Βενετίας Αποστολίδου «Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας», σελ. 256 – 7, όπου αναφέρεται σε κείμενο του Παλαμά (1899) που μιλά για το έργο του Βοσπορίτη και την κριτική που του ασκήθηκε. Ο Παλαμάς σημειώνει ότι τα θέματα των διηγημάτων του Βοσπορίτη έχουν περισσότερο εθνογραφικό και όχι λογοτεχνικό ενδιαφέρον ή τουλάχιστον δεν κατορθώνουν να γίνουν ενδιαφέροντα από λογοτεχνική άποψη.

Σχετικά άρθρα

10 Έλληνες σκηνοθέτες που όλοι μας επιβάλλεται να γνωρίζουμε!!!

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Συν-κινήσεις από τον Διογένη Παπαδόπουλο

Ανθή Κοσμά

Πλάτων Ροδοκανάκης – εκατό χρόνια από το θάνατο του σμυρνιού δημιουργού, (μέρος II)

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X