Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Η Κατίνα Βέϊκου Σεραμέτη ως πρόσφυγας

Με αφορμή την έξαρση των προσφυγικών ροών, χρήσιμο είναι πάντοτε να εξετάζει κανείς την ιστορία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει για εμάς τους Ξανθιώτες η εξιστόρηση της λογοτέχνιδας και ποιήτριας Κατίνας Βέϊκου Σεραμέτη, η οποία κατά την ηλικία των 10 ετών περίπου αναγκάστηκε μαζί με την οικογένειά της να εγκαταλείψει την εστία της στους Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η άφιξη του Κεμάλ στη Σμύρνη, στις 31 Αυγούστου του 1922, σήμανε και την εκδήλωση έντονης κρίσης μεταξύ της Τουρκίας και της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας. Την κρίση πυροδότησε η δήλωση του Κεμάλ ότι μόνο η παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία θα απέτρεπε τη σύγκρουσή της με τους Συμμάχους. Η απόφαση για την εκκένωση της Θράκης λήφθηκε από τους Συμμάχους στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922 μετά από θυελλώδεις συσκέψεις τριών ημερών στο Παρίσι, μεταξύ του Γάλλου πρωθυπουργού Πουανκαρέ και του Άγγλου υπουργού εξωτερικών Λόρδου Κώρζον. Είναι γνωστά τα τηλεγραφήματα του Βενιζέλου προς τη νέα επαναστατική κυβέρνηση της Αθήνας: «…Επήλθον ήδη καταστροφαί ανεπανόρθωτοι… Οι τρεις μεγάλαι και πρώην σύμμαχοι ημών Δυνάμεις απεφάσισαν την απόδωσιν ταύτης εις την Τουρκίαν» έγραφε και πρόσθετε ότι οι Τούρκοι θα απειλούσαν και τη Δυτική Θράκη.

Επίσης, σε άλλο τηλεγράφημα στις 25 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Βενιζέλος τηλεγράφησε από το Παρίσι: «Ανατολική Θράκη απωλέσθη ατυχώς δι’ Ελλάδα», και: «ανάγκη Θράκες να εγκαταλείψωσι την γην, ην από τόσων αιώνων κατοικούσιν, αυτοί και πρόγονοί των».

Έτσι, μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου των Μουδανιών (28 Σεπτεμβρίου έως 11 Οκτωβρίου του 1922) ειδοποιήθηκαν οι ελληνικοί πληθυσμοί για τη βαθμιαία αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού από την Ανατολική Θράκη και εντός 15 ημερών, καθώς και για τις προθεσμίες στις οποίες έπρεπε, όσοι ήθελαν, να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους. Στις 30 Σεπτεμβρίου μάλιστα κοινοποιήθηκαν οι χώροι, τα δρομολόγια και τα λιμάνια συγκέντρωσης.

Στις 3 Οκτωβρίου, με προκήρυξη στους ελληνικούς πληθυσμούς, ανακοινώθηκε ότι άρχισαν να καταφθάνουν βρετανικά στρατεύματα με σκοπό τη συμπαράσταση στις ελληνικές αρχές και ότι η μεταβίβαση της διοίκησης της Θράκης στις τουρκικές αρχές δεν επρόκειτο να συμβεί πριν τις 2 Νοεμβρίου.

Ωστόσο, η είδηση της αποχώρησης του Ελληνικού Στρατού προκάλεσε πανικό στους διαμένοντες στη Θράκη ελληνικούς πληθυσμούς, τη στιγμή που οι ελληνικές αρχές επιχειρούσαν να επιβάλλουν την τάξη, ενώ διάφορες τουρκικές συμμορίες άρχισαν τις επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων.

Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι ότι τα οδικά μεταγωγικά μέσα ανήκαν στους Τούρκους που, είτε έσπαζαν τις ρόδες των αμαξιών, είτε τα έκρυβαν, προκειμένου να εμποδίσουν τη μεταφορά της κινητής περιουσίας των Ελλήνων. Έτσι οι πρόσφυγες αναγκάστηκαν να αφήσουν εκεί τις περιουσίες τους.

Ενώ λοιπόν, πριν από λίγα χρόνια, κατοικούσαν στην Ανατολική Θράκη 360.000 Ρωμηοί, τον Οκτώβριο του 1922, η εκκένωσή της σήμανε τη μετακίνηση 260.000 Θρακών προσφύγων, όπως και την αποχώρηση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι τον προηγούμενο μήνα, με την κατάρρευση του μετώπου της Μικράς Ασίας, είχαν καταφύγει στη Θράκη. Μετακινήθηκαν επίσης Αρμένιοι, Κιρκάσιοι και Τούρκοι αντικεμαλικοί των οποίων ο αριθμός δεν είναι γνωστός. Τη μετακίνηση συμπλήρωσε η αποχώρηση 70.000 περίπου στρατιωτών της Στρατιάς Θράκης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν δυτικά του Έβρου. Κατά τις είκοσι ημέρες της εκκένωσης της Θράκης δηλαδή, μετακινήθηκαν προς δυτικά πάνω από 450.000 άτομα. Η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης είχε ολοκληρωθεί το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1922.

Οι Επιβάτες, της επαρχίας Σηλυβρίας, όπως και οι άλλες πόλεις και χωριά της Ανατολικής Θράκης, δεν είχαν την μοίρα της Μικρασιατικής Ακτής, όπου οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να φύγουν από τα σπίτια τους κυνηγημένοι και γυμνοί, αλλά λόγω της παρουσίας του Συμμαχικού Στρατού, έτυχαν σχετικά “καλύτερης μεταχείρισης”.

Για τους Επιβάτες και τους Επιβατινούς γράφει η ίδια η Κατίνα Βέϊκου Σεραμέτη: «Οι Επιβάτες ήταν μια κωμόπολη στα βόρεια παράλια της Προποντίδας, τη Θρακική. Είχε τόσες ομορφιές. Έτσι κατάγιαλα ξαπλωμένη – πάνω στην Εγνατία οδό – με τον πλατύ κάμπο, με τον ανοικτό ορίζοντα, το δροσερό της αέρα. Τα πηγαία νερά της. Τις εκκλησίες, τα παρεκκλήσια και τα ξωκλήσια με τα δροσερά αγιάσματα. Μα είχε και στο πέρασμα του χρόνου πολλές περιπέτειες. Δεινοπάθησε. Ακολούθησε στενά τη μοίρα της κοινής πατρίδας. …. Οι κάτοικοι των Επιβατών ήταν φιλήσυχοι, πράοι, εργατικοί. Αμιγείς Έλληνες και Χριστιανοί Ορθόδοξοι, με υψηλό φρόνημα πατριωτισμού που έμπρακτα εκδηλωνόταν, γιατί έρχονταν εθελοντικά να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην αγωνιζόμενη Μητέρα-Ελλάδα. Ασχολούνταν στη γεωργία – άλλωστε η Ανατολική Θράκη δεν ήταν ένας μεγάλος σιτοβολώνας; – ασχολούνταν στην αμπελουργία, ασχολούνταν στην κτηνοτροφία. Και ήταν φημισμένο το γιαούρτι τους, το περίφημο και γνωστό με το όνομα Σηλυβριανό γιαούρτι. Ακόμα, οι Επιβατινοί ήταν ψαράδες. Ήταν ναυτικοί, μεγάλοι καραβοκύρηδες που τ άρμενά τους όργωναν Ανατολή και Δύση. Και είχαν μεγάλη εμπορική επικοινωνία με την Πόλη. Ήταν ακόμη επιστήμονες. Κυρίως γιατροί που σπουδάζανε στην Αθήνα ή στην Ευρώπη».

Σμύρνη 1922

Οι κάτοικοι των Επιβατών είχαν ειδοποιηθεί ότι μέχρι τις 20 Οκτωβρίου του 1922, όπως και όλοι οι λοιποί Έλληνες κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης, έπρεπε να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, παίρνοντας μαζί τους ότι ήθελαν. Αυτή η τακτική ονομάστηκε ανταλλαγή πληθυσμών. Οι Επιβάτες εγκαταλείφθηκαν στις 14 Οκτωβρίου 1922 απ’ όλους τους Έλληνες κατοίκους της (περίπου 2.000 άτομα), ενώ πρωτύτερα κατά τα δύσκολα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άλλοι 3.000 κάτοικοι εγκατέλειψαν τους Επιβάτες με προορισμό την Μητροπολιτική Ελλάδα. Κάποιοι από αυτούς (περίπου 640 άτομα) εγκαταστάθηκαν στην ανατολική ακτή της Θεσσαλονίκης και σχημάτισαν νέο οικισμό με το όνομα Νέοι Επιβάτες. Οι υπόλοιποι μοιράστηκαν στην υπόλοιπη Ελλάδα (Πτολεμαϊδα, Βόλο, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Καρδίτσα, Ξάνθη, Καβάλα κλπ).

Γράφει πάλι η Κατίνα Βέϊκου Σεραμέτη: «Η ημερομηνία της μνήμης, 14 Οκτωβρίου, είναι αλησμόνητη. Γιατί αυτή τη μέρα θα θυμούνται όσοι επιζούν, αποχαιρετήσανε για πάντα την Πατρίδα. Την παραμονή θα ξεκινούσαν τα πλοία με τους κατοίκους. Μια ξαφνική φουρτούνα όμως στέκεται εμπόδιο. Μια από τις σπάνιες νοτιές, που δοκίμαζε, εκεί, ο τόπος. Αποδίνεται σε θαύμα (της πολιούχου και Επιβατινής Οσίας Παρασκευής). Το πρωί της γιορτής πηγαίνουν όλοι με σπαραγμό ψυχής και προσκυνούν. Και αποχαιρετούν. Μόνο το μεσημέρι ξεκινάνε τα πλοία. Η θάλασσα γαληνεύει αφάνταστα. Εξασφαλίζει το καλό ταξίδι. Το ταξίδι του μισεμού». Σήμερα, ζούμε στον Ιούνιο του 2018 και βρισκόμαστε στην Ξάνθη. Θα ήθελα να φανταστούμε πως θα νιώθαμε όλοι μας, οι γονείς μας, τα αδέλφια μας και τα παιδιά μας, αν μας ανακοίνωναν ότι θα έπρεπε εντός 20 ημερών να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας, τον τόπο μας, το βιός μας και να μετακινηθούμε προς άγνωστο μέρος χωρίς να γνωρίζουμε ούτε το πώς θα φτάσουμε ούτε το τι θα συναντήσουμε. Ας φανταστούμε πως θα πρέπει να ένιωθαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συμμετείχαν στον ξεριζωμό αυτόν, αλλά και τον πόνο που θα πρέπει να είχαν στην ψυχή τους για ό,τι περάσανε.

Γράφει η Κατίνα Βέϊκου Σεραμέτη: «Με τη μητέρα μου είμασταν στην Πόλη και κει πήραμε τη θλιβερή είδηση πως φεύγουμε από τα μέρη μας. Πως αδειάζουν. Μέσο δεν υπήρχε για την επιστροφή μας και ναυλώσαμε ένα μοτοράκι. Ταξιδεύαμε ανοικτά στη θάλασσα και με καρδιοκτύπι, μη μας πάρουν είδηση τα φυλάκια και μας κυνηγήσουν, μας πιάσουν. Ή μας χτυπήσουν. Φτάσαμε κάποια ώρα στο χωριό. Και αντικρύσαμε μιαν αξέχαστη εικόνα. Το σπίτι μας ήταν ανάστατο. Άνω κάτω. Συγγενείς από τα γύρω χωριά βρίσκονταν μαζεμένοι εκεί για να μπαρκάρουν….Ήταν θλιμμένες μέρες. Ώρες αξέχαστες….Τι και αν ήμουν μικρή και δεν ήξερα από πόνους και η ξενιτιά ποτέ μου δεν με είχε βασανίσει…..Και εγώ παιδί μια φροντίδα είχα. Προσπαθούσα να τακτοποιήσω τα παιχνίδια μας. Ό,τι είχαμε με τα αδέρφια μου. Τα έδενα σε μικρά δέματα για να μπούνε μαζί με τα πράγματα του σπιτιού. Είχα κάνει όμως τη σκέψη, αφού θα γυρίζαμε τόσο γρήγορα, κάτι να άφηνα. Γιατί όχι: θα το βρισκα στο γυρισμό, ό,τι και αν ήταν αυτό. Ξεχώρισα μια σκουφίτσα παιδιάστικη, μωρουδίστικη. Την είχα από τα άλλα μας παιδιά. Μου την κάνανε πιο μικρή για τη μεγάλη μου κούκλα. Ήταν ολοκέντητη η σκουφίτσα με κορδέλες ροζ και φιόγκους από εδώ και από εκεί. Ένα φανταχτερό και όμορφο πραγματάκι που το ξεχώριζα, το χαιρόμουνα ιδιαίτερα στα υπάρχοντά μου. Σκέφθηκα μετά που να την αποθέσω. Ήθελα σε ένα μέρος να το ξέρω μόνο εγώ. Και δεν άργησα να βρω που. Απάνω στο σπίτι μας, σε μια βορινή κάμαρη, μέσα σε μια χτιστή ντουλάπα, το γιούκι, όπως τη λέγαμε, βρισκόταν μια βαριά και ασήκωτη κασέλα…..Και άνοιξα με λίγο κόπο, την άδεια κασέλα και όπως είχε γύρω στις τρεις πλευρές της στενά ντουλαπάκια, εσωτερικά, στο μεσαίο θυμούμαι, το μεγαλύτερο, τακτοποίησα το σκουφάκι και το νοικοκύρεψα. Και έκλεισα το ντουλαπάκι και την άδεια κατά τα άλλα κασέλα. Πως έρχεται στο νου μου. Σα να ναι τούτη η στιγμή. …..Θυμίζω στη μητέρα μου το σκουφάκι που άφησα πίσω και ρωτιόμαστε τι να γινε. Τι να απόγινε ο θησαυρός μου; Τι να απόγινε; Μου άφησε το κενό όσο ήμουν παιδί και τώρα τη θύμησή του. Μου στάθηκε ένας ακόμα κρίκος στο τότε και το ύστερα. Με τον καιρό μετατράπηκε και πήρε μιαν άλλη έκταση και περιεχόμενο. Ποτέ δεν ξαναγύρισα. Ποτέ δεν τον ξαναβρήκα. Μόνο η σκέψη πηγαινοέρχεται πρόθυμα. Εκεί και πάλι εκεί…»             

Προσωπικά, την Κατίνα Βέϊκου Σεραμέτη την θυμάμαι αμυδρά μεν, έντονα δε, παρόλο που δεν πρόλαβα να την γνωρίσω ουσιαστικά ως άνθρωπο, καθώς δεν είχα την ευκαιρία λόγω ηλικίας να συνομιλήσω μαζί της. Εκείνο ωστόσο που θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά ήταν μια φωτογραφία κρεμασμένη σε έναν τοίχο στο σαλόνι της και η ίδια να μου λέει: «Νίκο, αυτό ήταν το σπίτι μας στους Επιβάτες».

Σχετικά άρθρα

“Ο Αχμάκης”, μια μυθιστορηματική βιογραφία για τον μεγάλο Έλληνα λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο.

Το βιβλίο των ψαλμών και οι κατάρες | Της Μαρίας Σκαμπαρδώνη

Μαρία Σκαμπαρδώνη

Ο Μάνος Χατζιδάκις που γνώρισα κι αγάπησα …

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X