Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Πλατών Ροδοκανάκης | εκατό χρόνια από το θάνατο του σμυρνιού δημιουργού (μέρος ΙΙΙ)

Ο Πλάτων Ροδοκανάκης τοποθετείται χρονικά στο τέλος της λεγόμενης λογοτεχνικής γενιάς του 1880. Η γραφή του κινείται στο πλαίσιο του αισθητισμού, με αναφορές στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ, του Ντ’ Αννούντσιο, του πρώιμου Νίκου Καζαντζάκη, του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και τη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε.

 

 

Το «Βυσσινί τριαντάφυλλο» έχει μεγάλη ιστορία. Τα αφηγήματα της συλλογής «Βυσσινί τριαντάφυλλο» λογοκρίθηκαν από την εφημερίδα «Ακρόπολη» το 1912, επειδή παρομοίαζαν τον Χριστό με τον Σωκράτη, και αποτέλεσαν την αφορμή για την πρώτη δίκη στα ελληνικά χρονικά σχετικά με πνευματικά δικαιώματα, καθώς ο Ροδοκανάκης κατηγορήθηκε ότι έκλεψε τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο. Ξέρουμε, ακόμα, πως η δίκη έληξε χωρίς νικητή καθώς ο Παλαμάς ως μάρτυρας κατέθεσε ότι «στην τέχνη και τη δημιουργία αυτού του είδους οι διεκδικήσεις πατρότητας είναι περιττές και πως αν το πολύ-ψειρίσουμε το σημείο της διαμάχης και οι δύο έχετε κλέψει έναν νεαρό από την Κρήτη ονόματι Κάρμα Νιρβαμή» [To Κάρμα Νιρβαμή είναι το ψευδώνυμο με το οποίο ο Νίκος Καζαντζάκης υπέγραψε το έργο του «Όφις και κρίνο» σε ηλικία 20 ετών – Κοινό γνώρισμά τους ήταν η δοξολόγηση της αισθησιακής ομορφιάς που την εννοούν και την περιγράφουν ως διακόσμηση με ποικιλία και λεπτομέρεια – το Όφις και κρίνο, στο οποίο ο Καζαντζάκης συνδυάζει τον αισθητισμό με τη νιτσεϊκή φιλοσοφία του υπερανθρώπου, είναι ένα έργο ολοκληρωμένο ως κοσμοθεωρία, ως πρόταση ενός τρόπου ζωής και ως συνέχεια ύφους, ενώ το Βυσσινί τριαντάφυλλο, ως αποσπασματική ημερολογιακή καταγραφή, δεν προτείνει μια συστηματική και ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία, είναι απλώς σαν ένα ωραίο έργο τέχνης από τον οποίο μπορούμε να αποκτήσουμε την απόλαυση ομορφιάς].

 

Θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το Βυσσινί τριαντάφυλλο, για να πάρετε μια γεύση γλώσσας και ύφους:

«Σα χωριζόμαστε τη νύκτα στο σκοτάδι και την αισθάνομαι να γέρνει ολότελα συντριμιασμένη από τον πόθο, νιώθω μέσα μου μια βάρβαρη δύναμη που μου δίνει την εντύπωση πως όλα μου τα μέλη σκληραίνονται και γίνονται σαν από πέτρα γερά και αιώνια. Γι’ αυτό δεν έχω άδικο να μου φαίνεται πως ο άνθρωπος είναι η προβληματική Σφίγγα της ερήμου, που υψώνει τριγύρω πυραμίδες λατρείας, για να θάψει στα βάθη των από ένα αίσθημα ταριχευμένο».

Ο τόμος των εκδόσεων Νεφέλης που παρουσιάζουμε περιέχει, εκτός το Βυσσινί τριαντάφυλλο, άλλες δύο ενότητες: Παιδιάτικες αγάπες με τέσσερα διηγήματα και Ιστορίες με εφτά διηγήματα. Ο τόμος κλείνει με το κείμενο Κωστή Παλαμά «Τα έργα της φαντασίας».

Περισσότερο «εστέτ» εμφανίζεται ο Ροδοκανάκης στο ομότιτλο διήγημα, Βυσσινί τριαντάφυλλο. Το κείμενο αυτό είναι πετσοκωμένο ύστερα από τον σάλο της αρχικής μορφής του. Στην αρχή του τόμου υπάρχει «Μια εξήγηση» του Π.Ρ, ο οποίος λέγει γιατί η νέα έκδοση του έργου είναι διαφορετική από την αρχική, τι αφαίρεσε μετά το σάλο που ξεσηκώθηκε. Και καταλήγει: «Τα λόγια τούτα τά ‘γραψα, για να μη ξαφνιστεί κανείς όταν διαβάζοντας το Βυσσινί τριαντάφυλλο δε βρει πουθενά και το ελάχιστο σημάδι που να του δικαιολογήσει όλο το θόρυβο που κάποτε μας είχε φέρει στις πόρτες του δικαστηρίου».

 

 

Στην τωρινή έκδοση έχουμε πολλά αποσιωπητικά. Ήδη παραθέσαμε ένα απόσπασμα. Θα δώσω ακόμη ένα παράδειγμα:

«Το πρωί η Βέρα βγήκε περίπατο με το μαύρο άλογο του μπαμπά της. Ο αέρας στριφογύριζε το βέλο της και κάποτε έπαιρνε την ουρά της αμαζόνας της, την ξεδίπλωνε με ορμή, και την πετούσεν απ’ εδώ και απ’ εκεί σαν μια φτερούγα πληγμένου πουλιού. Ένα σύμπλεγμα περίεργο, με το άλογο σκυμμένο στον έρημο δρόμο του χωριού, όπως έτρεχε, ανεμιζότανε στο φως το ακίνητο κι έμοιαζεν αετό που έπεσεν από τα ύψη και κατρακυλούσε αγριεμένος για να τρυπώσει σε καμιά σπηλιά.


-Ανεβαίνω στο άλογο, μου είπε μια μέρα, και σαν αμοληθώ στο δρόμο, όταν αισθανθώ να σκίζεται στο πρόσωπό μου ο αέρας ίδια μεταξωτά υφάσματα μεγάλα και τα δέντρα και οι βράχοι να τραβιόνται πίσω, έτσι σαν να τα ρουφά η γης από την τρομάρα, παραδίνομαι στον ίλιγγο, ξεχνιέμαι, και τότε μοναχά μου φαίνεται πως ζω πραγματικά. Εκείνες τις στιγμές δεν έχω τίποτε μες στο κεφάλι μου
».

 

Περισσότερο «διηγήματα» με τη συμβατική έννοια του όρου είναι τα αφηγήματα που περιλαμβάνουν τα δύο άλλα μέρη της συλλογής. Έντεκα διηγήματα με αναμνήσεις από την παιδική και νεανική ηλικία. Έρωτες, βιώματα, αναζητήσεις.

Από την ενότητα «Παιδιάτικες αγάπες» θα παραθέσουμε αποσπάσματα από την «Ουρανίτσα», ενώ από τις «Ιστορίες» αποσπάσματα από την «Ξενούλα» και τον «Στιφάρχη».

 

rodokanakis2-sparmatseto

 

«Ουρανίτσα»
[…] Θυμάμαι εν’ απόγεμα, με σήκωσαν και πήγα κοντά στο τραπέζι. Εκεί βρισκόντανε σωροί φασόλια κάτασπρα. Η δασκάλα μ’ έβαλε να σχεδιάσω μ’ αυτά ένα γιγαντιαίο Α, βαστώντας και διευθύνοντας η ίδια τα δάκτυλά μου. Ω η ακατόρθωτη εργασία! Πώς έτρεμεν ολόκληρο το κορμί μου από τη συγκίνηση της δοκιμασίας! Για να μου δώση περισσότερο θάρρος, μια που είδε πως από την ταραχή μου λιγυζόταν το κεφάλι, φώναξε με τη μιλιά της που τύλιγε κάθε λέξη της, θαρρείς, μέσα σε κρούστες από σάλιο:
-Ουρανίτσα, έλα να το σχεδιάσης και συ.
Πλάι μου σε λίγο, ίδιο ακριθάκι του κάμπου, κάτι ακριθάκια που διπλώνουν στα πλευρά των ρόδινα φτεράκια και πηδώντας σχεδιάζουνε καμπύλες τρισχαριτωμένες, ήρθε και στάθηκεν ένα κοριτσάκι, ίσως μερικούς μήνες πιο μεγάλο από μένα. Ήτανε κατακόκκινο, γουρλωμάτικο και ξανθό. Τα μαλλιά του δένονταν σαν κερατάκια μικρού αρνιού, από τα πλάγια. Η Ουρανίτσα ήτανε σοφή. Κατώρθωσε να σχεδιάση μόνη της με τα φασόλια, το μυστηριώδες σχήμα. Την εθαύμαζα. Η Ουρανίτσα ήτανε για μένα κάτι τι υπέροχο. Την κύταζα με τρόμο μαζύ και αγάπη. Χωρίς να ξέρω πώς, πήγα κοντά της, έτσι σα να γύρευα προστασία.
-Σκύψε και φίλησέ τον, ξεφώνησεν η δασκάλα στην Ουρανίτσα.
Κείνη ρίχτηκε να μου κολλήση ένα σκαστό φιλί στο μάγουλο, μα ‘γω υπερασπίστηκα την τιμή μου με τα νύχια και τα δόντια κραυγάζοντας γοερά. Γιατί πριν λίγες μέρες είχ’ ακούσει να γίνεται σούσουρο για μια κόρη που ξάφνου πρίστηκεν η κοιλιά της. Όπως βρισκόμουνα κοντά στη μαμά και στις άλλες γυναίκες, σήκωσα το μουτράκι μου ν’ ακούσω το τί και το πώς, αν και δεν καταλάβαινα γρυ. Τότε μια απ’ τις γυναίκες σχεδιάζοντας με το στόμα της ένα τεράστιον όμικρον, σαν άνοιγμα πηγής οπούθε έτρεχεν η αρετή, διεκήρυξε με αυστηρότητα για ν’ ακουστή από μένα: «Βέβαια, αφού την φίλησε ξένος άνθρωπος στο στόμα, φυσικό ήτανε να φουσκώση». Φαντάζεται λοιπόν ο καθένας την απελπισία μου σαν είδα τα χείλια της Ουρανίτσας έτοιμα να με υποβάλουν στην παραμόρφωση της εγκυμοσύνης. Έπειτα δεν ήξερα καλά καλά τι ήμουνα, κορίτσι ή αγόρι, μια και που είχα μακρυά μαλλιά και φόραγα ποδιές, ρούχο ουδέτερο, αχαρακτήριστο.
Το απόγεμα όμως, όταν σκολάσαμε, διασκέλισαν οι παιδικές μας κνήμες την πόρτα του δρόμου πηγαίνοντας με παράλληλο βηματισμό.
Η Ουρανίτσα ήτανε γειτόνισσά μου. Ερχότανε και μ’ έπαιρνε από το σπίτι ταχτικά, κι έτσι πάλι γυρνάγαμε το μεσημέρι και το βράδυ πίσω. Ούτε αυτή μα ούτ’ εγώ μπορούσαμε πια να κάνωμε ο ένας δίχως τον άλλο. Τ’ ανοιξιάτικ’ απογέματα μαζωνόμαστε μαζύ μ’ άλλα παιδάκια μπροστά στην οξώπορτα, πιάναμε χέρι με χέρι, ανοιγόμαστε σε κύκλο, γυρίζαμε και χορεύαμε τραγουδώντας, όταν τα πιο ψηλά παιδιά της γειτονιάς, (η ηλικία μετριόταν τότες με το μπόι), κρατώντας καλάμια μ’ ένα μεγάλο πανί στην άκρη, παραφυλάγανε να χτυπήσουνε τις νυχτερίδες που θα γλύστραγαν από τ’ ανοίγματα των τοίχων, όσα είχανε σκιστή από τους σεισμούς και τις βροχές. […]
Την άλλη μέρα, πήγα, τοίχο, μονάχος μου στο σκολιό. Το ίδιο και τις ακόλουθες. Έπειτα ξάφνου, εν’ απόγεμα, έτσι σαν ν’ άκουσα πως η Ουρανίτσα πέθανε…
Βδομάδες πέρασαν και στις σαράντα μέρες χτύπησεν η πόρτα και μας φέρανε, μέσα σ’ ένα πιάτο σκεπασμένο με άσπρη πετσέτα, μικρό ψωμάκι ζυμωμένο με το μέλι και πασπαλισμένο με κανέλλα. Πάνω του ήτανε χαραγμένος ένας σταυρός και το μονόγραμμα του Χριστού. Η γιαγιά μου σαν μου τώδωκε να το φάω, με συμβούλευσε: «Συχωρεμένη νάναι, πες το και συ παιδί μου». Επανέλαβα τη φράση, μάσησα το γλυκό και μυρωδάτο ψωμάκι και ρώτησα: «Γιατί μας τώφεραν αυτό το ψωμάκι;». Μ’ αποκρίθηκε: «Το μοιράζουνε για την ψυχή της Ουρανίτσας πώγιν’ αγγελούδι. Όταν πεθαίνουν παιδάκια, αυτό είναι συνήθειο να γίνεται…». Ανοιγόκλεισα τότε τα μάτια μου, με πήρε το παράπονο κι αρχίνησα τα κλάματα, νοιώθοντας να φράζη ο λαιμός μου απ’ τ’ αναφιλητά, γιατί από μια κρίση λαιμαργίας πένθιμης που μ’ είχε πιάσει και με σπάραζε, εύρισκα ότι λίγα μόνο από τα γνωστά μου τα παιδιά είχαν πεθάνει».

(ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ)

 

 

Σχετικά άρθρα

Κούρδοι | Εάν ο πόνος είναι ελευθερία τότε ναι, είμαστε και οι δύο ελεύθεροι

Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή

Τάσος Κωνσταντινίδης

Θωμάς Εξάρχου, ο μεγάλος ευεργέτης της Ξάνθης

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X