Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Στέφανος Ιωαννίδης: Ένα χρονογράφημα για την Κατοχή

Με αφορμή τη συμπλήρωση 16 ετών από τον θάνατο του Στέφανου Ιωαννίδη, αλλά και 73 ετών από την απελευθέρωση της Ξάνθης από τη βουλγαρική κατοχή, χρήσιμο είναι, για να αντιληφθεί κανείς τη συνολική διάσταση της προσωπικότητάς του, να εξετάσει τις κρίσιμες ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την παιδική και εφηβική του ηλικία, καθώς αυτή συμπίπτει με τα δύσκολα χρόνια του Μεσοπολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου.

Ο ίδιος ο Στέφανος Ιωαννίδης στο έργο του «Τα παιδιά των Πελαργών» παρουσιάζει μια μυθιστορηματική μετάπλαση της εποχής εκείνης, που ξεκινά από τη μέρα της κήρυξης του πολέμου του ’40 και φτάνει μέχρι το 1945.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αναγνώστης μπορεί να ταυτίσει το κεντρικό πρόσωπο (που ονομάζεται Βαγγέλης Χρηστίδης) με το πρόσωπο του συγγραφέα.

 

Η κήρυξη του Πολέμου 

Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 η Ιταλία ζητά την ελεύθερη δίοδο των στρατευμάτων της από το ελληνικό έδαφος. Το τελεσίγραφο απορρίπτεται από τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά. Η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ελλάδας. Γράφει ο Στέφανος Ιωαννίδης, καθώς μαθαίνει ο ήρωας του έργου του την κήρυξη του πολέμου:

«Στον πόλεμο καταρρέουν τα πάντα…Ποιος θα γυρίσει να σε πει…Ποιος θα σε υπολογίσει για κύριο; Θα’ ρθει η κατοχή…Τι με κοιτάς! Άγνωστη λέξη, ε; Θα τη μάθεις…θα δουλέψεις χαμάλης, θα δουλέψεις σκαφτιάς…θα πουλήσεις πασατέμπο έξω από τον κινηματογράφο, στο παζάρι, θα αρπάξεις ένα δαγκωμένο αποφάγι ψωμί που θα σου πετάξουν και θα το φας λαίμαργα. Θα χεις την απαίτηση τότε να σε αποκαλέσουνε κύριο;

Η’ μήπως όταν σε ρίψουν ένα βράδυ στη φυλακή…τι τινάζεσαι ως εκεί πάνω!…κακομοίρη πόσα έχει να δεις…! θα σε κλείσουν στη φυλακή και φαντάζεσαι ότι θα σου πουν: «κύριε, περάστε παρακαλούμε».

Θα σπρωχτείς για ένα κομμάτι λάσπη, ξέρεις πως το λένε; Που να ξέρεις από τώρα…θα μάθεις… «μπομπότα», θα σπρωχτείς, θα πασχίσεις να κλέψεις τη σειρά ενός άλλου…ποιος; Εγώ; Αστειεύεσαι;- ναι, ναι εσύ Βαγγέλη, γιατί κοιτάει ένας άλλος να σου κλέψει τη σειρά, και έχει την απαίτηση να σου πουν : «μπράβο σας κύριε!»

Όταν πεινάς, όταν υποφέρεις, όταν δε θα μπορείς να μιλήσεις τη γλώσσα σου – γιατί; Βιάζεσαι παλικάρι μου, αλίμονο αν τα ξέρεις από τώρα – κοντολογίς μέσα στον πόλεμο, μέσα στη στέρηση, μέσα στην κόλαση, είναι δυνατό να είσαι κύριος;

Ε!, ύστερα; Πόσο θα κρατήσει ο πόλεμος, θα περάσει…όλα καλά…

Που είσαι ακόμα!

Θα τελειώσει ο πόλεμος…Τελειώνουν οι πόλεμοι; Σε λίγο πάλι πόλεμος, πιο πικρός…θα σε πάρουν στρατιώτη….τι εκπλήσσεσαι; Ναι! Καλά άκουσε: Στρατιώτη…Δεν το πιστεύεις ε; Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι επιθυμούμε! Ναι! Θυμάμαι είχες μέσα σου κάποτε ορκιστεί: «εγώ, δεν θα πάω στρατιώτης. Και αν πάω, δεν θα πιάσω όπλο» Μην κάνεις πως το ξέχασες, το είπες. Φυσικά δεν ήταν δειλία, αν τολμήσεις όμως πες το αυτό όταν θα σε φωνάξουν στρατιώτη…Θα πας λοιπόν, αγαπητέ μου, θα κοιμάσαι στο αντίσκηνο, λάσπες, νερά κάτω από τη ράχη σου, θα τα βγάζεις με τις χούφτες…δε σου φαίνεται πολύ να σε πουν τότε κύριο; Όταν θα χτυπάς τις πόρτες ζητώντας υποστήριξη, ζητώντας δουλειά, ζητώντας υποτροφία, όταν παρακαλείς να σε βοηθήσουν άνθρωποι που και η θέα τους ακόμα θα σε φέρνει εμετό, τι θα περιμένεις; Να σου πουν: «Μάλιστα, ευχαρίστως κύριε».

Θα περάσουν χρόνια, πόσα; Αν ήξερα και γω να σου πω. Κάποτε κάποια μέρα θα ακούσεις δίπλα σου, κάποιος συνομιλητής σου θα σου πει: «Κύριε Χρηστίδη».

Έκπληκτος εσύ θα ψάχνεις γύρω σου να εξακριβώσεις ποιος είναι αυτός ο κύριος.. Αφού και Χρηστίδης ποιος είναι, ούτε θα αντιληφθείς αμέσως.

…Πριν φύγει, όταν γύρισε στην αίθουσα με τους συμμαθητές του να πάρει τα βιβλία του κοντοστάθηκε λίγο, σαν ένοχος πίσω από τον πίνακα, σαν κάτι να μηχανευόταν:

Χάραξε στον τοίχο τούτες τις λέξεις: «28 Οκτωβρίου 1940. Πόλεμος.» Πότε θα επανέλθουμε άραγε στην αίθουσα αυτή;

Κάποτε, ύστερα από χρόνια, πόσα; Τρία, πέντε; Οκτώ; Το θυμήθηκε, αλλά δεν πήγε να δει αν βρίσκονταν οι λέξεις αυτές χαραγμένες στον τοίχο.

Γιατί σ’ αυτό το μεταξύ, το σχολιό είχε γίνει κέντρο διερχομένων, γερμανική καζάρμα, βουλγαρική τεχνική σχολή, πάλι σαράβαλο πια, ξανά Γυμνάσιο.»

 

*Η μπάντα της 12ης Μεραρχίας Πεζικού

Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος διακρίνεται σε τρεις περιόδους. Κατά την πρώτη (28 Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου 1940) οι ελληνικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν την επίθεση του ιταλού εισβολέα. Κατά τη δεύτερη (14 Νοεμβρίου έως 28 Δεκεμβρίου 1940) ο ελληνικός στρατός εξαπολύει μεγάλη επίθεση κατά των Ιταλών με αποτέλεσμα να διεισδύσει  βαθιά στο έδαφος της Β. Ηπείρου και να καταλάβει μια σειρά από σημαντικές πόλεις. Στο βόρειο τομέα ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει την Κορυτσά (στις 21 Νοεμβρίου), τη Μοσχόπολη (στις 29 Νοεμβρίου) και το Πόγραδετς (στις 30 Νοεμβρίου). Στον παραλιακό τομέα, όπου οι ιταλοί αρχικά είχαν διεισδύσει σε μεγάλο βάθος στο ελληνικό έδαφος, υποχρεώνονται να εκκενώσουν την κοιλάδα του Καλαμά και στις 6 Δεκεμβρίου ο ελληνικός στρατός εισέρχεται στους Αγίους Σαράντα. Στον κεντρικό τομέα ο ελληνικός στρατός εξουδετερώνει μια μεραρχία αλπινιστών και στις 9 Δεκεμβρίου καταλαμβάνει το Αργυρόκαστρο. Αρχίζουν λοιπόν και οι πρώτες νίκες, αλλά και οι πρώτες επιστροφές των τραυματιών από το μέτωπο…Ο δεκαεπτάχρονος Βαγγέλης Χρηστίδης (ή αλλιώς Στέφανος Ιωάννιδης) θυμάται:

«Βουϊζανε ακόμα οι καμπάνες οι χτεσινές. Στα μετόπισθεν οι άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να ακούσουν τους κρότους από τα κανόνια, να ακούσουν τα ντουφέκια. Κάτι έπρεπε και αυτοί να ακούσουν για να νιώσουν του πολέμου τη θύελλα. Για αυτό μόλις έπεφτε καμιά πόλη στην Αλβανία, δόστου οι καμπάνες αναστάσιμα να προσπαθούν να ξυπνήσουν τη χαρά στις καρδιές των ανθρώπων.

Τεπελένι, καμπάνες, Κορυτσά, καμπάνες, Αργυρόκαστρο, καμπάνες. Και φώναζαν τα παιδιά στη γειτονιά χτυπώντας ενθουσιασμένα τα χέρια. Ζήτω: Πήραμε την Πελένη. Πήραμε τα Κορυτσά, Πήραμε τους Σαράντα!

Και τραγουδούσαν: «Κορόϊδο Μουσολίνι!.. και τραγουδούσαν «Που είσαι ρε Μπενίτο».

….Και μέσα σε αυτούς του μήνες άρχισαν να έρχονται οι πρώτοι τραυματίες από το μέτωπο. Τυλιγμένοι στους επιδέσμους, με τις κουρελιασμένες χλαίνες, ακουμπούσαν κατάκοποι στους ώμους των κυριών των φιλανθρωπικών σωματείων. Που κατέβαιναν στο σταθμό, άλλοτε στην πλατεία να τους ράνουν με δάφνες…να τους προσφέρουν τσιγάρα. Και όταν οι τραυματίες παραλαμβάνονταν από τις νοσοκόμες, τίναζαν οι κυρίες με τρόπο τη σκόνη, και μαζί και καμιά κλωστή από τους επιδέσμους που θα είχε κολλήσει ή και κανένα κομματάκι ξεραμένο αίμα. Τίναζαν και τον πόνο του τραυματία.

Και τη Δευτέρα η τοπική εφημερίδα δημοσίευε περιγραφές με ωραίους τίτλους: «οι αξίες της πατρίδος, επιτέλεσαν και πάλι το καθήκον τους»

Κατέβαιναν και οι γριούλες στους τραυματίες. Αυτές δε βαστούσαν δάφνες να ράνουν τους τραυματίες. Μόνο τα δάκρυά τους κολλούσαν στα λερωμένα πρόσωπα των τραυματιών, μαλάκωναν τα αίματα από τα χέρια τους, μαλάκωναν την καρδιά τους. Και φυσικά, μια και δεν είχαν επίσημη ιδιότητα, δεν έγραφαν τίποτα οι εφημερίδες για αυτές.»

*Γερμανοι στρατιώτες πάνω απο την συνοικία Ακροπόλεως

Η γερμανική εισβολή

Στις 6 Απριλίου του 1941 οι γερμανικές στρατιές εισβάλλουν στην Ελλάδα. Στις 7 Απριλίου διεξάγονται σκληροί αγώνες στη Γραμμή Μεταξά. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τα οχυρά Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλούκι και Νυμφαία. Στις 8 Απριλίου η επίμονη προσπάθεια των γερμανικών δυνάμεων έχει ως αποτέλεσμα την διάσπαση της Γραμμής Μεταξά από δύο ορεινές μεραρχίες. Η 2η Μεραρχία Πάντσερ εισβάλλει στο ελληνικό έδαφος. Η γερμανική 164η Μεραρχία καταλαμβάνει την Ξάνθη.

Ο Στέφανος Ιωαννίδης γράφει:

«Και πέρασαν οι πέντε μήνες. Κατέβηκαν οι Γερμανοί.

Περάσανε τα σύνορα οι Γερμανοί, και ακόμα πριν περάσουν ακόμα το κατώφλι μας, απλώθηκε η Αναρχία.

Αναρχία!

Δίνουν οι σοφοί ορισμούς όσους θέλουν για την αναρχία. Μα οι σοφοί την αναρχία την βλέπουν πίσω από τους χοντρούς μυωπικούς τους φακούς στα κιτρινισμένα βιβλία.

Αν βρίσκονταν ανάμεσα στο λαό, τη μέρα που ο εχθρός πατά το κατώφλι της χώρας, τότε θα βλέπανε και αυτοί την αναρχία στην πράξη. Τότε θα καταθέτανε τα όπλα. Θα δηλώνανε ότι δεν μπορούνε να δώσουν ορισμό της αναρχίας.

Τι είναι αναρχία;

Νύχτα, κρυφά, ο πρώτος άρχοντας της πόλης παρέα με τον πρώτο τρελό, τον ψυριασμένο, να τρυπώνει στη νεκροφόρα και να παίρνει το δρόμο της φυγής.

Πανικός της φυγής.

Νέοι, κουρασμένοι από πόλεμο, εξαντλημένοι από πείνα πατεράδες, με τα παιδιά τους φορτωμένα στους ώμους, γυναίκες ξυπόλητες, τραυματίες του αλβανικού, αλλόφρονες να τρέπονται στη φυγή.

Ποιος να εμποδίσει τους κατσίβελους σε μια νύχτα να σπάσουν τα λουκέτα των μαγαζιών, να σπάσουν τα ρολά, να σκορπίσουν τα τρόφιμα στους δρόμους; Μπορείς να φανταστείς νοικοκυραίους, αξιοσέβαστους, να χαίρουν ως το απόγευμα της εκτιμήσεως, «υπόδειγμα τιμιότητας, ευπρέπειας και σοβαρότητας» και να μπουκάρουν την ίδια νύχτα στα μαγαζιά και να κάνουν γιάμα τ’ αλεύρι, τη ζάχαρη, τα υφάσματα, τις κορνίζες για φωτογραφίες, τα χαρτιά από τα βιβλιοπωλεία, τα κουμπιά από τους νεοτερισμούς, τα τσιγάρα από τα καπνοπωλεία; Ποιον να ντραπούν; Τον εαυτό τους; Που είναι; Μπορούν να τον βρουν άραγε πουθενά; Ποιον να φοβηθούν; Τις αρχές; Ποιες αρχές; Τις ηθικές; Καταχωνιάστηκαν. Τις πολιτικές, τις στρατιωτικές, τις αστυνομικές; Τράπηκαν σε φυγή.

Αναρχία.

Να βλέπεις τους νοικοκυραίους να κυλούν τα βαρέλια στο δρόμο, να σπάνε τα πώματα από τα βαρέλια, από τους τενεκέδες, από τις νταμιτζάνες. Να κυλάει στο δρόμο το λάδι, το πετρέλαιο, το ξύδι. Να μαζεύουν το λάδι, το πετρέλαιο, το ξύδι με τενεκεδάκια, με μπουκάλια, με τις χούφτες, να βάζουν και στις τσέπες ακόμα.

Δεν θα κλείσεις με φρίκη τα μάτια όταν θα δεις το χαμάλη που κουβαλάει στην πλάτη ένα χρηματοκιβώτιο πελώριο, να βασανίζεται από κάτω από αυτό; Να ορμά ένας άλλος να του το αρπάξει. Να γίνεται πάλη, να σπάει το χέρι, το κόκαλο από το χέρι του πρώτου να σφηνώνεται στο κρανίο του άλλου.

Και να φεύγουν…να βαδίζουν οι άνθρωποι, να περνούν τα χωριά, να διαβαίνουν πολιτείες, να κυνηγούν να προφτάσουν τη λευτεριά που φεύγει…και να βλέπουν μπροστά τους ξαφνικά τους στρατιώτες του τρίτου Ράϊχ.

Αναρχία!

Οι Γερμανοί γνώριζαν πολύ καλά την αναρχία. Δεν ήταν η πρώτη χώρα που θα κούρσευαν. Φρόντισαν λοιπόν έγκαιρα να την εξωραϊσουν την αναρχία.

Πριν κατέβουν ακόμα, παράξενο! Ποιος πρόλαβε να τοιχοκολληθούν οι πελώριες εκείνες αφίσες:

«Έλληνες!. Δεν κατερχόμεθα εις την αιώνια Ελλάδα ως εχθροί. Σεβόμεθα τον πολιτισμό σας, σεβόμεθα την μνήμην των σοφών, που έδωσαν εις τον κόσμο τα φώτα. Εμείς που αναδείξαμεν τον Χάϊνε, τον Σίλλερ, τον Γκαίτε. Εμείς που σας εστείλαμε τον Όθωνα! Εμείς που αναπτύξαμε την μελέτη των κλασσικών. Που οι ερευνηταί μας έφεραν εις φως τα μνημεία σας…»

Γράφανε οι αφίσες. Μιλούσαν για τέχνες, για γράμματα, για πολιτισμό…

Όμως.

«Εμείς σας φέρνουμε τον πόλεμο! Σας φέρνουμε την κατοχή, την πείνα! Τον όλεθρο! Το Θάνατο! Το έγκλημα…»δεν γράφαν οι αφίσες. Αυτά τα κουβαλούσαν στους γυλιούς τους, στα σακίδιά τους, στα αυτοκίνητά τους. Στις καρδιές τους…

Ήταν τα δώρα που κομίζανε στους λαούς που έρχονταν να τους επιβάλλουν τη νέα τάξη πραγμάτων.»

*Βούλγαροι αξιωματικοί και έποικοι το 1943 στην περιοχή Σαμακώβ

Η βουλγαρική Κατοχή

Οι Γερμανοί μετά την είσοδό τους στην Αθήνα (στις 27 Απριλίου του 1941) και την κατάληψη της Κρήτης (τον Μάϊο του 1941) έχουν απλώσει την κυριαρχία τους σε όλη την ελληνική επικράτεια. Τα ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα ακολουθούν τους Γερμανούς και αμέσως τίθεται σε εφαρμογή σχέδιο διαμελισμού της Ελλάδας. Η Ιταλία καταλαμβάνει τα Επτάνησα, ενώ στη Βουλγαρία παραχωρείται αρχικά η ζώνη ανάμεσα στο Στρυμόνα και στο Νέστο, τα νησιά Θάσος και Σαμοθράκη, και αργότερα όλη η περιοχή έως και την Αλεξανδρούπολη.

Οι Βούλγαροι ευθύς εφαρμόζουν πολιτική εκβουλγαρισμού. Αναγκάζουν σε αποχώρηση τους δικαστές, τους μητροπολίτες και την χωροφυλακή. Αντικαθιστούν τους δημοτικούς άρχοντες με βούλγαρους. Αντικαθιστούν τους Έλληνες ιερείς με Βούλγαρους. Κλείνουν τα ελληνικά σχολεία. Διώχνουν τους δασκάλους. Απαλείφουν τις ελληνικές επιγραφές και στη θέση τους βάζουν βουλγάρικες, ακόμα και στα μνήματα, νέα και παλιά. Προβαίνουν σε απογραφή των κατοίκων, έτσι ώστε διά απειλών και εκβιασμού, να υποχρεώσουν τους Έλληνες να δηλώσουν ότι δέχονται την βουλγαρική υπηκοότητα, ενώ θεσπίζουν νόμο περί ιθαγένειας, με αποτέλεσμα, όσοι επιμένουν στην ελληνική ιθαγένεια, να απελαύνονται αποξενούμενοι της περιουσίας τους. Γράφει ο Στέφανος Ιωαννίδης:

«Πριν φύγουν οι Γερμανοί, έφεραν τους Βουλγάρους. Και τους παρέδωσαν τα μέρη τούτα. Τους έταξαν πως είναι δικά τους. Οι Γερμανοί θα κυρίευαν όλη τη Γη. Και έδιναν και σε αυτούς πους τους ανοίξανε το δρόμο, να γλύψουν ένα κόκαλο.

Και ήλθαν οι Βούλγαροι. Και για να τους ικανοποιήσουν οι Γερμανοί και να εξασφαλίσουν τα νώτα τους, έγινε τελετή στις 16 Μαϊου και παρέδωσαν επίσημα τη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία στους Βουλγάρους.

Μέτρα Γραικέ τις μέρες: 6 Μαϊου, άνοιξη, και όμως η παγωνιά θρονιάστηκε στην  καρδιά σου. Μέτρα: 16 Μαϊου 1941, 11 Σεπτεμβρίου 1944, δύο επίσημες ημερομηνίες. Πόσες ημέρες;

Οι Βούλγαροι ήλθαν. Και βγήκαν οι δικοί τους οι ντόπιοι να  τους υποδεχτούν με ανθοδέσμες. Τους πρόσφεραν ψωμί και αλάτι. Και αυτοί, πριν φύγουν ακόμα οι Γερμανοί, πήραν να ταξινομούν τους ανθρώπους…Τους ξεχωρίσανε σε αυτούς που είχαν δικαίωμα να τρώνε από όλα και σε αυτούς που μπορούσανε να τρώνε μόνο μπομπότα και σάπιες πατάτες, μόνο αυτά και μόνο όταν θέλει θα τους τα δίνει. Και αυτό πολύ τους είναι.

Αυτοί οι τελευταίοι ήταν οι Γραικοί. Άρχισε στα κόκαλά τους επάνω να μένει σκέτο το πετσί τους. Ύστερα φούσκωνε το πετσί. Οι γέροι και τα παιδιά πέθαιναν. Στα μάγουλα των κοριτσιών φυτρώνανε γένια. Τα παιδιά ζητούσαν να φάνε. Οι μανάδες βλέπαν τα παιδιά τους να μαραζώνουν, να λιώνουν, να στραγγίζουν, ανίσχυρες να κάνουν το παραμικρό.

Οι δρόμοι γεμίσαν κάφκαλα από χελώνες. Όσοι τρώγαν τις χελώνες λέγαν ότι είναι νόστιμες, ήταν κοτόπουλα. Αυτοί που δεν τρώγαν αηδίαζαν.

…Οι βουλγαρογραμμένοι είχαν πράσινη ταυτότητα. Οι Γραικοί άσπρη ταυτότητα. Και όσοι είχαν την πράσινη ταυτότητα είχαν τα ίδια δικαιώματα με τον κατακτητή. Προμηθεύονταν τρόφιμα, άσπρο φαρίνα ψωμί. Δουλειά για αυτούς και όχι για τους Γραικούς. Και οι Γραικοί να πουλούν τα ρούχα τους, να πουλούν τα έπιπλα τους, να πουλούν τα στολίδια του σπιτιού τους. Ένα χρυσό δαχτυλίδι, μια χούφτα καλαμποκάλευρο. Μια ραπτομηχανή, ένα τσουβαλάκι των τριών κιλών ζάχαρη. Ένα ρολόι κειμήλιο, μια χαρτοσακούλα γυφτοφάσουλα σκουληκιασμένα. Και τα κουπόνια για ρούχα, για τρόφιμα που δίνανε για τους γραικούς. Άχρηστα για αυτούς. Τα πουλούσαν και αυτά στους «γραμμένους», για ένα μουχλιασμένο ψωμί, για ένα αποφόρι. Που θα βρίσκαν χρήματα να αγοράζαν τα ρούχα που χορηγούσαν με το κουπόνι;      

….Κατέβαιναν οι ταμπέλες των μαγαζιών για να ξανανεβούν με καινούρια ονόματα και στη γλώσσα του κατακτητή. Περνούσαν οι παλιοί μαγαζάτορες μπροστά από τα μαγαζιά τους, έβλεπαν μέσα τα καινούργια αφεντικά, πήγαιναν στο σπίτι τους, και έκλαιγαν.

Έθαψαν οι Γραικοί τη γλώσσα τους μέσα στο στόμα, μια και η γλώσσα τους, όπως έλεγε ο κατακτητής, είχε πεθάνει. Μόνο στα σπίτια τους μιλούσαν χαμηλόφωνα.

Μπλοκάρονταν τα σπίτια και γίνονταν έρευνες που κρατούσαν από το πρωί έως αργά τη νύχτα, χωρίς φαί, χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, κλεισμένοι οι γραικοί στα σπίτια.

Και μη βρίσκοντας όπλα, ενοχοποιητικά χαρτιά, παίρναν από τα σπίτια ματογυάλια, μαντολίνα, φωτογραφικές μηχανές, ραδιόφωνα, παίρναν τα μολύβια των παιδιών, τη χαρά των παιδιών, τα παιχνίδια τους.»

* Ο Ελληνικός στρατός στην Πλατεία Μητροπόλεως Ξάνθης

Η απελευθέρωση της Ξάνθης     

Η Ξάνθη απελευθερώνεται στις 11 Σεπτεμβρίου 1944. Αρχίζει η αποχώρηση των Βουλγάρων. Γράφει ο Στέφανος Ιωαννίδης:

«Αυτές τις ημέρες καραβάνια ολόκληρα φεύγαν οι εχθροί. Πότε είχε κατέβει τόσος πληθυσμός και είχε πλημμυρίσει τον κάμπο; Φεύγαν και φεύγαν και είτανε ατελείωτοι, βοδάμαξα και να μεταφέρουν μπουφέδες και καρδαρόμπες και καθρέπτες και σαλόνια. Αγορασμένα για λίγο στάρι, για λίγα φασόλια, για λίγο αλεύρι. Ποιος να σκεφτεί εκείνη την ώρα να τα κρατήσει. Τα βλέπαν οι γραικοί και λέγαν: «ξεκουμπιστείτε και χαλάλι σας.» Όμως στα σύνορα τους λέγαν «στοπ, αυτά δεν περνάνε» Και φεύγαν οι δωσίλογοι, φεύγαν οι βουλγαρογραμμένοι, φεύγαν οι εγκληματίες πολέμου. Όσοι προλάβαιναν φεύγαν, όσους κατάφερναν τους πιάναν, άλλους κρυμμένους μες σε στρώματα, άλλους παραχωμένους κάτω από πραμάτιες.

Μεγάφωνα στήθηκαν στα δικαστήρια και άκουγε ο κόσμος για τους τόνους άμμο που έφαγε μαζί με την μπομπότα, άκουγε για αυτούς που θησαύριζαν αγοράζοντας το αίμα των γραικών, τις ζωές των παιδιών τους….Δύο κιόλας ικανοποίησαν την αγανάχτηση των μέχρι χτες σκλάβων. Θέαμα στην κεντρική πλατεία η εκτέλεσή τους. Ο ένας είχε ταϊσει όλα τα χρόνια αυτά χιλιάδες οκάδες χώμα μαζί με το καλαμποκάλευρο που άλεθε στο μύλο του τους γραικούς. Ο άλλος… Ο άλλος άπλωσε το μίσος του, άπλωσε του κέρδους τη μανία σε κάθε τομέα της ζωής. Τράπεζες, επιχειρήσεις, υποδείξεις στους διοικούντες ποιον να εξολοθρεύσουν…. Και θέλησε να εξασφαλίσει την υστεροφημία…το ρολόι της πλατείας χτυπούσε έντεκα. Οι σφαίρες σαν υπόκρουση…»          

 

Προσωπικά, τον Στέφανο Ιωαννίδη δεν είχα την χαρά και τιμή να τον γνωρίσω. Μου αποκαλύφθηκε όμως μέσα από τα κείμενά του, και μου αποκάλυψε, ως ένας άλλος χρονογράφος, μιαν άλλη εποχή, όχι όμως πολύ μακρινή από τη σημερινή. Ας μη λησμονούμε άλλωστε ότι από τότε πέρασαν μόλις 73 χρόνια.

Τα λόγια του στο τέλος του μυθιστορήματος αντηχούν και σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, επίκαιρα:

«Έχετε ευθύνη απέναντι σε αυτούς που θυσίασαν τη ζωή τους, την ακεραιότητά τους, το παν. Ευθύνη απέναντι των ίδιων σας των εαυτών σας. Ευθύνη απέναντι της γενιάς σας, που θα είναι ο θεμελιωτής της νέας ζωής, αλλά και απέναντι της νέας γενιάς που έρχεται από πίσω σας. Τι θα τους δώσετε; Τι θα τους δώσει η γενιά η δική σας; Η γενιά της Ευθύνης. Η γενιά που στα χέρια σας θα εναποθέσει την τύχη της η ανθρωπότητα. Αγωνιστείτε να μην σας πάρουν αυτό το δικαίωμα. Μην καμφθείτε. Να αγωνιστείτε, όπως αγωνίζεστε τώρα. Τώρα στον πόλεμο. Ύστερα στα ειρηνικά έργα».       

*το φωτογραφικό υλικό είναι από την σελίδα κοινωνικής δικτύωσης “Παλιές φωτογραφίες της Ξάνθης – Old photographs of Xanthi”

Σχετικά άρθρα

Αναζητώντας το νόημα της ζωής μέσα στο έργο του Αλμπέρ Καμύ

Χαιρετισμός στον Μάνο που αγαπώ…

Θανάσης Μουσόπουλος

Η ποίηση της Ξάνθης και ο Κωνσταντίνος Ταβουλτσίδης

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X