Sparmatseto
Αφιερώματα Πρόσωπα

Οι παλιοί μας λογοτέχνες– ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και το πλούσιο έργο του (Μέρος Δ)

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και το πλούσιο έργο του (Μέρος Δ)

 

 

 

Θα παραθέσουμε στη συνέχεια αποσπάσματα από δύο χαρακτηριστικά διηγήματα του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

 

Πολύ συγκινητικό, αναφέρεται στη σχέση ανθρώπου – ζώου, «Το άλογο»:

« (…) Το κάρρο είχε προχωρήσει πολύ μέσα στη πόλη, όταν άκουσε μια φωνή:
-Άλτ!
Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν.
-Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας.
-Σ΄εμένα το λες;
-Άειντε, γειά σου, κατέβα να μη χάνουμε καιρό.
-Και γιατί;
-Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;

(…)
Φτάσανε στον στρατώνα κι΄έμπασαν το κάρρο στην αυλή φωνάζοντας «έ! ώ! ‘ιπ!». Το σύνταγμα ετοιμαζόταν. Θάφευγε τα μεσάνυχτα. Ο γέρος στάθηκε κι άκουγε το θόρυβο της αυλής. Οι έφεδροι χόρευαν, πηδούσαν, τάραζαν τον κόσμο από τις φωνές. Τα τραγούδια, τα λιανοτράγουδα, τα λησμονημένα, τα παληά, ηχούσαν τόσο χαρωπά, σε τόνο που ποτέ δεν τους έδωκε το κρασί, ποτέ τα πανηγύρια. Τούτο το μεθύσι και ο χάρος κεραστής, πρώτη φορά τώβλεπεν ο γέρος. Έβλεπε του χορού τους τρελλούς γύρους, το χορευτή πούτρεμε το κορμί του στον αέρα, το πηλήκιο που σφενδονιζότανε ψηλά. Ανάμεσα στο τραγούδι, χίλιοι θόρυβοι, της καινούργιας αρβύλας το βιαστικό πάτημα, η προσταγή, το κάρφωμα κασσονιών, το φόρτωμα, πετάλων χτυπήματα στη γη, προσταγές ωργισμένες, τρεξίματα άφηναν ν΄ακούγεται το μεγάλο λαχάνιασμα της επιστρατείας. Πολίτες έμπαιναν μέσα ψάχνοντας για δικούς των, φωνάζοντας ονόματα στο σωρό. Και διαβάτες και χαμίνια. Και φούστες μεταξένιες έκαναν θόρυβο, ακολουθώντας κάποιο παιδί, έφεδρο, που πήγαινε να φορέση το σάκκο, πλέοντας μέσα στην πλατειά στολή. Κάποιοι κρατούσαν εκεί στην άκρη μια σημαία. Ένας παππάς από κάτω, φορώντας φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, μιλούσε στους άλλους για την ελευθερία και το Χριστό. Ένας έφεδρος στο φανάρι διάβαζεν εφημερίδα. Κι΄άλλος έγραφε στο γόνα με το μολύβι. Το τραγούδι χυνόταν δυνατό από στόματα που γελούσαν.

Μέσα στο σάλαγο σκιές, δυό-δυό, γλιστρούσαν κοντά στο τοίχο, στο σκοτάδι, χέρια έπεφταν απάνω σε ώμους, απελπισμένα. Τα λόγια γίνονταν συντρίμματα μέσα στα δάκρυα, κι΄ένοιωθες τους μεγάλους χωρισμούς, που έχουν τη σιωπή και την επισημότητα του τέλος του θανάτου. Χέρια ζαρωμένα έσφιγγαν τα ζωντανά κορμιά των εφέδρων μ΄όση δύναμη αγκαλιάζει κανείς μια ενθύμηση, ένα σημάδι, μια σκιά, κάτι που έπαυσε ποια να υπάρχη. Τα δάκρυα έτρεχαν και τα μαντήλια έπιναν. Άκουγες ένα φιλί, μια καρδιά που χτυπούσε στο σκοτάδι.

Ο γέρος ήταν μόνος σ΄αυτό το πανηγύρι. Κανένα δεν ήξερε και δεν τον ήξερε κανένας. Όμως προχώρησε στο βάθος εκεί που ήταν αραδιασμένα κάμποσα κάρρα και το δικό του μαζί. Ο Κύρκος σήκωσε το κεφάλι προς αυτόν και φύσηξε με τα πλατιά του ρουθούνια. Ο γέρος άπλωσε τα χέρια και τον έπιασε απ΄το λαιμό.

Κι΄εκεί στη γωνιά παράμερα, ένας άνθρωπος μιλούσε μ΄ένα άλογο.
-Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει… Ήμουν άρρωστος, βρε Κύρκο, μα τώρα είμαι πεθαμένος. Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής…Να κατεβάσης αραμπαδιές. Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει που θα πεθάνης… και πως…στρατιώτης … Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, που μας αφίνεις!

Ένας στρατιώτης πλησιάζει ψάχνοντας στο σκοτάδι:
-Άειντε, καϋμένε γέρο! Τη δουλειά σου θάχωμε; Άειντε να πάρης τον αριθμό.
Ο γέρος μπήκε σ΄ένα γραφείο, πήρε κάποιο χαρτί, το έβαλε στον κόρφο. Έπειτα βρέθηκε στο δρόμο. Πήγαινε αργά, νωχελικά με το κεφάλι κάτου προς το μέρος που άφησε το σφαχτό με το παιδί.

Πολλοί γύριζαν απ΄το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ΄αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μοναχός».

 

Το άλλο διήγημα είναι ταξικό / πολιτικό, αριστούργημα. Αναφέρεται και στον Κώστα Κρυστάλλη:

« (…) Τὴν ἄλλη μέρα σταμάτησεν ἔξω ἀπ’ τὸ στρατοδικεῖο τὸ λαμπρότερο ἰδιωτικὸ ἁμάξι τῆς Ἀθήνας καὶ ζήτησε τὸν φτωχὸν ὑπάλληλον μὲ τὶς 150 δραχμὲς τὸ μῆνα. Ὁ Μηνᾶς κυττάζοντας ἀπ’ τὸ παράθυρο, ντράπηκε… Μὰ τοῦτο εἶναι θέατρο! Νὰ κατεβῆ; Ν’ἀρνηθῆ; Κατέβηκε. Ὁ βαθύπλουτος φίλος τὸν πῆρε περίπατο. Ἦταν ἕνα ἁμάξι! Ὅλα του ἄξιζαν, ὡς τὴν τελευταία του βίδα. Τ’ἄλογά του ἦταν κατάμαυρα καὶ τὸ ρυθμικό των πάτημα ἄφινε μιὰ χαυνωτικὴ μουσική. Ὁ Μηνᾶς ἦταν στενοχωρημένος… Τί θέλει ἐδῶ μέσα! Ἄν τὸν ἰδῆ κανένας; Ἄν ἔβγαιναν ἔξαφνα οἱ φίλοι του ἀπ’ τὸ συνοικιακὸ καφενεῖο ἡ «Πιπεριὰ» − ὢ διάβολε! σκοῦρα θὰ τἄχε! Ὡς τόσο οἱ ρόδες κυλοῦσαν στὴν ὁδὸ Κηφισιᾶς κι’ὁ κ. Ποῦλος χωρὶς νἄχη τὴν ὑπομονὴ νὰ περιμένη ἄρχισε τὴν περιγραφὴ τοῦἁμαξιοῦ του. Μὲ λεπτομέρεια καταπληκτικὴ πληροφόρησε τὸ Μηνᾶ γιὰ τὸ μισθὸ τῶν ἁμαξάδων του, γιὰ τὴν εὐγενικὴ προέλευση τοῦ λακέ του, γιὰ τὰ προτερήματα καὶ τὶς ἰδιοτροπίες των. Εἶπε γιὰ τὴν καταγωγὴ τῶν ἀλόγων καὶ γιὰ τὴν τιμή των. Προχώρησε στὸἁμάξι. Ἀπὸ κεῖ κατέβηκε στὰ λουριά, στὶς χαβιὲς − κ’ἔφτασε στὸ σεΐζη. Ὁ Μηνᾶς πληροφορήθηκε ἀμέσως γιὰ τὸ ρόλο του. Εἶναι ὁ φτωχὸς φίλος τοῦ πλουσίου! Θὰ μαθαίνῃ τὶς τιμές. Εἶν’ὁ θεατής. Φουρκίστηκεν ἀμέσως μὲ τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν ὑποχώρηση ποὺἔκαμε νὰ γνωρίση ἕνα νεόπλουτο − καὶ πῆρε τὴν ἀπόφασή του. Θὰ καταργήση αὐτὴ τὴ σπατάλη στὴν ὕπαρξή του, ἀφοῦἄλλως τε στὴν ὕπαρξή του δὲν ὑπάρχει τίποτα περιττό. Κακὸ δὲν εἶναι. Μὰ καὶ καλὸ δὲν εἶναι. Μετὰ τὴ θριαμβευτικὴ λοιπὸν ἁμαξάδα, ἀποτραβήχτηκε παρουσιάζοντας διάφορες λεπτὲς δικαιολογίες.

(…)
Ὁ ποιητὴς εἶχε ἀπὸ χθὲς λίγο πυρετό. Στὸ τραπέζι του ἦταν δυὸ ποτήρια, ἕνα κουταλάκι κ’ἕνα κουτάκι μὲ χάπια. Ἔπειτα τὰ βιβλία του: Ὁ Βαλαωρίτης − ἡ Γραφὴ − μιὰ Γεωγραφία τῆς Ἠπείρου − ἕνας τόμος τοῦ Παράσχου− ἕνα βιβλίο τοῦ Λάμπρου− τὸ περιοδικὸ «Ἑστία» τοῦ Κυριακοῦ− ἕνα λεξικὸ− λίγα φύλλα ἄσπρο χαρτί. Στὴ γωνιὰἡ κλίτσα του. Στὸν τοῖχο, δυὸ − τρεῖς ξεβαμμένες φωτογραφίες, μιὰ τσίτσα κρεμασμένη, κ’ἕνα ξερὸ κλαράκι μελικοκιᾶς μὲ τοὺς κόκκινους κόμπους τοῦ καρποῦ της. Δὲ θέλησε νὰ πέση στὸ κρεββάτι γιὰ νὰ τοῦ φύγη ἡἰδέα τῆς ἀρρώστιας. Καθισμένος μπροστὰ στὸ μικρό του τραπέζι, τυλιγμένος μὲ τὸ παλτό του ἔγραφε. Δὲν ἦταν ἐδῶ! Ταξείδευε στὰ Γιάννενα… Ἔγραφε κ’ἔσβυνε… Ἀνέβαινε σὲἠπειρώτικους γκρεμνούς, ἄκουγε κοτσύφια… Ἔδιωχνε τὸν Τοῦρκο… Δέντρα φυσοῦσαν στὸ κεφάλι του, ὁ καταρράχτης τῶν Τζουμέρκων βροντοῦσε καὶ χιόνιζε στὰ πόδια του. Ἡ θέρμη ἄναβε τὴ φαντασία του κ’ἡ φαντασία του τὴ θέρμη.

− Καλὰ κυρα−Γιάννενα, εἶπεν ὁ ποιητὴς ἀκούοντας τὸ νέο. Ὕστερα τὰ ξαναλέμε.
Καὶ τὴν ἔδιωξε.

Ὅσο κι’ἂν ταξείδευε στὴ χώρα τῆς φαντασίας, τὴν πραγματικότητα δὲν τὴν ἔχασεν οὔτε αὐτὴν τὴ στιγμή! Κατάλαβε πὼς θἄταν κἄποιο φιλικὸἀστεῖο… Τί ἄλλο θἆταν; Ὅπου εἶχε καταφύγει ζητῶντας νὰ βγῆἀπὸ τὸ τυπογραφεῖο γιὰ νὰ γλυτώση, βρῆκε τὴν ἀποτυχία. Τὸ πεπρωμένο του δὲν κάνει λάθη ποτέ. Ὁ κόρακας ν’ἀσπρίση, αὐτὸ ποὺ γίνεται σ’ἕναν ἀδικημένο ποιητὴ θὰ γίνεται. Ποιὸς πλούσιος τρελλάθηκε γιὰ νὰ τὸ χαλάση; Δὲν ὑπάρχει δύναμη ἱκανὴ νὰ τὸν γλιτώση! «Ἂν ξανασάνω ἐγώ, συλλογιέται, μπορεῖ νὰ γκρεμιστῆὁ κόσμος». Καὶ κυττάζοντας γύρω του στὴ γυμνὴ βυθισμένη κάμαρα συλλογίστηκε πὼς εἶνε ἴσως χρήσιμα τὰ δεινά του ὅσο καὶ τὸἄστρο ἐκεῖνο ποὺ λάμπει ἔξω ἀπ’ τὸ θαμπὸ τζάμι, καὶ πὼς ὅλα μαζύ, ὁ κόσμος κι’ αὐτὸς κ’ἡ φτώχεια του πηγαίνουν ποιὸς ξέρει σὲ ποιὸ σκοπό… Τὸ κακὸἔχει γνώση, πεῖσμα καὶ τέχνη.

Ἔξω ἡ γειτονιὰ τὸν βύθιζε στὰἑκατομμύρια.

Ὁ ποιητὴς ἔσκυψε καὶ ξανάρχισε, κρυώνοντας μέσα στὸ παλτό του, νὰ γράφη τὸ «Σταυραϊτό».

(συνεχίζεται…)

Σχετικά άρθρα

Θωμάς Εξάρχου, ο μεγάλος ευεργέτης της Ξάνθης

Αναζητώντας το νόημα της ζωής μέσα στο έργο του Αλμπέρ Καμύ

Θρησκεία και Τέχνη.

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X