Sparmatseto
Παιδί

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Οι τρεις καμπάνες!

Τα ωφέλιμα και χρήσιμα είναι και ωραία έχουν και ομορφιά! Όμως κάθε τι ωραίο δεν είναι απαραίτητα χρήσιμο ή ωφέλιμο! Σε περιτύλιγμα ομορφιάς και ωραιότητας, ίσως υπάρχει πλασματική ευχαρίστηση, πλάνη και απίστευτο ψέμα! Ας δούμε μια ιστορία σε δύο “εκδόσεις”, μια ωφέλιμη και μία ωραία αλλά πλάνα, με το ίδιο ερώτημα: “Γιατί υπάρχουν καμπάνες στις εκκλησιές και γιατί κτυπούν τρεις φορές σε κάθε Όρθρο και Θεία Λειτουργία;”

Οι τρεις καμπάνες! Ιστορία 1η:

Τυφλό από γεννησιμιού του ο Μανούσος, ορφανό από μάνα, ζούσε με τον τσοπάνη πατέρα του στο χειμαδιό (στάνη που ξεχειμωνιάζουν τα κοπάδια) λίγο έξω από το χωριό !

Χρόνια δύσκολα! Μόλις που φύγαν οι Βενετοί κι οι άνθρωποι στην Κρήτη άρχισαν να γεύονται ξανά τη λευτεριά, ζυμωμένη με φτώχεια και ανέχεια!

Όταν έμαθε πως και ο Χριστός γεννήθηκε σε φάτνη με ζώα, λαχτάρησε να μάθει όσα μπορούσε, μα ΄κει στην ερημιά και στο σκοτάδι των ματιών του, δεν έβρισκε άνθρωπο να του πει τα ζητούμενα!

Ένας περασάρης μήνυσε (έδωσε μαντάτο) του κύρη του πως στο χωριό ετοίμαζαν φάτνη για το Χριστό με πρόβατα από στάνες, και λαχτάρισε να πάει να νιώσει από κοντά τη γέννα του μικρού Χριστού!

Σαν ο κύρης του πήγε στα έχνη (πρόβατα), πήρε το μονοπάτι και προσεκτικά με το ραβδί του οδηγό, σίμωσε στο χωριό!

Πως να βρει τη φάτνη; Όσο κι αν έλαμπε ο Ήλιος, στα μάτια του όλα ήταν σκοτάδι πυκνό! Άκουσε ένα λέρι (κουδούνι) να χτυπά κάπου δεξιά, θυμήθηκε τα πρόβατα της φάτνης κι αναθάρρησε! Κίνησε για κει μα χάθηκε και μη γρικώντας άνθρωπο ποθές, έκαμε υπομονή να ακουστεί ξανά το λέρι από το έχνος.

Τ’ άκουσε δεύτερη φορά, μα ξανά χάθηκε κι έπρεπε και τρίτη φορά να ακούσει τον γλυκύ τους ήχο για να βρει το σωστό δρόμο, να σιμώσει επιτέλους τη φάτνη με το Χριστό! Σαν έφτασε σίμωσε στη φάτνη, μια γούρνα από πελεκητή πέτρα με λίγο άχυρο και πάνω της ένα ομοίωμα παιδιού φτιαγμένο με πανιά.

-Μανουσιό, ίντα κάμεις ετά; (Τι κάνεις εκεί;) Μονάχο είσαι; Γνώριμη η χροιά της φωνής του παπά Λευτέρη κι αναθάρρησε!

-Παπά μου, έμαθα για τη φάτνη και σαν μ’ άφηκε ο κύρης μου στο χειμαδιό μονάχο, κατηφόρισα κι ήρθα!

-Μόνος σου παιδί μου κατέβηκες; Και πως βρήκες τη φάτνη, ρώτησε με περισσή αγωνία ο παπά Λευτέρης!

-Άκουσα ένα λέρι. Αυτό μου έδειξε το δρόμο, είπε χαμογελώντας ο μικρός Μανούσος! Μα, τρεις φορές έπρεπε να τ’ ακούσω γιατί εχάθηκα πρέπει! Εθαύμασε ο παπάς τα όσα με τη βοήθεια του Θεού έκαμε ετούτο το μικιό κοπέλι, που ήταν σχεδόν αγράμματο, μεγαλωμένο ψηλά σε χειμαδιά, παρέα με τη φτώχεια και την ορφάνια του!

-Κατέει (γνωρίζει) ο κύρης σου πως ήρθες;

-Όχι παπά μου, μα, θε νά ‘με πίσω πριν γαΐρει (μα θα είμαι πίσω πριν γυρίσει) από τη στάνη!

-Δεν πας ποθές! Θα πέμψω (στείλω μήνυμα) του κύρη σου πως απόψε θα μείνεις με τη δική μου φαμίλια, κι αύριο Χριστούγεννα στην εκκλησιά, θα σου δείξω Μανούσο τον αληθινό Χριστό, να τον έχεις παντοτινά μέσα σου! Γιατί αν και δεν βλέπουν τα φυσικά σου μάτια, έχεις το Φως που σε οδηγεί στο Χριστό!

Ο παπά Λευτέρης ένοιωσε υγρά τα μάτια του καθώς εσκέφτηκε τη ζωή του μικρού Μανούσου και συνέχισε με φωνή δυνατή, σα να ‘θελε να τον ακούσουν όλοι στο χωριό!

-Και τούτοι οι παράοροι, (οι εκτός τόπου και χρόνου) που λένε πως έχουν μάτια και βλέπουνε, είναι όλοι τους θεόστραβοι, δεν κατένε που είν η εκκλησιά, να ‘ρθούν να πούνε ένα “Δόξα τω Θεώ”!

Την ίδια ημέρα ο παπά Λευτέρης έβαλε για πρώτη φορά ένα σήμαντρο στο κυπαρίσσι πού ‘τανε σιμά στην εκκλησιά κι έδωκε κουμάντο στον καντηλαναύτη να μη σταματά να το χτυπά αξημέρωτα, έως ότου έρθουν όλοι οι χωρικοί στην εκκλησιά, να προϋπαντήσουν ως έπρεπε το Χριστό τη μέρα της γέννησης του!

Κι από τότε, Κυριακές και γιορτές, από ψηλό καμπαναριό σε κάθε κοιλάδα και λόφο της Κρήτης και της οικουμένης αργότερα, χαρούμενα καλούσε τρεις φορές στους πιστούς να ‘ρθουν στην εκκλησιά, όσες χρειάστηκε και ο μικρός Μανούσος να βρει το σωστό δρόμο για να φτάσει στο δικό του Χριστό!

Οι τρεις καμπάνες! Ιστορία 2η:

-Είσαι οικείος; Συγγενής; Φίλος, ή περασάρης;

Ξαφνιάστηκε ο Φάνης από τη φωνή! Είδε γέροντα μικροκαμωμένο, με ράσο ξέθωρο και λευκά μαλλιά κι αν δε μιλούσε, ούτε που θα τον έβλεπε στη σκιά της ελιάς!

-Δεν είμαι τίποτε απ’ αυτά, αποκρίθηκε! Προσκυνητής είμαι για το μοναστήρι! Ο γέροντας κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του!

-Λογάσε πρωτευουσιάνος και δεν ξέρεις αν είσαι του σπιτιού ή περασάρης; Εσύ δε γνωρίζεις, συνέχισε, μα γνωρίζω εγώ, είπε και χάθηκε στα χαμηλά λιόφυτα! Οι μέρες που ακολούθησαν στη μονή ήταν γεμάτες και μαγικές! Είχε ακούσει πολλά, μα αυτό που βίωσε παρέα με λιγοστούς μοναχούς και τον Θεό, δεν το είχε γνωρίσει ποτέ στη βουή της Αθήνας! Ακολούθησε πιστά το πρόγραμμα των μοναχών!

Μεσονύκτιο ξύπνημα στις τρεις για όρθρο και Θεία Λειτουργία, παντού σε κάθε διακόνημα, ένα κι ένα με το μάγειρα, το φούρναρη, με την τσάπα στα χωράφια, παντού! Κι ο μοναχός που τρεις το ξημέρωμα ερχόταν να κτυπήσει το σήμαντρο για τη Θεία Λειτουργία, εκεί τον έβρισκε να περιμένει!

Οι μέρες του ήταν τόσο γεμάτες που έχασε το μέτρημα. Ξεπέρασε μια μέρα την παραμονή του, μα και πάλι λίγες του φάνηκαν! Στενοχωρήθηκαν κι οι μοναχοί σαν ήρθε η ώρα να φύγει γιατί τον έζησαν κοντά τους πρόθυμο και με χαμόγελο! Τη μέρα που θα έφευγε, τον ξάφνιασε ο ήχος του σήμαντρου που ήταν αργός, βαρύς και πένθιμος!

Έτρεξε στο μαγειρειό κι έμαθε πως ο παράξενος ασκητής που πρωτοσυνάντησε είχε κοιμηθεί και το απόγευμα θα γίνονταν η σεμνή τελετή της κηδείας του! Δεν τον είχε δει καθόλου όλες τις γεμάτες μέρες που ήταν εκεί, τον είχε ξεχάσει, μα θέλησε να μάθει περισσότερα για τη ζωή του!

Ο παπά Σάββας δέχτηκε να του πει, με τον όρο να περπατήσει μαζί του στον κύκλο που τον υποχρέωσε ο γιατρός να κάνει γύρω από τα σύνορα της μονής!

Για την ηλικία του το βήμα του ήταν γρήγορο στους χωματόδρομους και τα μονοπάτια γύρω από το βίο της μονής, που ήταν ολονών, και ταυτόχρονα κανενός!

-Πότε είδες το γέροντα, ρώτησε ο παπά Σάββας; Ο Φάνης του είπε κι όταν ανέφερε τη φράση του γέροντα: “γνωρίζω τι είσαι”, ο ιερέας σταμάτησε και τον κοίταξε σοβαρός! Ζήτησε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια τι είχε ειπωθεί και τι άλλο έκανε ο ασκητής!

Εξήγησε πως από τους επισκέπτες μάθαιναν πολλά που αγνοούσαν για όσους φωτισμένους μοναχούς ζουν στα κελιά της μονής! Τελικά, του έκανε και ο πατήρ Σάββας την ίδια ερώτηση:

-Τι είσαι; Οικείος, συγγενής, φίλος, ή περασάρης; Άντε πάλι, σκέφτηκε ο Φάνης!

-Δεν είμαι τίποτε απ’ αυτά! Προσκυνητής είμαι επανέλαβε με σιγανή φωνή!

-Χμ! Γνωρίζεις την παραβολή που ο Θεός καλεί τρεις φορές τον κόσμο για το γάμο του Υιού του; Πρώτα κάλεσε τους εκλεκτούς, μα δεν ήρθαν με φτηνές δικαιολογίες πως αγόρασαν ζεύγη βοών ή παντρεύονταν!” “Τη δεύτερη φορά κάλεσε όλους ανεξαιρέτως, κι όταν πολλοί αρνήθηκαν και έμεινε κενός χώρος στη γιορτή, ζήτησε να φέρουν με το ζόρι όποιον έβρισκαν σε δρόμους, σε γεφύρια, όπου υπήρχε φτώχεια και ανέχεια, αρκεί να γεμίσει ο γάμος του Χριστού με την ψυχή του κάθε ανθρώπου!”

Κοντοστάθηκε λίγο και κοίταξε το Φάνη ερευνητικά, αν κατάλαβε τα όσα του είχε πει! Μετά, συνέχισε με το γοργό του βάδην την εξιστόρηση.

-Για ψίχουλα χάνετε οι κοσμικοί την ψυχή σας! Τι ζητά ο Κύριος; Ελάχιστα, όσα χρειάζονται να έχετε την ώρα της Θείας Λειτουργίας!” “Τρεις φορές κτυπά η καμπάνα σε κάθε γιορτή και σκόλη (Κυριακή)! Τρεις φορές καλεί ο Θεός να πάμε στο γιορτινό Του τραπέζι! Κατάλαβες τώρα;”

-Ωραία η ιστορία που μου είπες πατέρα Σάββα, μα τι να καταλάβω; Δε γνωρίζω! Όσο με βήμα ταχύ έκαναν τον περίπατο γύρω από τη μονή, ο πάτερ του εξήγησε το πως ο ασκητής “μετρούσε” τους πιστούς με τη στάση τους και τις τρεις καμπάνες που μας καλούν στη Θεία Λειτουργία.

Μόλις έφθασαν στη μονή, ο Φάνης ζήτησε πρώτα να ασπαστεί τη σωρό του γέροντα πριν φύγει.

Σαν τους αποχαιρέτησε όλους, φορτώθηκε το σακίδιο και με το ξύλινο ραβδί κίνησε στο μονοπάτι της επιστροφής!

Σκεφτόταν συνεχώς όσα του είπε ο παπά Σάββας και χαμογέλασε σαν θυμήθηκε την ερώτηση του γέροντα: Οικείος, συγγενής, φίλος ή περασάρης;

-Οικείος είμαι γέροντα, είπε δυνατά! Μέλος της οικογένειας κι εγώ! Τώρα γνώριζε πως τους γνωστούς και τους φίλους τους καλούν στο γάμο όσοι μένουν στο ίδιο σπίτι με το γαμπρό! Οι γονείς και αδέρφια του. Γι αυτό και είναι οικείοι όσοι βρίσκονται στην εκκλησιά πριν κτυπήσει η πρώτη καμπάνα!

Με την πρώτη καμπάνα, τότε έρχονται στο σπίτι του γαμπρού οι ποιο στενοί συγγενείς!

Με το δεύτερο κάλεσμα θα έρθουν οι φίλοι και οι γνωστοί!

Μετά την τρίτη καμπάνα θα φανούν οι περασάρηδες κι όσοι από τύχη βρέθηκαν εκεί! Έτσι ξεχώριζε ο γέροντας τους προσκυνητές της μονής!

Σαν έφθασε στον τόπο που συνάντησε τον ασκητή σταμάτησε και στράφηκε προς την ελιά που τον είχε πρώτο δει! Καθώς τον έβλεπε ζωντανό στη σκέψη του, έβαλε μετάνοια στην αέρινη μορφή του!

-Ευχαριστώ γέροντα για όσα μου δίδαξες, σε παρακαλώ, μη σταματάς να νουθετείς τον νεαρό πρωτευουσιάνο με τη σοφία σου! Στράφηκε αριστερά κι ανάλαφρος ακολούθησε το τραχύ μονοπάτι!

Ευλογία ήταν που γνώριζε το γιατί κτυπούν τρεις φορές οι καμπάνες στη Θεία Λειτουργία. Κατάλαβε το πως εμείς ορίζουμε τη θέση μας απέναντι στο Θεό! Κατάλαβε πως δεν ήταν ασυμβίβαστο να είσαι κοσμικός, μαζί και ασκητής, όταν γνωρίζεις σωστά τις απλές αλήθειες που μετατρέπουν κάθε υποτιθέμενη υποχρέωση σε ανταποδοτική ευχαρίστηση!

-Ελέησον με Κύριε, μέγα και θαυμαστά τα έργα σου και η Σοφία σου απέραντη, είπε σιγανά και σιγοψέλνοντας το απολυτίκιο του αγίου της μονής, κατηφόρισε στο τραχύ μονοπάτι προς την κοσμική και αγιαστική ζωή του!


Ας ξεχωρήσουμε την όμορφη από τη χρήσιμη ιστορία;

Η 1η ιστορία είναι όμορφη, περνάς ευχάριστα, συγκινησιακά, αλλά δε σου προσφέρει κάτι ωφέλιμο ή χρήσιμο! Δίνει την ψευδαίσθηση της γνώσης γιατί κτυπούν οι καμπάνες και δεν αναζητάς άλλη ωφέλιμη ερμηνεία!

Η 2η ιστορία κάνει φανερό πως ο άνθρωπος προσδιορίζει τη θέση του απέναντι στην ιστορία και το Δημιουργό του! Και πως ο Κύριος ΔΕΝ θα χρειαστεί να κάνει κριτική στη δευτέρα Παρουσία! Όσο ζούμε στο σώμα, καλύπτουμε σκέψεις και προθέσεις! Όταν λείψει το σώμα, θα είμαστε τότε γυμνοί και όσα επιμελώς κρύβουμε τώρα, τότε θα γίνουν φανερά!

Η δευτέρα παρουσία διαρκεί όσο ανοιγοκλείσουν τα βλέφαρα και το χειρότερο; Βλέποντας τον εαυτό μας με όλα τα φανερά, μόνοι θα πάρουμε το δρόμο για εκεί που αξίζουμε! Δεν είναι φοβικό! Γνώση πολύτιμη είναι και βοηθά εν ζωή να εξαλείψεις δυσάρεστα κι απρόοπτα που μετά θα συναντήσεις! Αναζητώντας τη γνώση φύγαμε από τον Παράδεισο!

Ας εκμεταλλευτούμε σωστά την εδώ περίοδο φοιτήσεώς μας έως το ποθητό πτυχίο που θα είναι μαζί και το μεταπτυχιακό για τον Παράδεισο μας!

(Ονόματα και γεγονότα στις δύο ιστορίες, είναι φανταστικά)

Σχετικά άρθρα

Πώς ο πολιτισμός συμβάλει στην ανάπτυξη των παιδιών

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Η πηγή

Χρήστος Τυρεκίδης

Πολιτισμός και παιδεία στην οικογένεια

Τάσος Κωνσταντινίδης

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X