Sparmatseto
Εικαστικά

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Ο μικρός Παναγιώτης

Ω! Το μικρό του στόμα έκανε το σχήμα του κύκλου και τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα καθώς ο παππούς τον αγκάλιασε με θέρμη μέσα στα χέρια του!

Δεν έλεγε και πολλά, μόνον το ω! κι ένα δυνατό Εεεε! όταν θύμωνε.

Θύμωνε; Κάθε άλλο. Ο δικός του θυμός, ήταν και είναι ακόμη μια απόλαυση!

Αθώος, λίγο μετά που έκλεισε τον πρώτο χρόνο από τη ζωή του, απολάμβανε όσα του πρόσφερε η ζεστή σπιτική σιγουριά, μαζί με τα χάδια γονιών, παππούδων, γιαγιάδων και της Ελένης, της μεγαλύτερης του αδερφής!

Λιγομίλητος, ευγενικός, πάντοτε πρόθυμος να χαμογελά, με χαμόγελο ήσυχο, αθόρυβο! Αν δεν κοιτούσες, δεν καταλάβαινες ότι γελά!

Μόλις που έμαθε να περπατά κι έτρεχε ασταμάτητα μέσα στο σπίτι με τα χεράκια του ανοικτά, θαρρείς και ήταν αεροπλάνο που αναζητά διάδρομο να προσγειωθεί! Αυτός όμως άπλωνε τα δυο του χέρια, γιατί το πάτωμα ήταν στρωμένο με χοντρά χαλιά και ο διάδρομος που ανέπτυσσε την ταχύτητά γίνονταν ανισόπεδος, πότε κάτω στο μάρμαρο και πότε πάνω στο χοντρό χαλί, κι όλο έχανε την ισορροπία του! Ζύγιαζε για λίγο και μετά, ανέπτυσσε ξανά ταχύτητα γύρω από την τραπεζαρία, στο διάδρομο έως το δωμάτιό του και πάλι πίσω, κι άλλοτε σαν σίφουνας χωνόταν στη κουζίνα έως την μπαλκονόπορτα! Εκεί έκανε σύντομη στάση, κοιτούσε τον έξω κόσμο και γύριζε γρήγορα-γρήγορα στο σαλόνι κι άρχιζε πάλι από την αρχή το δικό του αγώνα, τον μικρό του Μαραθώνιο!

Ήταν μηνών, όταν ο παππούς τον έκανε “αεριωθούμενο”, καθώς τον πετούσε ψηλά, ίσαμε το ταβάνι, κι από κει τα έβλεπε μάλλον ποιο όμορφα όσα όριζαν το σπιτικό τους! Του άρεσε πολύ και τώρα που ήταν μεγαλύτερος, το απολάμβανε με γέλιο που είχε ήχο, καθώς ο παππούς τον κατέβαζε ίσαμε το πάτωμα και μετά, με μεγάλη διαδρομή έως τα επάνω τον άφηνε για λίγο να αιωρείται μόνος τους εκεί ψηλά, πριν επιστρέψει με τη βαρύτητα στα χέρια του παππού, που κι αυτός απολάμβανε τη χαρά, καθώς λίγη πρόσφερε στον εγγονό, κι έπαιρνα πίσω χρόνια ζωής από το γέλιο του!

Σε μια από τις διαδρομές του, καθώς έφτασε ξανά στην μπαλκονόπορτα της κουζίνας και αγνάντευε για λίγο τον έξω κόσμο, πρόσεξε πως η κουρτίνα ήταν λίγο λερωμένη με όμορφα χρώματα, το ένα πάνω και δίπλα στο άλλο. Δεν ήξερε από ονομασίες, αλλά ήταν σίγουρα χρώματα φωτεινά, ζωηρά και πανέμορφα! Δίστασε μια στιγμή να τα αγγίξει, θαρρείς και σκέφτηκε πως θα τον βγάλει φταίχτη η μαμά για τον “λεκέ” στη κουρτίνα! Μετά, άπλωσε δισταχτικά το χεράκι του και με τεντωμένο το δάκτυλο ακούμπησε επάνω στα ζωηρά χρώματα!

Έκανε πολλές φορές την ίδια κίνηση, μα κάθε φορά, τα χρώματα έφευγαν από τη λευκή κουρτίνα και ανέβαιναν επάνω στα δάκτυλά του, κι όταν τραβούσε πίσω το χεράκι του, τα χρώματα ξανά έβαφαν την κουρτίνα με κόκκινο, με πορτοκαλί, με κίτρινο, με πράσινό, με γαλάζιο, με μπλε και με μοβ χρώματα!

Ήταν το ποιο όμορφο παιχνίδι για τον μικρό Παναγιώτη και κανείς δεν κατάλαβε το τι είχε “ανακαλύψει” εκεί στην εξώπορτα της κουζίνας. Ούτε κι αυτός γνώριζε τι ήταν αυτό που κέντρισε την περιέργεια του με τα ζωηρά και τόσο φωτεινά χρώματα, που είχαν διάθεση για παιχνίδι, καθώς χοροπηδούσαν πότε στη λευκή κουρτίνα και πότε επάνω στα δικά του δάκτυλα! -Παναγιώτη;

Που είσαι; Φώναξε η μαμά που τον έχασε από τη ματιά της για λίγη ώρα!

Στο άκουσμα της φωνής, έτρεξε να της πει το τι όμορφο είχε ανακαλύψει στην εξώπορτα της κουζίνας, αλλά όσο κι αν κοίταζε τη μαμά του, εκείνη δεν κατάλαβε τίποτε απ’ όσα ήθελε αλλά δεν μπορούσε να της πει!

Χωρίς να στενοχωρηθεί, ξανάτρεξε πίσω στη κουρτίνα με τα φωτεινά χρώματα, αλλά, τι κρίμα, τώρα δεν είχε πουθενά εκείνα τα υπέροχα φωτεινά και παιχνιδιάρικα χρώματα και η κουρτίνα ήταν απλά λευκή! Την άγγιξε, ξανά και ξανά και ξανά, αλλά μάταια.

Τα φωτεινά χρώματα είχαν χαθεί! Έπιασε την κουρτίνα και άρχισε να την κουνά σιγά, μετά δυνατά και όλο και ποιο δυνατά, μήπως και φανούν πάλι τα χρώματα που τόσο όμορφα έπαιζαν μαζί λίγο πριν! Φαίνεται όμως πως το παράκανε με το τράβηγμα της κουρτίνας, γιατί άρχισε να διαμαρτύρεται και τα κρικάκια της φώναζαν όσο τα έσερνε δεξιά κι αριστερά με δύναμη!

Η μαμά, που ακούει κάθε θόρυβο μέσα στο σπίτι, βάζοντας μια φωνή σχετικά δυνατή, έτρεξε και τράβηξε το χεράκι του Παναγιώτη από την κουρτίνα!

-Μα τι έπαθες σήμερα παιδί μου; Τι σε έπιασε και τα έβαλες με την κουρτίνα;

Ο Παναγιώτης γνώριζε, αλλά πως να καταλάβει η μαμά, πως μόλις έχασε λίγους φωτεινούς φίλους που μαζί του έπαιζαν τόσο όμορφα! Αρκέστηκε σε μια ματιά γεμάτη παράπονο στη λευκή και άδεια από χρώματα κουρτίνα και στράφηκε προς το σαλόνι, ξεκινώντας ξανά το μικρό του μαραθώνιο με τα χέρια του πάντα ανοικτά! Πότε-πότε, πήγαινε να ξαναδεί την κουρτίνα, μήπως και, …αλλά τίποτε!

Το απόγευμα πέρασε όπως όλα τα απογεύματά του, με τρέξιμο, με φαγητό και λίγο ύπνο! Το βράδυ, όταν ήταν όλοι μαζεμένοι στο σπίτι, ήρθαν ο παππούς με τη γιαγιά! Ότι κι αν έκανε ο Παναγιώτης, μόλις έβλεπε τον παππού, γνώριζε πως ήταν η ώρα για αεροπορικές διαδρομές, άφηνε ότι κρατούσε κι έτρεχε στην αγκαλιά του, κι απολάμβαναν κι οι δυο με γέλιο τις εκτοξεύσεις του ψηλά έως το ταβάνι!

Σήμερα όμως, ο παππούς κρατούσε κάτι ακόμη γι αυτόν. Ένα μεγάλο μπλοκ και μαλακές κηρομπογιές! Η αλήθεια ήταν πως δεν γνώριζε τίποτε από μπογιές και ζωγραφική, γιατί ήταν ακόμη μικρός για να του δώσουν να κρατά μολύβια στα χεράκια του. Ο παππούς όμως, τον έβαλε όρθιο ανάμεσα στα πόδια του και εμπρός στο μικρό τραπέζι της αδερφής του Ελένης, άνοιξε το μπλοκ, έβαλε στα δάκτυλά του μια κόκκινη κηρομπογιά, και κρατώντας το χεράκι απαλά, έκαναν μια καμπύλη γραμμή!

Ω! Έκανε ο Παναγιώτης και χαμογέλασε με εκείνο το υπέροχο αθόρυβο γέλιο του!

-Σου άρεσε; Ρώτησε ο παππούς και έσκυψε να δει το πρόσωπο του. Μετά, έβαλε στα δάκτυλά του μια κίτρινη κηρομπογιά και κρατώντας πάντοτε το χεράκι του, έκαναν μαζί μια ακόμη καμπύλη γραμμή κάτω από την κόκκινη.

Όπου ενώθηκαν τα δύο χρώματα, το αποτέλεσμα ήταν ένα ζωηρό πορτοκαλί χρώμα! Κάτι θύμισε στο μικρό Παναγιώτη αυτή η σειρά των χρωμάτων, αλλά δεν ήξερε ακόμη τι! Η χαρά του ήταν έκδηλη, όταν ο παππούς, κρατώντας το χεράκι του τράβηξαν μαζί μια μπλε γραμμή κάτω από την κίτρινη και φάνηκε τότε το Ουράνιο τόξο με τα φωτεινά και ζωηρά του χρώματα!

Ο μικρός Παναγιώτης δεν αρκέστηκε στο άφωνο Ω!! Σπρώχνοντας με δύναμη τα πόδια του παππού, έφυγε από την αγκαλιά του και τρέχοντας πήγε στην κουρτίνα της κουζίνας! Ω!, έλεγε και ξανάλεγε! Ω!, Ω! Χωρίς τελειωμό, και έδειχνε το χαρτί με το ουράνιο τόξο και τη λευκή κουρτίνα! Η μαμά θυμήθηκε και γρήγορα κατάλαβαν πως ο μικρός Παναγιώτης είδε την αντανάκλαση από κάποιο κρύσταλλο, που έστειλε για λίγο τις ακτίνες του Ήλιου ως Ουράνιο τόξο, να του δείξουν έναν άλλο δρόμο, μια άλλη διαδρομή από αυτή που έκανε όλη μέρα μέσα στο σπιτικό τους, Μια διαδρομή γιομάτη χρώματα και Φως!

Σχετικά άρθρα

Ζωγραφική | Πώς να ξεχωρίζετε ένα πλαστό έργο τέχνης από ένα αυθεντικό.

Κοινή παρουσίαση έργων Κρυωνά Σεργκενλίδη – Γιάννη Μενεσίδη: Έκπληξη και μόνο

Βασίλειος Μακέδος

Έφυγε από τη ζωή ο γλύπτης Takis

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X