Sparmatseto
Βιβλίο

Η πεζογραφία του Αλέξανδρου Σούτσου

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Αλέξανδρου Σούτσου είναι ποιητικό. Παρόλ’ αυτά το πεζογραφικό του χωρίς να είναι ιδιαίτερα αξιόλογο και σημαντικό, αποτελεί τεκμήριο ενός ανθρώπου και μιας εποχής. Όπως σημειώνει στην Ιστορία του ο Mario Vitti, o Αλέξανδρος Σούτσος «ήταν μόνιμα στρατευμένος, πιστός σε μια εντελώς προσωπική αντιπολίτευση την οποία άσκησε συστηματικά με τα στιχουργήματα και τα σχόλιά του. Το 1836 εκδίδει την εφημερίδα Ελληνική Πλάστιγξ».

Καθαρά πεζογράφημα του Αλέξανδρου Σούτσου είναι το μυθιστόρημά του «Ο Εξόριστος του 1831».

Θα αναφέρουμε όμως προηγουμένως το έργο του «Histoire de la revolution grecque» (1829) (Εκδόθηκε στο Παρίσι από την Librairie Didot). Το 1827 είχε αναχωρήσει και πάλι για το Παρίσι, όπου συνέχισε τις σπουδές του και έγραψε στα γαλλικά την «Ιστορία της Ελληνικής επανάστασης», χωρίς να παραμελήσει και την πατριωτική δράση: εξέδιδε φυλλάδια που απευθύνονταν στους ξένους με σκοπό να ενημερώσουν για τον αγώνα των Ελλήνων.

Το μοναδικό μυθιστόρημά του, Ο Εξόριστος του 1831, που δημοσιεύτηκε μετά από πολλά εμπόδια το 1835 με τον υπότιτλο «κωμικοτραγικόν ιστόρημα», είναι ένα ρομαντικό μυθιστόρημα με πλοκή παρόμοια με αυτή των υπολοίπων αισθηματικών μυθιστορημάτων της περιόδου, αλλά με έντονο πολιτικό και σατιρικό χαρακτήρα. Το έργο αυτό ήταν το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα που μεταφράστηκε σε ξένη γλώσσα (το 1837 στα γερμανικά, με τον τίτλο Der Verbannte des Jahres 1831).

Στον τόμο του Π. Δ. Μαστροδημήτρη, Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία, Εκδ. Δόμος, 1983, 4η έκδοση, εκτός από τα άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, πληροφορούμαστε ότι «Στο Ναύπλιο ο Αλέξανδρος παρακολουθεί από κοντά τη διαμόρφωση της νέας ελληνικής κοινωνίας, με τις διχόνοιες, τις ραδιουργίες, τους μικροκομματισμούς της, και αποφασίζει να μαστιγώσει την κατάσταση αυτή με τις καυστικές και ανελέητες σάτιρές του» (στη σελ. 133).

Στο βιβλίο εξάλλου του Απόστολου Σαχίνη, Το Νεοελληνικό Μυθιστόρημα, 4η έκδοση, 1975, υπάρχει ξεχωριστό κεφάλαιο για το Ιστορικό Μυθιστόρημα, και ενότητα για Α. Σούτσο (σελ. 50 – 53). Για τον Εξόριστο γράφει: «ιστορικό μυθιστόρημα μόνο από την άποψη πως παρακολουθεί, σχολιάζει και κρίνει πραγματικά πρόσωπα ή γεγονότα της πολιτικής ζωής στην απελευθερωμένη Ελλάδα». Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Σούτσος στον Πρόλογο δηλώνει: «Η δημοσίευσίς του, ελπίζω, δεν θέλει αποβή άκαρπος, ως δυναμένη να προξενήση μίσος μεν κατά της απολύτου εξουσίας, αγάπην δε προς τας συνταγματικάς εγγυήσεις»

Μια εργασία του Μιχάλη Πάτση, δημοσιευμένη στο Διαδίκτυο, δίδει πολλά στοιχεία για τον Εξόριστο. «Το έργο αυτό του Αλέξανδρου Σούτσου εκδόθηκε το 1835 και αποτελεί το δεύτερο μυθιστόρημα στην ελληνική γλώσσα, μετά την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Είναι όμως χαρακτηριστικό πως από το 1834 τρεις συγγραφείς προαναγγέλλουν την δημοσίευση μυθιστορημάτων τους : ο αδερφός του συγγραφέα Παναγιώτης Σούτσος τον «Λέανδρο» έργο που εξεδόθη πράγματι πρώτο, ο Αλέξανδρος Σούτσος τον «Εξόριστο του 1831» που εκδόθηκε τελικά το 1835 και ο Ιάκωβος Πιτζιπίος από την Οδησσό της Ρωσίας, όπου εργαζόταν στο Λύκειο Ρισελιέ, το έργο «Η ορφανή της Χίου ή ο θρίαμβος της αρετής», που τελικά κυκλοφόρησε το 1839».

Το μυθιστόρημα «Εξόριστος του 1831» αποτελείται από 9 κεφάλαια τα οποία έχουν σε μεγάλο βαθμό συμμετρία μεταξύ τους, δηλαδή οι σελίδες τους είναι περίπου ίδιες, με μικρές αποκλίσεις. Αυτό μας δίνει το δικαίωμα να πούμε πως ο Σούτσος σχεδίασε και οργάνωσε το υλικό του με σχέδιο που είχε συλλάβει από τα πριν, γράφει με κάποιο σχέδιο και όχι υπό την επίδραση τη στιγμής.

Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται στην Ελλάδα του 1831-1832 και αναφέρεται στον έρωτα του Εξόριστου και της Ασπασίας, που στηρίχθηκε στο αγνό, ειλικρινές αίσθημα όταν πρωτογνωρίστηκαν στα Κύθηρα. Ο έρωτάς τους που διαρκεί αρκετά χρόνια, από το 1825 την περίοδο της εκστρατείας του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, υποβοηθήθηκε και από την γνήσια υποχώρηση μπροστά του, τού Νικήστρατου, φίλου του Εξόριστου, που πρώτος αυτός αγάπησε την Ασπασία και είχε μάλιστα συνομολογήσει μαζί της συνοικέσιο αλλά μαθαίνοντας την κλίση της Ασπασίας για τον Εξόριστο και μη μπορώντας να μπει εμπόδιο στην ευτυχία δύο ανθρώπων που αγαπιούνται, παραιτήθηκε από την θέλησή του να την παντρευτεί και να της βάλει εμπόδια στην πραγματική ευτυχία. Η απομάκρυνσή του από την Ασπασία οδηγεί τον Νικήστρατο στο θάνατο και δημιουργεί τύψεις συνειδήσεως στους άλλους ήρωες ιδίως στον Εξόριστο. Την ιστορία του διηγείται ο Εξόριστος σε έναν συγκρατούμενό του στο Μπούρτζι. Στο έργο, ο έρωτας των νέων στο Ναύπλιο του 1831 συνυφαίνεται με τα εμπόδια που έχουν να ξεπεράσουν, για να συναντηθούν και να συνδεθούν με μία κοινή ζωή. Παρακολουθούμε την περιπλάνησή του, διωγμένος από το Ναύπλιο, σε τόπους ιστορικούς όπως στις Θερμοπύλες, σε απλά φτωχά χωριά του ελληνικού χώρου, σε χώρους όπου συσκέπτονται οι Συνταγματικοί στη Σαλαμίνα.

Παράλληλα παρακολουθούμε τις ενέργειες του Αυγερινόπουλου, ενός νέου Πελοποννήσιου, αντεραστή του Εξόριστου, που με σκοπό να οικειοποιηθεί την μεγάλη περιουσία της Ασπασίας κάνει τα πάντα για να την παντρευτεί, γινόμενος ταυτοχρόνως και αυτός διώκτης του Εξόριστου, εκκινούμενος από προσωπικό όφελος, παρά το ότι ο ίδιος ανήκει στην Καποδιστριακή παράταξη. Τελικά, εκδικείται το νεαρό ζευγάρι δολοφονώντας την Ασπασία με δηλητήριο σε ένα ξενοδοχείο της Σύρου όπου είχαν καταφύγει μετά την αντικαποδιστριακή επανάσταση για ηρεμία. Ο Εξόριστος φεύγει από την Ελλάδα, και εγκαθίσταται μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη, προσπαθώντας να συνηθίσει την ιδέα πως η Ασπασία είναι νεκρή αλλά και παράλληλα για να βρει καταφύγιο και ησυχία από την μεγάλη διάψευση προσδοκιών που γνώρισε στη μετεπανασταστική Ελλάδα. Έχει όμως την ζωηρή ανάμνηση των δύο αγαπημένων του προσώπων της Ασπασίας και του Νικήστρατου.

 

Για να σχηματίσουμε μια καλύτερη εικόνα για το πρωτοποριακό αυτό έργο, παραθέτουμε δύο αποσπάσματα από το κείμενο του Αλέξανδρου Σούτσου

 

Α΄
Ἐξόριστος! ἐπανέλεγεν ὁ σχολαστικὸς ἀναχωρῶν• Ἐξόριστος!… Ἂν ὁ Διοικητὴς μάθῃ, ὅτι τὸν ἐπλησίασα! – Τοιαύτη, κατὰ το 1831 ἔτος, ἦτον ἡ φρίκη, τὴν ὁποίαν ἡ κερκυραϊκὴ Ἀρχὴ διὰ τῶν κατασκόπων της ἐνέσπειρεν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων, διαχωρίζουσα φίλον ἀπὸ φίλον, υἱὸν ἀπὸ πατέρα, καὶ κατὰ τὸν Μακιαβέλλην διαιροῦσα διὰ νὰ δυναστεύσῃ.
Ὁ Ἐξόριστος ἀνηγέρθη, ἐπλησίασεν εἰς τὸν βουκέφαλόν του, ἔψαυσεν τὴν ἱδρωμένην του χαίτην, τοὺς ἀχνίζοντας μυκτῆράς του, καὶ ὕστερον ἀφίνων τὸ εὐγενὲς ζῶον εἰς τὸν ὑπηρέτην ἐξηκολούθησεν μετ’ αὐτοῦ πεζὸς τὴν ὁδοιπορίαν του, βλέπων τὸν δίσκον τοῦ ἡλίου καὶ καταμετρῶν τὸ μέχρι τῆς ἐσχάτης του δύσεως βραχὺ διάστημα. Σιωπηλός, μὲ τεθλιμμένα ὄμματα, διήρχετο τὰς ἐρήμους ἐκτάσεις, καὶ μακρόθεν οἱ διεσπαρμένοι κυπάρισσοι ἐπαρουσιάζοντο εἰς τὴν φαντασίαν του ὡς ἑσπερινοὶ πενθοφόροι διαβάται, ἡρεμοῦντες εἰς τὴν πεδιάδα. Εἰς μάτην ὁ πιστὸς ὑπηρέτης του ἐζήτει νὰ φέρῃ περισπασμόν τινα εἰς τὰς ἰδέας του μὲ παρηγορητικὰς παρατηρήσεις, ἐγγιζούσας τὴν καρδίαν του. – Ἴσως λάβωμεν, ἔλεγε, κἀμμίαν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας… Εἰς τὰς Ἀθήνας ἄν καθήσωμεν, δὲν θέλει μᾶς ἐνοχλεῖ κἀνεὶς καποδιστριακὸς Ἀστυνόμος. Ἐκεῖ ἀκόμη ἐξουσιάζουν οἱ Τοῦρκοι, καὶ εἰς τοὺς Τούρκους καλήτερα ζῇ κἀνεὶς παρὰ εἰς τὴν καποδιστριακὴν Ἑλλάδα μας… Ἴσως ἔλθῃ ἐκεῖ καὶ ἡ Ἀσπασία… – Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἀσπασίας, ἀνέκυψεν ὁ Ἐξόριστος ἀπὸ τὸν λήθαργον, ἤνοιξεν ἐκπεπληγμένους ὀφθαλμούς, πλὴν ἐπανέπεσε πάλιν εἰς τὴν βαθυτάτην λύπην του.

Ἐξαίφνης ἠκούσθη ὄπισθεν κτύπος, ἐστράφη ὁ Ἐξόριστος, καὶ βλέπων ἔφιππον Ἀρματωλόν, δρομαίως ἐρχόμενος πρὸς αὐτόν, ἐσταμάτησεν εὐθύς, ἔβαλε τὴν δεξιὰν εἰς τὰ ὅπλα του καὶ προσήλωσεν ἐπάνω του ἄφοβον βλέμμα.

 

Β΄
Ὁ Ἐξόριστος τὸν περιεργάσθη μὲ δισταγμόν, ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὀπίσω τὸ γράμμα• πλὴν ὕστερον πάλιν μετεμελήθη, καὶ ὁ χωρικὸς ἐκίνησε μὲ τὴν ἀκόλουθον ἐπιστολὴν τοῦ Ἐξορίστου.

«Σὲ γράφω, Ἀσπασία μου, ἀπὸ σκοτεινὸν καὶ ἄθλιον ξενοδοχεῖον τῆς Μεδινίτσης• σὲ γράφω, καὶ εἰς τὰς χεῖράς μου τρέμει ὁ κάλαμος… Ἐξοριζόμενον ἀπὸ τὸ Ναύπλιον, ἡ θηριώδης κερκυραϊκὴ Κυβέρνησις δὲν μ’ ἔδωκεν οὐδὲ καιρὸν νὰ σ’ ἀποχαιρετήσω. Μετὰ δύο μηνῶν ἐπίπονον καὶ πολλάκις τρικυμιώδη θαλασσοπλοΐαν, ῥιφθεὶς τέλος πάντων εἰς τὸν Μαλιακὸν κόλπον καὶ τὴν Ἑλλάδα σχεδὸν ὅλην εὑρὼν ὡπλισμένην κατὰ τῆς τυραννίας, σὲ γράφω σήμερον, ἕτοιμος νὰ ἐμβῶ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ στάδιον τῆς δευτέρας ἐθνικῆς μας πάλης.

»Φρικῶδες Ναύπλιον! ἀνοίγονται ἀκόμη τὴν νύκτα αἱ πύλαι σου καὶ στέλλουσιν ἀδιακόπως θύματα προγραφῆς; Οἱ ὠτακουσταὶ περικυκλοῦσιν ἀκόμη τὰς καθ’ ἡμέραν ἐρημουμένας οἰκίας σου;… Θριαμβεύει λοιπὸν ὁ κακοῦργος ἀντεραστής μου; Ὑπερίσχυσαν λοιπὸν αἱ διαβολαί του καὶ κατώρθωσαν τὴν φυγάδευσίν μου; Πλήρης ψεύδους καὶ κακιῶν, εἶναι ἄξιος νὰ χαίρῃ τὴν εὔνοιαν τῆς καποδιστριακῆς τυραννίδος, καὶ ἡ ψυχή μου δὲν φθονεῖ τοιαύτας ὑπεροχάς.

»Δεσπόζων ἢ δεσποζόμενος, καταδιώκων ἢ καταδιωκόμενος, ἰδοὺ μεταξὺ ποίων ἀντιθέτων τυχῶν ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξω. Ἀδιστάκτως προέκρινα τὴν ἔντιμον καταδρομὴν, καὶ ἀπέῤῥιψα τὴν αἰσχρὰν εὐτυχίαν. Θέλει ἆρά γε ἡ ψυχή σου, Ἀσπασία μου, μὲ καταδικάσει διὰ τοῦτο, ἡ ψυχή σου ἡ τόσον ἐράστρια ὡραίων πράξεων; Ἀλλὰ τί λέγω; Ἑλληνὶς γνησία, τρέφεις καρδίαν ἑλληνικήν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐλευθέριος ἀνατροφὴ κατέστησεν ἔτι εὐγενεστέραν.
»Ἀδύνατον νὰ σὲ παραστήσω ποῖον ῥῖγος ἐνθουσιασμοῦ αἰσθάνομαι, ποῖος ἐκδικήσεως πόθος μὲ πυρπολεῖ τὰς φλέβας! Ἀκούω εἰς τὰ σπλάγχνα μου φωνὴν κράζουσάν με• «Λάβε τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ ἐξυβρίζοντος τὸ ἔθνος!» Τὰ λαμβάνω, ἀγαπητή, καὶ τὰ λαμβάνω μετὰ χαρᾶς.

Κλείνοντας την αναφορά μας στον Εξόριστο, να σημειώσουμε ότι ο ήρωας μας ζει πλέον με νοσταλγίες και μελαγχολικός. Μας θυμίζει κάτι που λέει ο συγγραφέας για τον ίδιο του τον εαυτό: «Εγεννήθην εις την Κωνσταντινούπολιν από γονείς ευπάτριδας και πλουσίους. Το ήθος μου ήτον παιδιόθεν μελαγχολικόν. Σιωπηλός και κατηφής ως επί το πλείστον, άφινα τους θορυβώδεις και φαιδρούς ομηλίκους μου, διά να ιδώ από το δάσος τα φύλλα του φθινοπώρου πίπτοντα, και ν’ ακούσω επί του βράχου τους ανέμους στενάζοντας».

Σχετικά άρθρα

Ο “Κόμπος” της Ζωής Μπόζεμπεργκ “: Ένα μυθιστόρημα που με συντάραξε

Βιβλιοκριτική | Jim Forest, ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ (το κατώφλι της συγχώρεσης)

Ποσό ζούμε την εποχή μας; «Το Άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X