Sparmatseto
Βιβλίο

Oi Φαναριωτες και η θέση τους στη νεοελληνική λογοτεχνία

Στο (ανέκδοτο) βιβλίο μου «Τα Λόγια της Πόλης» υπάρχει ένα κεφάλαιο που αναφέρεται στους Φαναριώτες, που συνδέονται απόλυτα με την Κωνσταντινούπολη. Σχετικά γράφω: Πολλές πληροφορίες για την πνευματική κίνηση στην Πόλη και στην ευρύτερη περιοχή βρίσκουμε στις Ιστορίες Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, του Κ. Θ. Δημαρά, του καθηγητή μας Λίνου Πολίτη, του Γιάννη Κορδάτου και του (γεννημένου στην Κωνσταντινούπολη από ιταλό πατέρα και πολίτισσα μάνα) Marıo Vıttı. Επιλέγουμε κάποια χρήσιμα στοιχεία, από τα συγγράμματα αυτά.

Στις αρχές του 17ου αιώνα το Πατριαρχείο εγκαταστάθηκε στο μυχό του Κεράτιου κόλπου, στη συνοικία του Φαναρίου, όπου βρίσκεται ακόμα και σήμερα. Εκεί συγκεντρώθηκαν οι κληρικοί που υπηρετούσαν στο Πατριαρχείο και οι κοσμικοί, στους οποίους αυτό απένεμε τίτλους και αξιώματα. Οι ‘Φαναριώτες’ αυτοί θα παίξουν τώρα σημαντικότατο ρόλο στην πολιτική αλλά και στην πνευματική ζωή. Θ’ αρχίσουν ακόμη ν’ αναδεικνύονται και να παίρνουν σημαντικές θέσεις και τίτλους κοντά στην Υψηλή Πύλη, κυρίως τη θέση του μεγάλου διερμηνέα, που σχεδόν κρατούσε στα χέρια του την εξωτερική πολιτική. Αργότερα διορίζονται ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας. Πρώτος διερμηνέας είναι ο Παναγιώτης Νικούσιος, ακολουθούν Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο γιος του Νικόλαος και ο εγγονός του Κωνσταντίνος – τρεις γενιές Φαναριωτών που καλύπτουν τον 18ο αιώνα.

Το φαναριώτικο κλίμα είναι λόγιο και αρχαιόγλωσσο. Οι Μαυροκορδάτοι γράφουν τα έργα τους στην επίσημη γλώσσα και τα ενδιαφέροντά τους στρέφονται γύρω από τη νέα πολιτική τους εμπειρία, τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και τη φωτισμένη μοναρχία. Έτσι έχουμε και τη γέννηση του Νεοελληνικού διαφωτισμού, που καλύπτει τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αι. ως το 1821. Ο 18ος αιώνας είναι ο αιώνας του στοχασμού, των πνευματικών ανακατατάξεων. Της λογοτεχνίας το μερίδιο είναι ελάχιστο. Στον φαναριώτικο χώρο η ποιητική ερημία είναι ακόμα πιο αποκαρδιωτική απ’ ό,τι στα Εφτάνησα. Εδώ λείπει και η ανάμνηση έστω της κρητικής παράδοσης.

 

Οι Μαυροκορδάτοι γράφουν τα έργα τους στην επίσημη γλώσσα και τα ενδιαφέροντά τους στρέφονται γύρω από τη νέα πολιτική τους εμπειρία, τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και τη φωτισμένη μοναρχία

 

Ο Ν. Γ. Σβορώνος στο κεφάλαιο για τη Νεοελληνική “Αναγέννηση” σημειώνει: “Το φαναριώτικο ιδεώδες βασίζεται σε δυο αρχές: δημιουργία ευλύγιστης και συμβατικής ηθικής που ταίριαζε σ’ αυτή την ‘αριστοκρατία’ με την περιορισμένη πρωτοβουλία εξαιτίας της κατάκτησης, και απόκτηση επιστημονικών γνώσεων, και μάλιστα τεχνικών, που θα της διευκόλυναν την είσοδο στα αξιώματα του Πατριαρχείου και της Υψηλής Πύλης.

Να προσθέσουμε ότι η Ελληνική επιρροή κατά τους 17ο και 18ο αιώνες ξεκινάει από το Φανάρι και επεκτείνεται προς τους βαλκανικούς λαούς και τη Ρωσία. Επί Μ. Πέτρου και επί Μ. Αικατερίνης επενδύεται ο ‘μύθος’ του ξανθού γένους που θα απελευθερώσει τους Έλληνες από το σουλτάνο.

“Η Κωνσταντινούπολη κι όχι η Αθήνα είναι η οικονομική πρωτεύουσα των Ελλήνων σ’ όλο το ιθ΄ αιώνα” παρατηρεί ο Ν. Σβορώνος.

Μετά την επανάσταση και τη δημιουργία του μικρού νεοελληνικού κράτους, με την ανάδειξη της Αθήνας στη νέα πρωτεύουσα, πολλοί πολιτικοί και πνευματικοί ταγοί εγκαταλείπουν την Πόλη και έρχονται στην Ελλάδα, παίζοντας τον ίδιο ρόλο – πολιτικά, εκπαιδευτικά, λογοτεχνικά – στην ελεύθερη πατρίδα. Πολύ χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Κ. Θ. Δημαράς: “Οι Φαναριώτες έδωσαν ό,τι είχαν να δώσουν, επιζούν κάποτε με την ευστροφία τους, όπως στην περίπτωση του Ραγκαβή, αλλά η νέα πρωτεύουσα του Ελληνισμού, η Αθήνα πια, θα πάρει, θα συνεχίσει, και θ’ ανανεώσει την κληρονομιά τους”.

Ενώ πριν το 1821 υπήρχαν πολλά πνευματικά κέντρα του υπόδουλου ελληνισμού, τώρα στο ελεύθερο κράτος όλα (ή σχεδόν) συγκεντρώνονται στην Αθήνα. Στην Πόλη παρέμειναν, βέβαια, μερικοί λόγιοι, που συνέχισαν το έργο των Φαναριωτών.

Στην Ελλάδα οι Φαναριώτες παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία λογοτεχνικής κίνησης με κυρίαρχα χαρακτηριστικά: λόγια γλώσσα αρχαϊζουσα / καθαρεύουσα, στροφή στο ένδοξο παρελθόν αρχαίο και πρόσφατο, ρομαντισμό, γαλλική παιδεία. Στην περίοδο 1830 – 1880 έχουμε τη λεγόμενη Νέα Αθηναϊκή Σχολή, στην οποία ανήκουν οι κωνσταντινουπολίτες Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός, ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής, οι Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσοι, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (όλοι μεταξύ τους είναι συγγενείς).

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο θα αναφέρουμε τα πορίσματα νεότερων ερευνών της Παρασκευής Ποσάτζη, επίκουρης καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Η πηγή που χρησιμοποιώ είναι η ανακοίνωσή της «Η Λογοτεχνική παραγωγή του μείζονος Ελληνισμού και του Ελληνισμού της Διασποράς κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Οι Ελάσσονες περιπτώσεις», Proceedings of the biennial Conference of Greek Studies, Adelaide 2003. Σημειώνει: “Η Κωνσταντινούπολη έως το 1922 ήταν δυνάμει πολιτιστική πρωτεύουσα του Ελληνισμού. Είχε τροφοδοτήσει άλλωστε την πνευματική ζωή της Αθήνας με τους Φαναριώτες έως το 1880, οπότε διαμορφώθηκε η Νέα Αθηναϊκή Σχολή”.

Θα ολοκληρώσουμε την αναφορά μας στους Φαναριώτες με αποσπάσματα του Παν. Μουλλά για την Παλιά Αθηναϊκή Σχολή («Λογοτεχνία 1830-1880». Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1993, 46-49).

 

ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΧΟΛΗ

Δυο γενιές Φαναριωτών ποιητών, μεταφυτευμένες από την Κωνσταντινούπολη και τις παραδουνάβειες ηγεμονίες στο Ναύπλιο πρώτα, στην Αθήνα ύστερα, προσδιορίζουν τη μετεπαναστατική μας λογοτεχνία με τρόπο αποφασιστικό. Πρόκειται σχεδόν για υπόθεση οικογενειακή: ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός (1778-1850) είναι εξάδελφος του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή (1779-1855), ο γιος του τελευταίου αυτού Αλέξανδρος έχει την ίδια συγγένεια με τους αδελφούς Αλέξανδρο (1803-1863) και Παναγιώτη Σούτσο (1806-1868). […] Γύρω σ’ αυτά τα χρόνια (είμαστε ακόμα στο Ναύπλιο του Καποδίστρια) αρχίζει, μαζί με τη λογοτεχνική και πολιτική δράση των Σούτσων και του Α.Ρ. Ραγκαβή, η ιστορία του αθηναϊκού ρομαντισμού. […] […] Σπουδασμένος στο Μόναχο, ο Α.Ρ. Ραγκαβής αρχίζει τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία με στίχους όπου το σμίξιμο του γερμανικού ιδανισμού και της δημοτικής παράδοσης (Δήμος κ’ Ελένη, 1831) θυμίζει κάπως τις προσπάθειες των Επτανησίων […]. Βρισκόμαστε σε μια καμπή· την ίδια χρονιά ο ρομαντισμός εισβάλλει βίαιος με τον «Οδοιπόρο» του Π. Σούτσου (Ποιήσεις, 1831). […] Μολονότι «ποίημα δραματικόν», ο «Οδοιπόρος» έχει με το θέατρο μόνο δευτερεύουσες, υστερογενείς σχέσεις. Η κύρια συμβολή του είναι λυρική: έχουμε να κάνουμε με μια βυρωνική ανταρσία του αισθήματος, με μια νέα ιστορική στιγμή όπου το άτομο αντιτίθεται κραυγαλέα σε ό,τι ως τώρα αποκαθιστούσε την ψυχική του γαλήνη και την αρμονική του επαφή με το περιβάλλον του. […]

Σχετικά άρθρα

Ποίηση παντός καιρού: Σπύρου Κιοσσέ «Το Κάτω Κάτω της Γραφής»

Θανάσης Μουσόπουλος

Σύγκριση Πλάτωνα – Αριστοτέλη (βασικά σημεία)

Η Θράκη στη “Ζωή Μεθόρια” του θ. Γρηγοριάδη

Θανάσης Μουσόπουλος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X