Sparmatseto
Παιδί

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Η πηγή

(Για την Ελένη, όταν περίμενε το αδερφάκι της)

Ξημέρωσε Πρωτομαγιά και η φύση φόρεσε τα γιορτινά της χρώματα. Παντού το πράσινο χρώμα μαζί με λουλούδια κόκκινα, λευκά, κίτρινα και βιολέ, τούφες-τούφες στις πλαγιές και τους κάμπους.

Ήταν παράδοση να γιορτάζουνε τούτη τη μέρα στο ποτάμι. Ο κόσμος έφθανε με αυτοκίνητα, με τρακτέρ, με κάρα, και απλώθηκαν παντού, κάτω από τις σκιές που έκαναν τα γέρικα πλατάνια.

Ο παππούς, με τα εγγονάκια μαζί, ανηφόρησαν προς το μικρό καταρράκτη. Εκεί υψώνονταν ο μεγάλος βράχος, και σ’ ένα του άνοιγμα φιλοξενούσε το μικρό λευκό ξωκκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα.

Σκαλιά λαξευμένα στο βράχο, άλλα φτιαγμένα με πέτρες και τσιμέντο, βαμμένα όλα με λευκό ασβέστη, οδηγούσαν με αρχοντιά τα βήματα των προσκυνητών, κι αφού πάρουν την ευχή του Αγίου, να δουν από κει ψηλά την ομορφιά του ποταμού και των δέντρων.

Η Ελενίτσα έσκυψε να δει ένα βατραχάκι, που τρομαγμένο βούτηξε αμέσως στα νερά του
ποταμού.
-Παππού, φώναξε η Ελένη, εδώ έχει μία μικρούλα πηγή που τρέχει νερό!

Όλοι στριμώχτηκαν να δουν τη μικρή πηγή, κι η Ελενίτσα, έλεγε και ξανάλεγε πόσο όμορφα ένοιωσε όταν άγγιξε τα λιγοστά, καθαρά της νερά.

Αφού φάγανε, καθισμένοι στη σκιά του πλάτανου, είπε η γιαγιά χαμογελώντας:
-Άντε παππού, δώσε κλότσο να γυρίσει, παραμύθι να αρχίσει, και τα παιδιά γέλασαν με το γνωμικό, που προέτρεπε τον παππού να αρχίσει ό,τι κι αυτά περίμεναν.
Ο παππούς χαμογέλασε, καθώς ζούσε όμορφες στιγμές με τα εγγονάκια του. Θυμήθηκε τη μικρή πηγή στον βράχο, που είδε η Ελενίτσα, κι άρχισε να τους λέει ένα νέο παραμύθι.
-Στην πλαγιά ενός λόφου, ανάμεσα σε δέντρα και θάμνους, ήταν μια πηγή, που από τα σπλάχνα της Γης έβγαζε δροσερό και καθαρό νερό.
Το άφηνε να κυλά ελεύθερα στην πλαγιά, έως κάτω-κάτω στον κάμπο, ξεδιψώντας στο  διάβα του τη Γη, τα δέντρα, τα σπαρτά, τα χόρτα, τα λουλούδια,….!
Όλα ήταν όμορφα για την πηγή, εκτός από έναν μεγάλο βράχο εμπρός της που της έκρυβε τη θέα. Της άφηνε μόνον ένα μικρό άνοιγμα, ίσα-ίσα να περνά το νερό της.
Πρωί και απόγευμα, έρχονταν πουλιά και ζώα, ξεδιψούσαν με το δροσερό της νερό και της έκαναν παρέα.
Έτσι μάθαινε όλα τα νέα, μαζί και τόσα άλλα πράγματα.

Ακόμη θυμότανε το πόσο τρόμαξε, όταν πρωτοείδε μια μεγάλη καταιγίδα, καθώς οι αστραπές και οι βροντές κουνούσαν συθέμελα το λόφο. Δεν γνώριζε τότε, μα η η κουκουβάγια, καλή της ώρα, της είπε να μη φοβάται, αλλά να χαίρετε για την πολύ βροχή.

Της έμαθε τον κύκλο του νερού, της μίλησε πώς οι ζεστές ακτίνες του Ήλιου δημιουργούσαν σύννεφα από τη θάλασσα, πως ο αέρας τα μετέφερε στη στεριά και στο λόφο, και πως με τη βροχή, είπε η σοφή κουκουβάγια, έχεις κι εσύ τρεχούμενο νερό όλο το χρόνο, να ξεδιψάς δέντρα και ζωντανά στο διάβα σου.

Συνέχεια μάθαινε καινούρια πράγματα, τόσο, που έγινε σιγά -σιγά σοφή, έδινε μάλιστα και συμβουλές στα μικρότερα πουλιά και ζώα.
Όταν όμως τα πουλιά και τα ζώα αναζητούσαν αλλού την τροφή τους, τότε έμενε μόνη της.

Ο παππούς σταμάτησε για λίγο και μετά είπε:

-Στις περισσότερες ιστορίες, έτσι στη δική μας, κάποια στιγμή κάτι θα συμβεί που θα χαλάσει την ευτυχία που νοιώθουν οι ήρωες μας!

Τα παιδιά κοίταξαν ερωτηματικά τον παππού.
-Παππού, ρώτησε με απορία η Ελένη, τι κακό μπορεί να συμβεί στην πηγή;
-Το “κακό”, είπε ο παππούς, δεν είναι πάντοτε κακό, τις περισσότερες φορές είναι μάλλον η αιτία να καταλάβουμε κάτι βαθύτερο, και ουσιαστικότερο από τη ζωή μας!
Ας δούμε τι συνέβη στη μικρή μας πηγή!
Ένα πρωινό, ο κυρ κότσυφας που ήρθε για να πιει νερό, αντί να ξεδιψάσει από την πηγή, κοιτώντας προς τα δεξιά, αναφώνησε γεμάτος χαρά!!
-Ω! Το ξέρεις πως έχεις παρέα;
-Τι θέλεις να πεις; ρώτησε με απορία η πηγή!
-Δίπλα σου, από μία σχισμή του βράχου βλέπω να κυλά νερό. Ω! μάλλον θα γίνει μια νέα πηγή! Δεν θα είσαι ποια μόνη, αναφώνησε, και μ’ ένα πήδημα, πήγε στη νέα πηγή να πιει απ το δικό της νερό!

Η πηγή μας, προσπάθησε να δει τη νέα και μικρότερη πηγή, μα την εμπόδιζε ένας μικρός βράχος που ήταν ανάμεσά τους. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί, ή να στεναχωρηθεί για το νέο που μόλις έμαθε!
Τα πουλιά και τα ζώα, άλλα ξεδιψούσαν στη δική της πηγή, κι άλλα δίπλα από το νερό της
νέας πηγής.

Σιγά-σιγά, η νέα πηγή μεγάλωνε, περισσότερο νερό τώρα έτρεχε δίπλα στο δικό της!
-Πως μπορώ να τη δω, ρώτησε ένα χελιδονάκι που ήρθε να ξεδιψάσει.
Μα όποιον κι αν ρωτούσε, καμία απόκριση δεν έπαιρνε.

Τότε, έκανε μια ευχή, να κλείσει το άνοιγμα δίπλα στο βράχο, να μην φεύγει το νερό, να λιμνάσει, να μαζευτεί τόσο πολύ όπως σε μια λίμνη, κι από κει ψηλά, να δει τη νέα μικρή πηγή.

Ο παππούς σταμάτησε την ιστορία, λέγοντας:

-Πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε, γιατί κάποιος ακούει τις ευχές. Αλίμονο αν τις πραγματοποιήσει και δεν είναι σωστές.

Τα εγγονάκια απόρησαν, αναρωτιόντουσαν τι μπορούσε να πάει στραβά!
-Δεν πρόλαβε η πηγή καλά-καλά να πει την ευχή, συνέχισε ο παππούς, όταν από την άλλη μεριά του βράχου ένα γέρικο δέντρο έσπασε.
Ο κορμός του έπεσε στο μικρό άνοιγμα, και ούτε το νερό τώρα μπορούσε να φύγει, ούτε και να δει καθόλου την κοιλάδα.
Στεναχωρήθηκε, αλλά ήθελε τόσο πολύ να ανέβει ψηλότερα, να δει τη νέα μικρούλα πηγή, που σχεδόν δεν την ένοιαζε.
Όταν τα νερά ανέβηκαν, από κει ψηλά είδε τη μικρούλα πηγή.
Ήταν πανέμορφη, θέλησε να της μιλήσει, μα τότε ήρθε μεγαλύτερη συμφορά.
Κατάλαβε πως το νερό της δικής της πηγής λιγόστευε, έως ότου σταμάτησε να τρέχει.
Τρόμαξε, φοβήθηκε! Ήταν κάτι που δεν είχε ξαναζήσει.
Τα πουλιά και τα ζώα που ήρθαν να ξεδιψάσουν, απόρησαν με ότι τώρα είδαν.
-Πω-πω, είπε ο δρυοκολάπτης, πολύ νερό. Μα αν δεν φύγει, θα γεμίσει πρασινίλα και δεν θα μπορούμε πια να πίνουμε καθαρό νερό!
-Έτσι είναι, συμφώνησε κι ο μικρός λαγός που ήρθε διψασμένος!
Η πηγή ήταν τώρα μια μικρή λιμνούλα, που γέμισε λειχήνες, βρύα και κλαδιά που έπεφταν μέσα της και σάπιζαν.
Κανείς δεν ήθελε να πιει από το βρώμικο νερό της!
-Γιατί χάθηκαν όλοι; ρώτησε τη σοφή κουκουβάγια, γιατί δεν έρχονται να ξεδιψάσουν από το νερό μου; γιατί έπαψε η πηγή μου να βγάζει καθαρό νερό; γιατί; επανέλαβε γεμάτη παράπονο.

-Η κουκουβάγια, εξήγησε πως ήταν λάθος η ευχή της. Το νερό που έτρεχε από σένα ήταν ελεύθερο, και ελεύθερα έπρεπε να κυλά για να ξεδιψάσουν όλοι. Με την ευχή να κλείσει το άνοιγμα, το νερό μαζεύτηκε, και τώρα είναι πολύ και βαρύ, και η Γη δεν μπορεί στείλει άλλο νερό τόσο ψηλά! Πρέπει πρώτα να φύγει το μαζεμένο νερό, αν θέλεις, φρέσκο να ξαναβγεί και πάλι το νερό σου!
-Μα, πως θα γίνει αυτό; ρώτησε η πηγή με αγωνία!
Η κουκουβάγια, ανασήκωσε τα φτερά της, καθώς δεν γνώριζε ούτε κι αυτή τον τρόπο.
Πέρασαν μέρες μοναξιάς, και τα στάσιμα νερά θόλωναν όλο και περισσότερο.
Απάνω που είχε απελπιστεί, κατάλαβε πως τα νερά άρχισαν και πάλι να ανεβαίνουν, μα δεν ήταν από τη δική της πηγή!
-Από που ερχόντουσαν τα νερά παππού, ρώτησε η Ζωή.
-Από τη μικρή πηγή, είπε η Ελενίτσα, και ο παππούς συμφώνησε!
-Βλέπετε, η μικρούλα πηγή, ήταν ψηλότερα στην πλαγιά, και με το δικό της νερό, λίγο-λίγο συνέχισε να γεμίζει τη μικρή τους λίμνη.

-Η πηγή μας ήταν πολύ μπερδεμένη, δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί, όταν έγινε το αναπάντεχο.

Τα εγγονάκια, μαζί και η γιαγιά, περίμεναν με αγωνία τη συνέχεια, κι η μικρή Ελένη είπε:
-Παναζιά Παναζιά μου, τι έγινε στην πηγή μας παππού!!
-Ευτυχώς, είπε αναστενάζοντας ο παππούς, το πολύ νερό που είχε μαζευτεί, έσπρωξε με δύναμη το βράχο και τον κορμό που έκλειναν την έξοδο, και όρμησε προς την πλαγιά, παρασέρνοντας βράχους και χώματα μαζί.

Όταν το θολό νερό ξεχύθηκε στην πλαγιά, νέο, καθαρό νερό, με περισσότερη ορμή ερχότανε πάλι από τα σπλάχνα της πηγής, κάνοντας τη μικρή της κοίτη, όλο και μεγαλύτερη!

Οι χαρούμενες φωνούλες από πουλιά και ζώα γέμισαν τον αέρα, κι όλοι μιλούσαν για τη μικρή περιπέτεια της πηγής, που για λίγο είχε γίνει λιμνούλα.

Ο βράχος και ο κορμός έλειπαν. Ανεμπόδιστα έβλεπαν την ομορφιά του κάμπου, των δέντρων και των σπαρμένων χωραφιών, που και πάλι ξεδιψούσαν απ’ το δικό τους νερό.
Ο μικρός βράχος που ήταν ανάμεσά τους, έφυγε κι αυτός. Έβλεπε τώρα τη μικρή πηγή, που χάρη στο λιγοστό της νερό, μαζί, γκρέμισαν τον κορμό και τον βράχο, και ήταν όλα καλύτερα!

Οι δύο πηγές ήταν μαζί και ευτυχισμένες.

Πουλιά και ζώα, πρωινά και απογεύματα, έρχονταν να ξεδιψάσουν από τις δύο πηγές, γεμίζοντας τον αέρα με τις χαρούμενες φωνούλες τους!

Όταν έφευγαν για φαγητό, η πηγή μας δεν ένοιωθε πλέον μόνη. Είχε τώρα παντοτινή δική
της παρέα τη μικρούλα πηγή, και μαζί της συνεχώς συζητούσε για όλα!
Η μικρούλα πηγή ρωτούσε για τα σύννεφα, για τα πουλιά και τα ζώα, για το φως του Ήλιου την ημέρα, και για το φως των αστεριών τη νύκτα· για όλα όσα ήθελε να μάθει.
Η πηγή μας, που τόσα πολλά κιόλας γνώριζε, απαντούσε, συμβούλευε και της μάθαινε να χαίρετε την κάθε στιγμή.
Και να μη φοβάται τα βαριά γκρίζα σύννεφα με τις βροντές και τις αστραπές.

Οι δύο πηγές, η μεγάλη και η μικρή, είχανε γίνει κιόλας αδερφές, που όλα τα μοιραζόντουσαν!

Γνώριζαν, πως, κι αν ακόμη ανοίξει πιο κει κι άλλη πηγή, όσο μικρούλα ή μεγάλη κι αν είναι, μαζί, όλες μαζί θα προσφέρουν το καθαρό τους νερό, να ξεδιψούν τα πουλιά, τα ζώα, τα δέντρα, τα φυτά, μαζί και όσοι άνθρωποι ζούσαν κοντά στις πηγές και στην κοίτη τους!

Σχετικά άρθρα

Χωρίς λέξεις…

Μάρθα Αποστολίδου

O σούπερ Διόνυσος στην Ξάνθη – ένα παραμύθι για παιδιά | Του Θανάση Μουσόπουλου

Θανάσης Μουσόπουλος

Η Εύη όλο χορεύει και χορεύει….. βιβλιοπρόταση

Δήμητρα Πυργελή

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X