Sparmatseto
Παιδί

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Το τάμα

-Παππού ρώτησε η Μαρία, σήμερα στο σχολείο, ένα μεγάλο παιδί κτύπησε ένα μικρότερο.
Γιατί τα μεγάλα παιδιά κτυπούν τα μικρότερα;
-Δεν νομίζω πως είναι θέμα ηλικίας, είπε ο παππούς. Αν το παιδί έχει προβλήματα στην οικογένεια, ακόμη κι αν έμεινε πίσω στα μαθήματα, αν δυσκολεύεται, αν δεν μπορεί να παρακολουθεί όπως τα άλλα παιδιά, ίσως αντιδράσει με τη βία.”
“Κάθε παιδί θέλει να είναι κι αυτό σε κάτι καλό, ή καλύτερο. Όσο το αγνοούμε και δεν το
βοηθάμε, θα οργίζεται, ακόμη και με τη βία!”
“Λάθος, συνέχισε ο παππούς, μα είναι μεγαλύτερο το λάθος των μεγάλων, όσο προσπαθούν με βία να επιβάλουν την καλή συμπεριφορά!”
“Το καλό, …δεν το επιβάλουμε στα παιδιά, προσπαθούμε να πείσουμε, χωρίς να το απαιτούμε! Γι αυτό, αν κάποιο παιδί σας τρομάζει χωρίς λόγο, να το πείτε αμέσως σε γονείς και
δασκάλους, αυτοί θα βρουν τη λύση!”
-Παππού, ρώτησε η Ελένη, εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε;
-Μπορείτε κάτι να κάνετε, είπε ο παππούς, κι αν γίνει σωστά, ίσως να μην έχετε προβλήματα. Η ιστορία που θα σας πω, την άκουσα απ το δικό μου παππού, όταν ακόμη ζούσε στη Ρωσία.”

Από το σταθμό του τρένου που βρίσκονταν στην άκρη της κοιλάδας, ένας δρόμος ανηφόριζε προς τα χωριά, που διάσπαρτα ήταν πάνω στο λόφο.

“Στο πρώτο χωριό, εκεί που χώριζε η δημοσιά ήταν το μικρό ξωκλήσι του Άϊ Γιώργη. Αυτό
υποδέχονταν όλους τους διαβάτες, κι αυτοί κρατούσαν συνεχώς το καντηλάκι του αναμμένο.
Εκεί ζούσε κι ο μικρός Λούσιας, έτσι λένε τον Ηλία στα Ρώσικα. Μικρός, έξυπνος και
πρώτος στην τάξη του.

Είχε όμως έναν μπελά, τον Ιβάν, ένα παιδί μεγαλύτερο που τον πείραζε και τον κτυπούσε.
Όταν ο Ιβάν ήταν με τα άλλα παιδιά, ο μικρός Λούσιας έφευγε, κατηφόριζε στη ρεματιά
προς το ποτάμι, και καθώς περνούσε από το ξωκκλήσι, αφού έβαζε μετάνοια στον Άϊ Γιώργη,
του έλεγε τα προβλήματα του.

Ήταν κιόλας απόγευμα. Ο Ήλιος που σίμωσε στον ορίζοντα, με χρυσές ακτίνες φώτιζε την
εικόνα του Αγίου, που έλαμπε πάνω στο άτι του, κι ακούραστα λόγχιζε τον κακάσχημο δράκο!
Πόσο όμορφος του φάνηκε ο φωτεινός Άγιος.

Η καρδιά του Λούσια φτερούγισε, θυμήθηκε τα θαύματα, ζήλεψε την ανδρεία και τη δόξα
του Αγίου- κι αναζητώντας τη ματιά του, ξανάπε στον Άγιο το πρόβλημά του!
-Άγιε μου Γιώργη που βοηθάς τους ανθρώπους, σε παρακαλώ, βοήθα να νικήσω μια φορά
τον Ιβάν, να μπορώ να παίζω κι εγώ με τα άλλα παιδιά!

Έμεινε ακίνητος με μάτια ορθάνοιχτα, καρτερώντας ένα νεύμα, μια ενθάρρυνση!
Μα ο Άϊ Γιώργης, καθώς συνέχεια πάλευε με το θεριό, μήτε που γύρισε να τον κοιτάξει,
μήτε του έκανε, έστω κι ένα μικρό νεύμα!

Η ένταση στ’ ορθάνοιχτα μάτια, του έφερε δάκρυα, που βιαστικά σκούπισε με το χέρι του.
Ο Άγιος δεν μπορεί τώρα, ίσως αργότερα μονολόγησε, μα πριν φύγει του ξανάπε.
-Άγιε μου Γιώργη, δώσε μου δύναμη σε παρακαλώ, κι από μένα ότι θέλεις! Θα σου
φέρω, …έψαξε κάτι να τάξει στον Άγιο, μα δεν μπόρεσε τίποτε να σκεφτεί, και είπε, …κάατι θα
σου φέρω!!

Τα μάτια του γεμάτα δάκρυα, μα σίγουρος ήταν πως ο Άγιος του έγνεψε με το κεφάλι του
Ναι!

Η ψυχή του Λούσια φτερούγισε, κι ολόκληρος έλαμψε από χαρά.
-Ευχαριστώ! Ευχαριστώ! Φώναξε, κι έφυγε πηδώντας και τρέχοντας προς το χωριό, σίγουρος πως τώρα θα νικούσε τον Ιβάν!

Δεν είχε ξεμακρύνει καλά-καλά, όταν άλλο θλιμμένο κι ορφανό παλικάρι, ο Νικολάϊ, σίμωσε
το ξωκλήσι τ’ Άϊ Γιώργη. Έβαλε μετάνοια στον Άγιο και του είπε το δικό του πρόβλημα.
Τον καλούσαν να πάει στην Πετρούπολη, στον θείο του για να σπουδάσει, μα δεν είχε χρήματα, ούτε καν για τα ναύλα του τρένου!
-Λίγα καπίκια Άγιε είπε, έως την Πετρούπολη, κι εκεί έχει άλλους να νοιαστούν και για μένα!
Λίγα καπίκια Άγιε …ξανά πε.

Βλέποντας γύρω την ερημιά, άχαρες σκέψεις έζωσαν το λογισμό του, και χαμηλώνοντας τα
ματιά κατηφόρισε στη ρεματιά με το ποτάμι.

Τα εγγονάκια θέλησαν να μαντέψουν, μα, δεν έβλεπαν πως ο Άϊ Γιώργης θα βοηθούσε τα
παιδιά.
Ο παππούς κοίταξε τα όμορφα κι απορημένα τους μάτια, χαμογέλασε και συνέχισε.
Θυμάστε με πόσο ενθουσιασμό έφυγε ο Λούσιας απ το ξωκκλήσι του Άϊ Γιώργη; Όταν ο
Ιβάν θέλησε να τον πειράξει, είπε μέσα του:
-Βοήθα Άϊ Γιώργη, βοήθα με! Και μ’ όση δύναμη είχε, όρμησε πάνω στο μεγαλύτερο παιδί.
Ο Ιβάν ξαφνιάστηκε και φαρδύς-πλατύς σωριάστηκε κάτω!
Ο Λούσιας βρέθηκε από πάνω του με το χέρι σηκωμένο και με σφιγμένη τη γροθιά.
-Δεν θέλω να σε χτυπήσω του φώναξε, και δεν θέλω άλλο να με πειράζεις.
Ο Ιβάν ντράπηκε που τον έριξε ένα μικρότερο παιδί, και σα σηκώθηκε θέλησε να το κτυπήσει, μα τα άλλα παιδιά, όλα μαζί μπήκαν μπροστά του φωνάζοντας:
-Ντροπή σου Ιβάν να κάνεις τον νταή σε μικρά παιδιά!!!
Τα εγγονάκια, κουνούσαν τα χέρια με ενθουσιασμό και με χαρούμενα ξεφωνητά συμμερίζονταν τη χαρά του μικρού ήρωα!

Από τότε που όλα τα παιδιά στάθηκαν εμπόδιο, ο Ιβάν δεν ξανά πείραξε κανέναν, κι ο Λούσιας χαρούμενος τώρα, δε λησμόνησε το τάμα, κι όλο σκέφτονταν τι δώρο να πάει στον Άϊ
Γιώργη, ώσπου είδε τ’ αυγά πάνω στο τραπέζι!!!
-Μαμά, θα μου κάνεις ένα φούστορο (είναι η ομελέτα με αυγά);
Η μαμά του απόρησε, κι όταν έμαθε το λόγο, συγκινημένη μα και χαρούμενη έσπασε πολλά
αυγά, έβαλε φρέσκο τυρί με γελαδίσιο βούτυρο, κι η ευωδία άπλωσε σ’ όλο το σπίτι.
Γέμισε πιάτο βαθύ, το σκέπασε με ένα άλλο να κρατηθεί ζεστό και καθαρό, και με λευκή
πετσέτα από επάνω, έδεσε τις τέσσερις άκρες σταυρωτά, κάνοντας εύκολο το πιάσιμο για τον
μικρό Λούσια, που τρέχοντας το πρόσφερε στον φύλακα και βοηθό του, στον Άϊ Γιώργη.
Όταν έφτασε στο ξωκλήσι, ο Ήλιος είχε κιόλας κρυφτεί πίσω από τον λόφο.

Κοίταξε τον Άγιο από το μικρό άνοιγμα της πόρτας, που τώρα έλαμπε απ’ την τρεμάμενη
φλόγα του καντηλιού, κι ακούραστος πάλευε συνέχεια το θεριό.
Ακούμπησε το τάμα δίπλα στο αναμμένο καντήλι, λέγοντας ξανά και ξανά, ευχαριστώ Άγιε
Γεώργιε, σ΄ ευχαριστώ!!!

Τα εγγονάκια ήταν τώρα χαρούμενα για τον άθλο του Λούσια!
-Παππού, είπε η Μαρία, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ, πρέπει να έχει και συνέχεια;
-Ναι, είπε ο παππούς και συνέχισε. Οι Άγιοι βοηθούν τους ανθρώπους με τρόπο που ωφελούμαστε όλοι!
Μόλις ξεμάκρυνε ο Λούσιας, μια ομάδα χτιστάδων που ήρθε από την πόλη με το τραίνο,
έφτασε κουρασμένοι στο ξωκλήσι.
-Να πάρουμε την ευχή του Αγίου; Είπε ένας, κι όλοι έβαλαν μετάνοια στον Άγιο ζητώντας
την ευλογία του.

Η ευωδία του φρέσκου βουτύρου, ξύπνησε μέσα τους την πείνα, έλυσαν τη λευκή πετσέτα,
και βλέποντας τη λαχταριστή ομελέτα, σκέφτηκαν μόνον πως ο Άγιος θέλησε να τους φιλέψει.
Ούτε αναρωτήθηκαν, τι γύρευε στην ερημιά το μαγειρεμένο φαγητό;
Αφού έφαγαν και χόρτασαν, τότε αναρωτήθηκαν αν έκαναν απρέπεια, αν προσέβαλαν τον
Άγιο τρώγοντας το.
Του είπαν ευχαριστώ, θέλησαν να συνεχίσουν, μα όσο κι αν προσπάθησαν, αδύνατον να
ξεκολλήσουν από το έδαφος.
Βρε αμάν! Βρε ζαμάν! Τίποτε! Ήταν θαρρείς καρφωμένοι στο έδαφος!
Ανησύχησαν, φοβήθηκαν!
-Λες ο Άγιος να θύμωσε που φάγαμε δικό του φαγητό, αλλά πάλι, τι να το κάνει ο Άγιος το
φούστορο; Τρώνε φαΐ οι Άγιοι;

Προσπαθούσαν μάταια να σηκωθούν, όταν κάποιος πρότεινε να πληρώσουν τον Άγιο.
Διστακτικά κι απρόθυμα έβγαλαν από λίγα καπίκια και τ’ ακούμπησαν στη λευκή πετσέτα.
Δοκίμασαν να σηκωθούν, μα τίποτε, ήταν ακόμη καρφωμένοι στο έδαφος!!
Τα εγγονάκια νοιώθοντας το φόβο των χτιστάδων, ίσως και το θυμό του Άϊ Γιώργη, ασυναίσθητα χαμήλωσαν τα κεφαλάκια τους με ότι άκουγαν, και καθώς συνέχεια έβλεπαν στα μάτια
τον τον παππού, φάνηκε το ασπράδι κάτω από την ίριδα των ματιών τους.

Ο παππούς, είδε την αγωνία τους, χαμογέλασε και συνέχισε:
-Μήπως θέλει κι άλλα καπίκια ο Άγιος; είπε ένας άλλος!
-Μα, φούστορο είναι, απάντησε κάποιος, πόσο να το πληρώσουμε;
Έβαλαν κι άλλα, κι άλλα καπίκια, ώσπου έγιναν ρούβλια στη λευκή πετσέτα, όταν επιτέλους μπόρεσαν να σηκωθούν από το έδαφος.
Κοίταξαν με σεβασμό και δέος την εικόνα του Αγίου, που μάχονταν ακόμη το θεριό, τον ευχαρίστησαν για το νόστιμο φαγητό που τους φίλεψε, και καθώς έφευγαν, είπε κάποιος:
-Ντο ακριβόν που έτον το φούστορος Άϊ Γιώργη! Τι ακριβή που ήταν η ομελέτα σου Άγιε
Γιώργη.
Τα εγγονάκια αναθάρρησαν κι έβαλαν τα γέλια με το πάθημα των κτιστάδων!
Η Μαρία, κατανοώντας τη συνέχεια της ιστορίας είπε!
-Δηλαδή παππού, όλους μια χαρά τους βόλεψε ο Άγιος!
-Ναι, είπε ο παππούς. Έτσι βρήκε και ο Νικολάϊ ό,τι ζήτησε από τον Άγιο, λεφτά για το εισιτήριό.
-Όμως παιδιά μου, η ομορφιά είναι στον τρόπο που βοηθούν οι Άγιοι, σιωπηλά, αθόρυβα,
που αν δε θέλεις να το δεις, θα νομίζεις πως απλά, ήσουν πολύ τυχερός!
-Παππού, ρώτησε η Ζωή, γιατί ο Άγιος Γεώργιος συνεχώς παλεύει και δεν νικάει τον
δράκο;
-Είπαμε πως οι Άγιοι βοηθούν με ευγένεια και διάκριση, κι αν δεν προσέξεις, δε θα καταλάβεις το πως και το πόσο βοηθούν!
-Δηλαδή, ρώτησε η Μαρία. Πως βοηθά ο Άϊ Γιώργης, αφού συνεχώς παλεύει με το θεριό;
-Ελάτε, είπε ο παππούς, οδηγώντας τους στο εικονοστάσι.
Εκεί, κοίταξαν όλοι με ευλάβεια τη μορφή του Άϊ Γιώργη που λαμπύριζε στο τρεμάμενο φως
του καντηλιού, ήρεμος, χωρίς να ιδρώνει, να κτυπά και να ξανά κτυπά αδιάκοπα το θεριό, που
σέρνονταν λαβωμένο καταγής.
-Θαρρείς, …χαμογελά, είπε η Ζωή!!
-Ναι, ναι, συμφώνησε η μικρή Ελένη!!!
Η Μαρία, μεγαλύτερη καθώς ήταν, κοίταξε ερωτηματικά τον παππού.
-Το θεριό παιδιά μου, είπε ο παππούς, είναι ο ενάντιος του Θεού και των ανθρώπων.
-Δεν γίνετε και δεν μπορούν να τον εξαλείψουν οι άνθρωποι. Μα όσο ο Άϊ Γιώργης καβαλάρης το λογχίζει, το απασχολεί, και το θεριό, δεν έχει χρόνο στη διάθεσή του για να παιδεύει
όλους εμάς.
-Όσο θα βλέπετε τον Άϊ Γιώργη καβαλάρη ακούραστο να παλεύει το θεριό, να χαίρεστε, γιατί εμάς βοηθά!

Σχετικά άρθρα

Χωρίς λέξεις…

Μάρθα Αποστολίδου

Παιδικό ιχνογράφημα… μια μορφή τέχνης… ένας μυστικός διάλογος

Χριστίνα Τσιμούδη

Παίξε και μάθε για τον πολιτισμό μας……online | 5 παιχνίδια για μάθηση και διασκέδαση!!!

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X