Sparmatseto
Παιδί

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Το ποντίκι και το ρολόι

Δεκαπενταύγουστος σήμερα και μαζί με την Παναγιά γιορτάζει και η Μαρία. Φίλες, παππούδες, γιαγιάδες, θείοι, θείες˙ όλοι με δώρα της ευχήθηκαν τα χρόνια πολλά!

Όλοι ήταν χαρούμενοι στη γιορτή!!! Όλοι;

Όχι όλοι!

Η μικρή Ζωή, η γλυκιά μας Ζωή, δεν μπορούσε να χαρεί τις μέρες των διακοπών, καθώς με λαχτάρα μετρούσε και ξανά-μετρούσε τις μέρες, για τη δική της γιορτή, τα γενέθλια της, κι ένα μεγάλο δώρο που είχανε υποσχεθεί!

Κι όλο μετρούσε: Ακόμη 12, …ακόμη 11, …ακόμη 10!!!

-Μα, πότε θα περάσουν οι ημέρες, έλεγε και ξανάλεγε: Πόσες εβδομάδες είναι παππού;

Αν για τη Ζωή οι μέρες περνούσαν αργά, για την Μαρία και την Ελένη κυλούσαν γρήγορα, και κει στο τέλος του Καλοκαιριού, τους περίμενε η μαθητική τσάντα με βιβλία, τετράδια, με όσα η σχολική χρονιά θα τους διδάξει!!!

-Παππού, είπε με παράπονο η Ζωή καθώς χώθηκε στην αγκαλιά του, γιατί η Μαρία λέει πως οι μέρες περνούν γρήγορα; Αφού περνούν αργααά, …πολύ αργά!

-Παππού, μπορώ να κάνω τις μέρες να περάσουν γρήγορα;

Στο αθώο της παράπονο, ο παππούς χαμογέλασε, και θέλοντας να βοηθήσει, τους είπε ένα ακόμη παραμύθι!

-Στην άκρη του χωριού, ξεκίνησε την ιστορία ο παππούς, ήταν ένα εκκλησάκι με καμπαναριό, κι ένα ρολόι, που ακούραστα μετρούσε το χρόνο.

Χαμηλά, στα θεμέλιά του καμπαναριού, ζούσε ο Ουρίτσας, ένα ποντικάκι μικρό, με ζωηρή μακρυά ουρά, που όλη μέρα έπαιζε στην αυλή της εκκλησίας, εκτός από ‘κεί, που ο καντηλανάφτης έβαλε δύο ποντικοπαγίδες, με λαχταριστές μπουκίτσες κίτρινο τυρί!

Κάποτε, ήρθε ένα ποντίκι από την πόλη, κι ανάμεσα στα άλλα νέα, είπε στον Ουρίτσα:

-Τ’ απόγευμα θα ‘ρθει ο θείος με δώρο έκπληξη, που θα σου δώσει μεγάλη χαρά! Αυτό ήτανε!

Ο Ουρίτσας έγινε τώρα ανυπόμονος. Για πρώτη του φορά νοιάστηκε για την ώρα, καθώς κοίταζε συνεχώς την αυλόπορτα, περιμένοντας τον θείο με το μεγάλο δώρο!

Κοιτάζοντας κάθε λίγο το ρολόι, παρατήρησε πως οι λεπτοδείκτες του σέρνονταν αργά!

-Σήμερα βρήκε να χαλάσει; μουρμούρισε, καθώς όλο και ποιο αργά χτυπούσε με τους γέρικους λεπτοδείκτες τα λεπτά και τις ώρες! Σκέφτηκε πως σίγουρα ξέχασαν να το κουρντίσουν!

Ανυπόμονος καθώς ήταν, έγινε απρόσεκτος και σε μια τόσο δα μικρή στιγμή, το πόδι του ακούμπησε εκεί που, δεν έπρεπε να αγγίξει! Στην ποντικοπαγίδα, που αν και ξεχασμένη για καιρό στην σκιά, δεν ήταν καθόολου, μα καθόλου αργοκίνητη.

Ούτε που πρόλαβε να δει το έλασμα που του έπιασε το πόδι! Ένοιωσε όμως σε όλο του το σώμα τον πόνο, τόσο, που νόμιζε πως τ’ αφτιά του πήραν φωτιά!

Φώναζε ώρα πολύ, μα κανείς δεν άκουγε! Προσπάθησε να ελευθερωθεί, αλλά μάταια.

Ένας σπουργίτης που τσιμπολογούσε τα λιγοστά ψίχουλα, μόλις είδε τον Ουρίτσα, τον πλησίασε με γοργά πηδηματάκια.

-Ώου-όου! Είπε ανασηκώνοντας ελαφρά τις φτερούγες του. Αυτό πρέπει να πονάει πολύ, και έδειξε με το ράμφος το δυνατό έλασμα της παγίδας!

-Αν πονάει; Και βέβαια πονάει, και δεν ακούει κανείς, είπε με πόνο ο Ουρίτσας!

-Ναι καημένε μου, είπε το σπουργίτι, μα, πρόσθεσε κοιτώντας το ρολόι, πρέπει να βιαστείς, όπου νάναι θα φανεί ο καντηλανάφτης για τον εσπερινό! Καταλαβαίνεις τι θα γίνει όταν σε δει στη φάκα του;

Ο Ουρίτσας, …μούδιασε με όσα άκουγε από το σπουργίτι!

-Αν καταλαβαίνω λέει! Όφου, όφου, τι έπαθα ο ανόητος, ο ανυπόμονος που δεν πρόσεξα και…!

-Σε πόοση ώωρα είπες πως έρχεται ο καντηλανάαφτης;

Το σπουργίτι κοίταξε το ρολόι, μέτρησε στην άκρη της φτερούγας του τον χρόνο και είπε:

-Τι να σου πω, σε 5, 6, άντε σε 7 λεπτά θα είναι εδώ, γιατί πρέπει να ανάψει όλα τα καντηλάκια των Αγίων, πριν έρθουν ο παπάς, οι ψάλτες, οι πιστοί…!

-Ο παπαάς, οι ψαάλτες, οι πιστοιοί! Επανέλαβε ο Ουρίτσας. Ώλαλα, θα γίνει χαμός… Τότε ξανά-κοίταξε προς το ρολόι, …μα αυτό που τώρα έβλεπε, τον κατατρόμαξε!

-Μα, …τι έπαθε το ρολόι, τώρα τρέχει, γιατί τρέχεις τώρα γρήγορα; Μέχρι τώρα πήγαινες αργά, πολύ αργά, σαν ξεκούρδιστο, και τώρα τρέχεις, μα, γιατί τρέχεις;;;!!!

-Ε! Εσύ κει πάνω, φώναξε προς το ρολόι, μ’ ακούς;;!

Το ρολόι, άκουσε μια φωνούλα, και σκύβοντας είδε το μικρό ποντικάκι στη φάκα.

-Σε μένα μιλάς, ρώτησε κι ένας χτύπος του έσπρωξε τον χρόνο εμπρός!

-Ναι, Ναι!!! Σε σένα μιλάω. Μα …τι έχεις πάθει σήμερα;;;;

Το ρολόι, “στράβωσε” για λίγο τον λεπτοδείκτη από την απορία.

-Τιι θέλεις να πεις; ρώτησε σχεδόν με θυμωμένη φωνή!

-Όλη την ημέρα, τεμπέλιαζες. Το μεσημέρι οι δείκτες σου ούτε που κουνιόντουσαν! Και τώρα τρέχεις, μα, τι σε έπιασε και βιάζεσαι, γιατί τώρα τρέχεις σαν παλαβό;

Το ρολόι, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Χαμογέλασε και είπε:

-Όλοι, μα όλοι το ίδιο λάθος κάνετε!

-Τι θέλεις να πεις; ρώτησε ο Ουρίτσας!

-Με τον τρόπο που ζείτε, εσείς ρυθμίζετε πόσο αργά ή γρήγορα θα περνά ο χρόνος σας!

-Χάϊτε, χάϊτε. Μα τι μου λες! Εσύ με τους δείκτες σου τρέχεις, ή πηγαίνεις αργά, βιάζοντας, ή καθυστερώντας το χρόνο που μετράς, και λες πως εμείς το κάνουμε αυτό;

-Εγώ καλέ μου φίλε, σταθερά μετρώ το χρόνο, και πάντοτε με ίδια ταχύτητα! Ο Ουρίτσας κοίταξε δύσπιστος.

-Σίγα μην τρέχεις για όλους το ίδιο, σχολίασε με λύπη και παράπονο!

-Α! Όλα κι όλα φίλε μου! Σε παρακαλώ, μην αμφισβητείς τα λόγια μου. Μπορώ, αν και βλέπω πως είσαι σε άσχημη θέση, να σου εξηγήσω, που κάνετε λάθος όλοι σας με το χρόνο.

Το πόδι στο έλασμα είχε μουδιάσει. Ο πόνος είχε γλυκάνει, μα ήταν σίγουρος ο Ουρίτσας, πως ο χρόνος δε φερότανε με ίδιο τρόπο σε όλους.

-Σιγά-σιγά θα μου πεις πως, ίδια μετράς το χρόνο για όλους! Τότε γιατί σε όσους χαίρονται, περνά ξέγνοιαστα κι ευχάριστα η ώρα τους, και για τους άλλους καθυστερεί;

-Ο Χρόνος φίλε μου, είναι μια μεγάλη σκάλα, από τη Γη ως τον Ουρανό. Όσοι αγαπούν τα υλικά αγαθά, όσοι νοιάζονται μόνον για τον εαυτό τους, βρίσκονται εκεί, στα χαμηλά σκαλιά, όπου ο χρόνος κυλά αργά κι επώδυνα.

-Αν μείνουν πολύ καιρό στα χαμηλά σκαλιά, ο πόνος τους μεγαλώνει, και τότε γίνετε δάσκαλος, τους διδάσκει να μην επιθυμούν μόνον τα υλικά πράγματα, να τα προσπερνούν, να γίνουν λίγο πιο ανάλαφροι, και τότε ν’ ανέβουν σε ψηλότερα σκαλιά, όπου ο χρόνος κυλά ακόμη πιο ευχάριστα!

Ο Ουρίτσας, αν και πονούσε, άρχισε να καταλαβαίνει, με όσα τόσο όμορφα του εξηγούσε το παλιό και ευγενικό ρολόι!

-Δηλαδή, ρώτησε, όσο αγαπάμε πολύ τα υλικά πράγματα, γινόμαστε ανυπόμονοι, και ζούμε στα χαμηλά σκαλιά του χρόνου, εκεί που όλα κυλούν αργά και βασανιστικά;

-Ακριβώς φίλε μου. Ο Χρόνος δεν αλλάζει για κανέναν. Είναι θεμέλιο και ρυθμιστής. Στις σκάλες του, ανεβαίνει ή κατεβαίνει ο κάθε ένας, ανάλογα με τον τρόπο που σκέπτεται και τι αγαπά! Υπάρχει τίποτε δικαιότερο απ’ αυτό; είπε το ρολόι!

Ξαφνικά, ακούστηκαν φωνές από την αυλόπορτα.

-Ω! έρχεται ο κόσμος, είπε το σπουργίτι, που τόση ώρα άκουγε σιωπηλό.

Ο Ουρίτσας, τρόμαξε! Στράφηκε να δει προς την αυλόπορτα, μα ο πόνος ήρθε δυνατότερος, κι από κείνη τι στιγμή και μετά, δεν θυμόταν τίποτε!

Όταν άνοιξε και πάλι τα μάτια του, είδε τη μαμά του, και κατάλαβε πως ήταν στη φωλιά τους!

-Τι έγινε μαμά, ρώτησε να μάθει για όλα όσα δεν θυμόταν.

-Τυχερός εσύ, μαζί κι εμείς, είπε αυστηρά η μαμά του. Ευτυχώς ήρθε ο θείος, και μαζί σε ελευθερώσαμε! Έφερε και το δώρο που τόσο ήθελες. Πάω να σου το φέρω.

Ο παππούς, εκεί σταμάτησε την ιστορία του.

Τα εγγονάκια, κοίταξαν με απορία, περίμεναν με αγωνία ν’ ακούσουν τι ήταν επί τέλους το μεγάλο και όμορφο δώρο που περίμενε ο Ουρίτσας.

Όμως η ιστορία, είχε περίεργη συνέχεια.

Ο Ουρίτσας, αν και είχε χάσει τις αισθήσεις του, θυμότανε πολύ καλά τα γεμάτα σοφία λόγια που είπε το ρολόι. Κατάλαβε το πόσο σπουδαίο και πολύτιμο ήταν το δώρο της δικής του ζωής, ένα δώρο μοναδικό, που το είχε κιόλας δικό του, και που κόντεψε να το χάσει για κάτι προσωρινό, στη φρικτή φάκα που είχε πιαστεί!

-Δεν θέλω τώρα δώρο, είπε με σιγανή φωνή. Θα το δω όταν γίνω και πάλι καλά. Τώρα θέλω μόνον εσάς!

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο η μαμά της Ζωής.

-Ωραία περνάτε με τις ιστορίες του παππού. Τι καλά!

Κοίταξε τη Ζωή, που όλη τη μέρα ανυπόμονα μετρούσε τις μέρες έως τα γενέθλιά της, και σίγουρη για την απάντηση, της είπε:

-Ένα πουλάκι, μου είπε για το δώρο που θα φέρουν στα γενέθλιά σου, θέλεις να σου πω τι είναι ;

Η Ζωή, με χαμόγελο πετάχτηκε όρθια, έτοιμη να φώναξε, Ναιιιιι !!!

Μα τότε θυμήθηκε τον Ουρίτσα, την αγωνία και το πάθημά του, θυμήθηκε μαζί και τη δική της αγωνία, που δεν μπορούσε να χαρεί τις ημέρες των διακοπών.

Αφού κοίταξε όλους στο δωμάτιο, με απόφαση γύρισε προς τη μαμά της και είπε:

-Μαμαά, δεν θέλω να μου πεις τι δώρο θα μου φέρουν. Θα το μάθω όταν έρθουν τα γενέθλιά μου. Σήμερα γιορτάζει η Μαρία, και, …μαμά, συνέχισε καθώς χώθηκε στο φόρεμά της, δεν θέλω να είμαι στα χαμηλά σκαλιά του χρόνου, εκεί που ο χρόνος κυλά τόσο αργά!!!

Η μαμά, έμεινε με το στόμα ανοικτό.

Κοίταξε τον παππού που χαμογελούσε, κατάλαβε πως η ιστορία του ήταν διδακτική για τα παιδιά, ανασήκωσε ελαφρά το χέρι λέγοντας, όπως αγαπάς, και γεμάτη με ευχάριστες απορίες, την αγκάλιασε με μια ζεστή-ζεστή αγκαλίτσα!!!

Σχετικά άρθρα

Αντώνης Παπαθεοδούλου: Γράφω αποκλειστικά για παιδιά

Βασίλειος Μακέδος

«Τα Ορυκτά και ο Άνθρωπος» και «Τα Ορυκτά και η Τέχνη» | Έκθεση από το Αριστοτέλειο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Θεσσαλονίκης

Το κουτί του Σιλάν | Βιβλιοπρόταση

Δήμητρα Πυργελή

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X