Sparmatseto
Projects Παιδί

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Η προσευχή

Εμπρός στη θρακιά του τζακιού, ο παππούς με τις τρεις εγγονές του, μιλούσαν τρώγοντας την υπέροχη πίτα που τους έκανε η γιαγιά!

Ο παππούς, έσπρωξε ένα χοντρό ξύλο προς τη φωτιά, και νέες φλόγες ξεπήδησαν φωτίζοντας όλων τα μάγουλα με το ζεστό τους φως.
Οι σπίθες, σαν τις πυγολαμπίδες χόρευαν κεφάτα πάνω απ’ τα ξύλα, πριν με ορμή χαθούν στη καμινάδα!

Η Ζωή, έφερε το μικρό της χεράκι μπροστά στο πρόσωπό, να προφυλαχτεί από τη ζέστη, κι η Ελενίτσα κρατώντας τη μασιά, θέλησε να βοηθήσει τον παππού στο ανακάτεμα της φωτιάς!
Η φλόγα σε λίγο ηρέμησε, οι σπίθες λιγόστεψαν, και η Μαρία κοίταξε τον παππού.
-Πάππου, θέλω να ρωτήσω για την προσευχή! Μας λέτε για την προσευχή, αλλά, δίστασε, πότε, και γιατί πρέπει να προσευχόμαστε;

Ο παππούς κοίταξε τα τρία του αγγελούδια και ρώτησε:
-Εσείς τι νομίζετε; Γιατί πρέπει να κάνουμε προσευχή; Ποια-α θα μου πει;
-Για να μας φυλάει ο καλός Θεός, πρόθυμα απάντησαν η Ζωή και η Ελένη!
-Για να μας προσέχει τη μέρα και τη νύκτα!
-Γιατί τον αγαπάμε και μας αγαπάει!

Ο παππούς, ανασήκωσε προστατευτικά το χέρι, εμπρός τις δυνατές τους φωνούλες, και ρώτησε την Μαρία.
-Εσύ, τι νομίζεις; Πότε και γιατί πρέπει να προσευχόμαστε;
-Ξέρεις γιατί ρώτησα παππού, λέτε πως ο Θεός γνωρίζει τι θέλουμε πριν το ζητήσουμε. Μα, όποτε ζητάμε κάτι, ούτε τον βλέπουμε, και τη βοήθεια την παίρνουμε, από τον μπαμπά, τη μαμά, …εσάς!”
“Και η κυρία Μερόπη, η γειτόνισά, αν και συνεχώς λέει δόξα τον Θεός, που έκανε καλά τον άντρα της, όλοι γνωρίζουν πως ο γιατρός κι οι νοσοκόμες τον έκαναν καλά! Αφού το ξέρουν όλοι παππού, γιατί λένε πως ο Θεός τους έκανε καλά;”

Ο παππούς σκέφτηκε λίγο πριν μιλήσει!
-Ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο, είμαστε το δημιούργημα Του! Όμως, κάτι ζητά κι από εμάς να έχουμε μεταξύ μας; Τι μας ζητά; ρώτησε κοιτώντας την Μαρία.
-Αγάπη ζητά, είπε η Μαρία! Ο Θεός θέλει να έχουμε Αγάπη μεταξύ μας: Αλλά παππού, αυτό τι σχέση έχει με την προσευχή;

Τα μικρά ζωήρεψαν, λέγοντας, πως αυτό το ξέραμε κι εμείς παππού!
-Μπράβο, είπε ο παππούς και συνέχισε:
-Πως δείχνουμε αγάπη στους ανθρώπους; Η αγάπη, δεν είναι σκέψη ή λόγια, είναι κυρίως πράξη. Όσο βοηθάμε όσους έχουν ανάγκη, όσο τους νοιαζόμαστε, τόσο μαθαίνουμε και να τους αγαπάμε!”
“Υπάρχει, υπέροχη ομορφιά στην προσευχή, και για να καταλάβετε, θα σας πω μια ιστορία για έναν ασκητή, που ζούσε μόνος του σε μία σπηλιά.”
“Έμαθε να ζει στην ερημιά χωρίς να έχει την ανάγκη άλλου ανθρώπου.”
“Κάποτε, όταν κάτι χρειάστηκε που δεν το γνώριζε, η σκέψη του ήταν να ρωτήσει πρώτα τον Θεό!
Ανάμεσα στις άλλες προσευχές, τώρα ζητούσε και την απάντηση στο ερώτημά του!” “Οι μέρες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα! Με προσευχές και θυμιάματα, νύχτα και μέρα στα
γόνατα, αναζητούσε μια απόκριση από τον Θεό!”
“Μα όσο κι αν το ‘θελε, καμμία απάντηση δεν έλαβε, σε ότι τόσο επίμονα ρωτούσε!” “Πέρασαν μέρες, βδομάδες, κι αφού είδε κι απόειδε, πως ο Θεός δεν του απαντούσε,
σκέφτηκε να πάει στην άλλη πλευρά του λόφου, σε έναν άλλο μοναχό, μήπως και ήξερε να του αποκριθεί.”
“Λίγο πικραμένος που ο Θεός δεν του αποκρίθηκε, έβαλε το πανωφόρι, το σκούφο, άνοιξε τη μικρή ξυλόπορτα, κι εκεί στο άνοιγμα της πόρτας, τι λέτε να είδε;”

Τα βλέμματα ζωντάνεψαν στο ερώτημα του παππού και τα μικρότερα ρώτησαν:
-Τι είδε παππού;
-Στην είσοδο της σπηλιά, αντίκρισε έναν φωτεινό, και όμορφο άγγελο, με μεγάλα φτερά! Ο παππούς σιώπησε, τόσο, όσο να δουν με τη φαντασία τους τον όμορφο Άγγελο!
-Τα γέρικα μάτια του ασκητή, πρώτη φορά αντίκρισαν τόση ομορφιά, και σκέφτηκε να βάλει μετάνοια, να γονατίσει εμπρός στον Άγγελο, μα ο Άγγελος τον κράτησε λέγοντας:
-Μη γονατίσει εμπρός μου, γιατί, όπως εσύ, έτσι κι εγώ, δούλος είμαι κι εγώ του Κυρίου μας!

Μόλις πέρασε το ξάφνιασμα, ο μοναχός ρώτησε:
-Γιατί ήρθες στην σπηλιά μου;
-Ο Κύριος με έστειλε, να απαντήσω στο ερώτημά σου!
-Μα, …ψιθύρισε ο μοναχός, τόσες μέρες προσεύχομαι και, …δεν μου αποκρίθηκε κανείς!
Γιατί τώρα; ψιθύρισε γεμάτος απορία!

Το φωτεινό πρόσωπο του Αγγέλου γέμισε με θλίψη, χαμήλωσε τα μάτια του στη Γη, με σιω- πηλό κι ευγενικό τρόπο, θέλησε να δείξει, πως, όταν ζητάμε κάτι από τον Θεό, το κάνουμε με ταπείνωση, με υπομονή, και ποτέ δεν το απαιτούμε!
Μετά, κοιτώντας τον στα μάτια του είπε:
-Ήρθα τώρα, γιατί έβαλες τον καλό λογισμό, να ζητήσεις βοήθεια από άλλον άνθρωπο! Αυτό έπρεπε πρώτα να κάνεις, κι αν δεν έβρισκες την απάντηση στους ανθρώπους, τότε να τη ζητούσες από τον Κύριο!

Ο παππούς, σταμάτησε τη διήγηση, κοιτώντας τα εγγονάκια του στα μάτια! Πρώτη, αναζητώντας δικαίωση, μίλησε η μικρή Ελένη!
-Παππού, όταν κάτι δεν ξέρω, πρώτα ρωτάω τη δασκάλα μας, κι αυτή πάντοτε μας το λέει!
-Κι εγώ, είπε η Ζωή, όταν κάτι θέλω, ρωτάω τον δάσκαλό, μικρή σιωπή…τη μαμά, και τον μπαμπά!

Ο παππούς κοίταξε τη μεγαλύτερη εγγονή.
-Εσύ κουκλίτσα μου, τι νομίζεις πως θέλησε ο Άγγελος να διδάξει τον μοναχό;

Η Μαρία σκέφτηκε την ιστορία που άκουσε, γνώριζε τον τρόπο που σκεφτόταν ο παππούς, και τι ήθελε να τις διδάξει!
-Νομίζω, είπε διστακτικά, πως, οι άνθρωποι, ακόμη κι όταν ζούνε μόνοι, όπως οι ασκητές, πρέπει να ζητούν πρώτα τη βοήθεια άλλων ανθρώπων…!
– Αλλά παππού, γιατί να είναι κακό να θέλεις κάτι από τον Θεό, χωρίς να το έχεις ζητήσει πρώτα από τους ανθρώπους;

Ο παππούς, ένοιωθε ευτυχής, που μιλούσε με τα εγγονάκια του για τόσο όμορφα πράγμα – τα!
-Ας δούμε μαζί το γιατί, είπε χαμογελώντας, και ρώτησε τα μικρότερα του εγγονάκια:
-Αν μία φίλη σας, έχει ένα ωραίο παιχνίδι, και θέλετε να το παίξετε, τι πρέπει να κάνετε;
-Να το ζητήσουμε, είπε με άνεση η Ζωή, και συμφώνησε μαζί της η μικρή Ελένη!
-Εσείς, μοιράζεστε τα παιχνίδια σας με τα άλλα κορίτσια;
-Ναι, βιάστηκαν να πουν, αλλά η φωνή κόπηκε, καθώς γνώριζε ο παππούς πως, κάποια τους παιχνίδια, δεν ήθελαν να τα παίξουν οι φίλες τους!
-Οι γονείς, σας δίνουν ό,τι τώρα χρειάζεστε! Όμως οι γονείς, όσα δεν μπορούν να έχουν, τα ζητούν από άλλους ανθρώπους, κι όταν τους τα δώσουνε, τότε πρέπει να λένε εκείνο το απλό, το τόσο ευγενικό, “Ευχαριστώ”!”
“Όταν ζητάμε βοήθεια και μας βοηθούν, πρέπει να εκτιμάμε όσα κάνουν οι άλλοι για εμάς, όπως κι αυτοί, θα πρέπει να εκτιμούν, όσα εμείς κάνουμε γι αυτούς!”

Τα μικρά κοιτούσαν με απορία, προσπαθώντας να καταλάβουνε τι έλεγε ο παππούς.
-Για να μάθετε γράμματα, να μορφωθείτε, ο Θεός μας έδωσε δασκάλους, για να έχουμε τα ρούχα που μας κρατούν ζεστούς, μας έδωσε ράφτες, για να έχουμε σπίτια, έδωσε κτιστάδες, για να πάμε ταξίδια, μας έδωσε οδηγούς, για να δροσιζόμαστε, …χαμογέλασε:
-Τιιι μας δίνει;
-Το παγωτό, φώναξε η Ζωή!
-Χυμούς, είπε η Ελένη!
-Σωστά, είπε ο παππούς, μα αν σκεφτούμε έτσι, δεν νιώθουμε την ανάγκη να πούμε Ευχα- ριστώ. Αν όμως σκεφτούμε τον Παγωτατζή, που κόπιασε να κάνει το παγωτό, ή τους Γεωρ- γούς, που φροντίζουν να έχουμε γάλα και φρούτα, ίσως νοιώσουμε την ανάγκη να πούμε ευ- χαριστώ, για όλα όσα κάνουν, και για μας!”
“Κι αυτοί θα νιώσουν όμορφα, που κι εμείς τους δώσουμε κάτι, όπως τα χρήματα!”
“Όταν λέμε ευχαριστώ σε όσους μας βοηθούν, αποκτούμε ψυχή ευγενική, όπως έχετε εσείς τα μικρά παιδιά, και όταν το λέμε στους ανθρώπους, θα το πούμε και στο Θεό, που έδωσε τόσους ανθρώπους, να βοηθούν για να έχουμε ό,τι και όσα μας χρειάζονται!”
“Αν τα παίρναμε όλα από τον Θεό, που δεν τον βλέπουμε, δεν θα νοιώθαμε καμία ευγνω- μοσύνη προς τους άλλους ανθρώπους, και ούτε θα λέγαμε ποτέ, την τόσο ευγενική λέξη, το: “Ευχαριστώ”!”
“Αν στην προσευχή ζητάμε ο Θεός να φωτίζει τους άλλους, τότε βοηθάμε καλύτερα και τον εαυτό μας!”

Τα παιδιά κοίταξαν με απορία τον παππού!
-Σας φαίνεται περίεργο, που όσο προσευχόμαστε για τους άλλους, βοηθάμε περισσότερο εμάς;
-Ναι! είπαν με μία φωνή!
-Χμ! Για να δούμε! Όταν ζητάμε κάτι για εμάς, ο Θεός ακούει με το ένα Του αυτί. Όταν ζη- τάμε κάτι για τους άλλους, ακούει τότε και με τα δύο Του αυτιά! Αν στην προσευχή, ζητάτε να έχει πάντοτε φωτισμένους τους δασκάλους, δεν θα σας μάθουν καλύτερα τα γράμματα που πρέπει;

Έγνεψαν, Ναι, με το κεφαλάκι τους.
-Ζητάμε να έχει κι εμάς φωτισμένους, γιατί όσο καλός κι αν είναι ο δάσκαλος ή ή δασκάλα, εάν δεν μας φωτίζει ο Θεός, δεν θα μάθουμε όλα όσα προσπαθούν να μας διδάξουν!

Ο παππούς, συμπλήρωσε κοιτώντας την Μαρία:
-Νομίζω πως δώσαμε μια απάντηση σε ότι ρώτησες, “Πότε και γιατί κάνουμε προσευχή”…!

Εκείνη την ώρα, φάνηκε στην πόρτα η γιαγιά, με έναν δίσκο γεμάτο πολύχρωμους χυμούς, και καθώς η πίτα τους είχε φέρει δίψα, έτρεξαν να πάρουν από ένα ποτήρι δροσιάς.

Το έφεραν στα χείλη για να ποιούν, όταν ο παππούς σιγανά ξερόβηξε:
-Κχ, Μήπως ξεχάσαμε κάτι;

Στα φωτεινά τους πρόσωπα τα βλέμματα τους αντάλλαξαν ματιές με νόημα!
Τα ποτήρια χαμήλωσαν, και με χαμόγελο πλατύ, στράφηκαν προς τη γιαγιά, που άκουσε έκπληκτη να της φωνάζουν δυνατά!
-Ευχαριστούμε γιαγιά για τους ωραίους χυμούς που μας έκανες!
Η Μαρία κατάλαβε, πως η προσευχή δεν είναι μόνον για να ζητάμε κάτι από τον Θεό, που μας δίνει όλα όσα έχουμε πραγματική ανάγκη, χωρίς καν να τα έχουμε ζητήσει ποτέ!
Κατάλαβε, πως η προσευχή, ήταν ένας τρόπος να πούμε, την κάθε στιγμή μας κάτι όμορφο κι εμείς σε Αυτόν, που φρόντισε για όλα. Να πούμε την ποιο όμορφη, την ποιο ευγενική λέξη που μπορούν να προφέρουν τα ανθρώπινα χείλη προς τους άλλους ανθρώπου, και κυρίως προς τον Θεό:
Ευχαριστώ!!!

Σχετικά άρθρα

8 τρόποι για να κάνετε τα παιδιά σας εξυπνότερα | έρευνα

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Πρόγραμμα επισκέψεων για τους Μακεδονικούς τάφους σε Δερβένι και Άγιο Αθανάσιο

Ψυχής άκος

Δήμητρα Πυργελή

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X