Sparmatseto
Θέατρο Τέχνες

Ο Αριστοφάνης (ως) ο Διόνυσος, οι Βάτραχοι και το δυσοίωνο μέλλον της τραγικής ποίησης

Ελάχιστες και σκόρπιες πληροφορίες υπάρχουν για τον σκηνικό χώρο, τη σκηνογραφία, τη σκηνοθεσία, τα ενδύματα και τα προσωπεία (δηλ. τη σκευή), την όρχηση (τη χορογραφία) και τη μουσική του αρχαίου δράματος, συμπεριλαμβανομένης και της αριστοφανικής κωμωδίας. Η όψις (όλα τα οπτικά στοιχεία ενός δραματικού, δηλαδή – πρωτίστως – θεατρικού έργου, Αριστοτέλη Ποιητική 1449b31-33, 1453b1-41 και 1450b17-18) και το μέλος (η μελοποιία, Αριστοτέλη Ποιητική 1449b33-36), δύο κατεξοχήν γνωρίσματα του δράματος ως επιτέλεσης, που χαρακτηρίζουν και διακρίνουν τη σκηνική «ποιότητα» ενός έργου, δεν ήταν δυνατόν να διασωθούν, στερώντας από τους μελετητές, τους μεταγενέστερους σκηνοθέτες και τους θεατές τα αμιγή θεατρικά στοιχεία μιας παράστασης (όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Αριστοτέλης, Ποιητική 1455b17-18 και 1462a16, καθώς μάλιστα καλεί κάθε δραματικό ποιητή να φαντάζεται με τα μάτια του το πώς θα παρασταθεί το έργο του, Ποιητική 1455, 22-32) διασώθηκε όμως ο λόγος, το θεατρικό «σενάριο», το κείμενο και μέσα σε αυτόν ενυπάρχουν και το μέτρο και ο ρυθμός, θροΐσματα της μουσικότητας που χάθηκε, ενώ ενδοκειμενικά αντλούνται και άμεσες ή έμμεσες σκηνοθετικές μαρτυρίες που λειτουργούν ως «οδηγοί» για το λησμονημένο οπτικό στοιχείο της παράστασης  (βλ. π.χ. τις ενδοκειμενικές πληροφορίες για την ενδυμασία του Διονύσου στους Βατράχους στ. 45-47, 108)

Ο ίδιος ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης (περίπου 445-385 π.Χ.) ήταν ποιητής, καθώς τα δραματικά έργα ήταν στην ουσία εκτενή ποιήματα συντεθειμένα σε ποικίλα μέτρα και ρυθμούς, που ήταν παράλληλα και μουσικοσυνθέτης, σκηνοθέτης και χοροδιδάσκαλος (αν δεν συνεργαζόταν με κάποιον χοροδιδάσκαλο, όπως στους Βατράχους με τον Φιλωνίδη). Προβάλλει στους βίους του (τις πολύ μεταγενέστερες της εποχής του σωζόμενες βιογραφίες, π.χ. στο λεξικό της Σούδας) ως ένα ερωτηματικό ως προς τις λεπτομέρειες της ζωής του και η απώλεια του δεύτερου βιβλίου της Ποιητικής, στο οποίο ο Αριστοτέλης υπόσχονταν ότι θα μιλήσει αναλυτικά για την κωμωδία, επίσης δεν διασώθηκε, ίσως εκεί ο Σταγειρίτης φιλόσοφος να εξηγούσε περισσότερα για τους προδρόμους του Αριστοφάνη, για τον Σουσαρίωνα ή τον Επίχαρμο, για τα προστάδια της αθηναϊκής κωμωδίας, για τα φαλλικά άσματα, για το μεγαρικό σκώμμα (το κλεμμένο από τους Αθηναίους κωμικούς κατά τον ίδιο τον Αριστοφάνη Σφήκες, στ.57) ή ακόμη να έκρινε έργα του ίδιου του Αριστοφάνη και των σύσκηνων του, του Κρατίνα, του Κράτητα, του Εύπολι, του κωμικού Φρύνιχου και του κωμικού Πλάτωνα. 11 ακέραιες αρχαίες κωμωδίες (από τις 44 ή 46 που συνέθεσε) και όλες μόνο του Αριστοφάνη έφτασαν ως τις μέρες μας, απειροελάχιστα έργα από μια πλούσια και μακρά αττική κωμική θεατρική παραγωγή, όταν τουλάχιστον 3 (κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, παλαιότερα όμως 5) κωμικά έργα διαγωνίζονταν κάθε χρόνο στα Μεγάλα Διονύσια και 5 στα Λήναια, τη χειμερινή, αφιερωμένη κατεξοχήν στην Κωμωδία, διονυσιακή εορτή.

 

Ο Αριστοφάνης, Αθηναίος στην ψυχή, μάλλον και στην καταγωγή, παρά τις καταγγελίες του δημαγωγού Κλέωνα περί του αντιθέτου, αγαπούσε το θέαμα είναι το αντίστοιχο, στην αρχαία κωμωδία του «θεατράνθρωπου» τραγικού ποιητή Αισχύλου.

 

Ανάμεσα στα σωζόμενα έργα οι Βάτραχοι που διδάχθηκαν, δηλ. η παραγωγή τους, έλαβε χώρα το 405 π.Χ. στη γιορτή των Λήναιων, κέρδισε το πρώτο βραβείο (την ίδια χρονιά, ο γιός – ή ανιψιός – του νεκρού Ευριπίδη, ο Ευριπίδης ο νεότερος κέρδισε στα Μεγάλα Διονύσια με την κατάλοιπη τριλογία του πατέρα του: Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Αλκμέων εν Κορίνθω και Βακχαι). Ο τίτλος του έργου παραπέμπει στον (ενδεχομένως και αθέατο) χορό των βατράχων που άδει, σε έναν σύντομο «αγώνα» και αντιφωνικά με τον θεό Διόνυσο, το μνημειώδες άσμα (στ. 209-267) που μιμείται ηχητικά και μουσικά το κόασμα των βατράχων (βρεκεκεξ κοαξ κοαξ, εν ειδει εφυμνίου) θυμίζοντας την αντίστοιχη μελωδική μίμηση του κελαηδήματος των πουλιών στους Όρνιθες (στ. 227, 260-262, 267, πβ και στ. 310, 314). Άγνωστο γιατί ο δραματουργός επέλεξε αυτόν τον τίτλο, όταν πρωταγωνιστής, κυρίως στο α’ μέρος (στ. 1 – 737) του έργου, είναι ο Διόνυσος που ταξιδεύει στον Κάτω Κόσμο, και σίγουρα είναι περίεργο ότι αυτή η κωμωδία, έστω και παροδικά, φαίνεται να εστιάζει στα πολλά βατράχια της Αθήνας που ακούγονταν κάπου, μάλιστα κοντά, στο θέατρο του Διονύσου, εκεί ίσως που λατρεύονταν ο Λιμναίος Διόνυσος, εκεί που ίσως υπήρχαν παλαιά λιμνάζοντα ύδατα (Στράβων Γεωγραφικά 8.5.1,16) με βατράχια και εκεί που ίσως βρίσκονταν και το Λήναιον, ο αρχικός χώρος των θεατρικών παραστάσεων (Ησύχιος, ε.λ. επί Λήναιω αγών και βλ. και Spineto N. Dionysos o teatro, II contest festive del drama Greco, Roma 2005, σελ. 134-142 για την πιθανότητα ο χορός των βατράχων να θέτει το μέτρο της καλής με την κακή μουσική και άλλες ερμηνείες βλ. N. Demand, “The Identity of the Frogs,” Classical Philology 65/2:1970, σελ. 83-87).

Ο Αριστοφάνης, Αθηναίος στην ψυχή, μάλλον και στην καταγωγή, παρά τις καταγγελίες του δημαγωγού Κλέωνα περί του αντιθέτου, αγαπούσε το θέαμα είναι το αντίστοιχο, στην αρχαία κωμωδία του «θεατράνθρωπου» τραγικού ποιητή Αισχύλου. Βέβαια δεν ξέρουμε αν ο Αριστοφάνης εισήγαγε κάποιες και ποιες αλλαγές στο κωμικό είδος, καθώς παρέλαβε τα μέρη της δομής της κωμωδίας ήδη ανεπτυγμένα και επεξεργασμένα (Πρόλογος, πορεία προς τον Αγώνα, Αγών, Παράβαση, ιαμβικές σκηνές), σίγουρα όμως ακολούθησε την πορεία της ακμής και εν συνεχεία της «μετάλλαξης» της Αρχαίας Κωμωδίας προσημαίνοντας το νέο είδος, τη Μέση Κωμωδία, και θέτοντας τις βάσεις για την αναγέννηση ή εξέλιξη του είδους με τη μορφή της Νέας Κωμωδίας, της αστικής κωμωδίας ηθών και καταστάσεων, ως πρόδρομος του Μενάνδρου. Επίσης, όπως ο Αισχύλος, ο Αριστοφάνης φημίζονταν για τις μουσικές συνθέσεις του, ίσως λοιπόν, επειδή ο ίδιος θεωρούσε το άσμα του βατράχου του ως ιδιαιτέρως έντεχνο και ως μια ευφυή σύνθεση του, αποφάσισε να ονομάσει έτσι όλο το έργο. Παράλληλα όμως δεν μπορεί να παραβλεφθεί μια άλλη συνιστώσα: οι βάτραχοι που τραγουδούν ολημερίς και συνοδεύουν τον Διόνυσο στο ταξίδι του με βάρκα στον Κάτω Κόσμο (και το άγαλμα του Διονύσου Ελευθερέα στην έναρξη των Μεγάλων Διονύσιων μεταφέρονταν πάνω σε τροχοφόρο πλοίο-άρμα), φαίνεται να έχουν το ίδιο έργο ανάλογο με τους ποιητές στη γιορτή των Χύτρων (Βάτραχοι στ. 215-219) και επομένως οι βάτραχοι ενδέχεται να συνδέουν αλληγορικά το πρώτο μέρος του έργου, της καθόδου στον Άδη, με το δεύτερο (στ.738 – 1533), τον αγώνα Αισχύλου – Ευριπίδη, καθώς και εκείνοι ως τραγικοί ποιητές είναι –δυνάμε-  σαν τα «βατράχια», θεράποντες του Διονύσου (στη γιορτή των Μεγάλων ή εν άστει Διονυσίων).

Ας σημειωθεί ότι ο Αριστοφάνης μάλλον θα είχε παρακολουθήσει επαναλήψεις έργων του Αισχύλου, αλλά δεν τον γνώρισε, καθώς ο τραγικός ποιητής είχε πεθάνει 50 χρόνια πριν, ενώ ο σύγχρονός του Ευριπίδης λειτουργούσε στα έργα το ως ο μόνιμος «αγαπημένος»  στόχος του, γιατί, για αυτόν, ο νεότερος των τριών τραγικών ποιητών δεν ανανέωσε αλλά κατέστρεψε την Τραγωδία, αν και ο κωμικός ποιητής αρχικά παρουσιάζει στους Βατράχους τον Διόνυσο να έχει προαποφασίσει (όχι όμως να έχει ορκιστεί) την επαναφορά στη ζωή στον Ευριπίδη, εν είδη ενδεχομένως μιας εξαρχής εξωθεατρικής και μεταθεατρικής ίσως «ειρωνείας» προς το κοινό που ήδη θα γνώριζε από άλλα έργα τη σταθερή αντιπάθεια του Αριστοφάνη προς τον Ευριπίδη. Τελικά η «ψυχή» του θεού Διονύσου (στ. 1468-71) επιλέγει τον Αισχύλο, τον αρχαϊκό «δημιουργό της τραγωδίας». Και ενώ κατά τη «διαμάχη» της Παλαιάς με τη Νέα Παιδεία (Δίκαιος και Άδικος Λόγος) στις Νεφέλες (στ. 950-1113) φαίνεται προς στιγμήν να υπερτερεί ο Καινός Λόγος, που τελικά όμως διαφθείρει το ήθος του νεαρού Φειδιππίδη,  στους Βατράχους ο Αισχύλος εμβληματικός, σαν μέρος ή προσωποποίηση του αξεπέραστου μεγαλείου του Αθηναϊκού παρελθόντος, της γενιάς των μαραθωνομάχων, πρέπει τελικά να επιστρέψει στην πόλη, γιατί η Αθήνα τον έχει ανάγκη, όπως αντίστοιχα ανακαλείται στους αισχύλειους Πέρσες, από τον Κάτω Κόσμο, ο νεκρός, μακάριος Δαρείος (στ. 623-680) ως σύμβολο της παλαιάς περσικής ευμάρειας που καταστράφηκε από τον άνου γιο του Ξέρξη και επανέρχεται ως φάντασμα από τον κάτω κόσμο για να διαφωτίσει και συμβουλέψει τους Πέρσες και τη βασίλισσα Ατόσσα σχετικά με τα μελλούμενα και παράλληλα να δώσει τη βαθύτερη ερμηνεία των αιτιών της πτώσης του κράτους.

Αυτό το δεύτερο μέρος του έργου συνιστά και την πρώτη καταγεγραμμένη «λογοτεχνική κριτική» (συνολικής έκτασης περίπου 720 στίχων) των χαρακτηριστικών της δομής, μεταξύ άλλων, των γλωσσικών, μουσικών και σκηνικών γνωρισμάτων, των θετικών και αρνητικών της ποίησης δύο πολύ διαφορετικών τραγικών ποιητών, του αρχαϊκού, μεγαλοπρεπούς Αισχύλου και του νεωτερικού «ευρετή» -τρόπον τινά- του ψυχολογικού δράματος, Ευριπίδη, με τον δεύτερο όμως έχει απολέσει το τυπικό του μετρικό, το ληκύθιον του (στ. 1233, 1238, 1241, 1245). Σε αυτό το δεύτερο μέρος εμφανώς το θέαμα έχει δώσει θέση στον λόγο και στον αντίλογο, σε μια ρητορικής υφής ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων με έναν θεό κριτή (τον ρόλο ερμηνεύει ο τριταγωνιστής), που αγωνιά για το μέλλον της τραγωδίας στην αθηναϊκή σκηνή, σε μια ιδιότυπη «ψυχοστασία», κατά την οποία δεν ζυγίζονται οι ψυχές, αλλά η τέχνη και η τεχνική, η «βαρύτητα» των στοίχων των δύο αντιπάλων (η πλάστιγγα ως σκηνικό αντικείμενο, στ. 1378).

Στο πρώτο μέρος του έργου κυριαρχεί το θέαμα, η κίνηση, η μουσική, η τυπική στον Αριστοφάνη ανατροπή παραδεδομένων μύθων, δηλαδή πραγματοποιείται σκηνικά η κωμική αναπραγμάτευση διαδεδομένου μυθικού υλικού, της καθόδου – άθλου ηρώων στον Άδη (όπως του Ορφεα, του Οδυσσέα, του Θησέα, του Ηρακλή) κοινό σημείο όσων κατέβηκαν στον Κάτω Κόσμο και επέστρεψαν είναι μετά από αυτήν την υπερκοσμική εμπειρία τους η ζωή τους άλλαξε αποφασιστικά, ίσως και για αυτό ο μοναδικός θεός που επισκέπτεται το ζοφερό βασίλειο, ο Διόνυσος του Αριστοφάνη, καταλαβαίνει ότι η πόλη πρέπει να ανακτήσει το παλαιό της κλέος. Σε αυτό το πρώτο μέρος αναδεικνύεται και ένας νέος τύπος που θα καταστεί μεταγενέστερα σε κωμικό «πρωταγωνιστή», του δούλου, στο πρόσωπο του Ξανθία, που συνιστά τον πρόδρομο των πονηρών δούλων της Νέας και της Ρωμαϊκής Κωμωδίας, ενώ για πρώτη φορά παρουσιάζεται και το αφεντικό (ο Διόνυσος) και όχι ο δούλος να ξυλοφορτώνεται (στ. 641 κ.ε.).

 

Στους Βατράχους, το τελευταίο ουσιαστικά έργο του Αριστοφάνη γραμμένο στον τύπο της Αρχαίας Κωμωδίας, ανασκευάζεται κωμικά ο πανανθρώπινος φόβος και το δέος του Κάτου Κόσμου

 

Στους Βατράχους, το τελευταίο ουσιαστικά έργο του Αριστοφάνη γραμμένο στον τύπο της Αρχαίας Κωμωδίας, ανασκευάζεται κωμικά ο πανανθρώπινος φόβος και το δέος του Κάτου Κόσμου ιδωμένου ως ένα ταξίδι με καραβάκι σε άγνωστα νερά που όλα όμως θυμίζουν την καθημερινότητα (οι Μύστες των Ελευσίνιων, ο κυρίως Χορός του έργου, που με το υψηλό περιεχομένου άσμα του ίσως να συνδέεται με τον Ελευσίνιο Αισχύλο, βρίσκονται εκεί, ενώ σαν σε μια κανονική πόλη, στον Άδη υπάρχουν πανδοχεία, αρτοποιία κλπ.). Καθώς οι εξαίρετοι των νεκρών προσπαθούν να κερδίσουν την πρώτη θέση στην «κάτω» αιωνιότητα, η αγωνία για το μέλλον του θεάτρου επικεντρώνεται στην ανάγκη και έλλειψη ικανών τραγικών ποιητών, στο αν το παλαιό ή το νεωτερίστικο είναι προτιμότερο και σωτήριο. Κωμική «ειρωνεία» ότι ο Αριστοφάνης δεν διείδε ότι, όταν επιτράπηκε η επανάληψη τραγωδιών στα Μεγάλα Διονύσια, το 386 π.Χ., το μέτρο αυτό ευνόησε τον Ευριπίδη (με τον οποίο ο Διόνυσος –σε κάθε περίπτωση-  ευφραίνεται, στ. 1413), όμως ο κωμικός ποιητής, όπως ο Διόνυσος του έργου ή ως ο Διόνυσος να συνιστά και «προσωπείο» του ίδιου του κωμικού ποιητή, είχε ήδη προβλέψει την ένδειά που είχε περιπέσει το αντιπαλον της Κωμωδίας δέος, η Τραγωδία, διαγιγνώσκοντας ότι χωρίς την «παρατραγωδία» θα χάνονταν επίκαιρο και πρόσφορο κωμικό υλικό για την ίδια την Κωμωδία.

Και τα βατράχια που μάλλον ακούγονταν κατά το σούρουπο, τη λήξη των ημερήσιων παραστάσεων και των δραματικών αγώνων, στη περιοχή της Ακρόπολης, στο διονυσιακό θέατρο, παραμένουν ο συνδετικός κρίκος του Πάνω με τον Κάτω Κόσμο, της αγωνιούσας κωμωδίας για την τραγωδία που αχνοσβήνει, ακόμη περισσότερο της πόλης που φθίνει με τη χαμένη λάμψη που είχε κρυφτεί σε ένα πέρασμα από τον πραγματικό στον φανταστικό κόσμο της Κωμωδίας, σε έναν κωμικό κόσμο που, όπως έπλασε ο μεταγενέστερος Ρωμαίος «Αριστοφάνης», ο Πλαύτος, κάθε ευχή μπορεί να πραγματοποιηθεί, έστω και για λίγο, σε μια κωμική ουτοπία, αφού ο σοφός Αισχύλος (στ. 1413) δεν επέστρεψε  και η αθηναϊκή πόλη ακολούθησε τον δρόμο της παρακμής και από αυτήν την άποψη οι Βάτραχοι συνιστούν πράγματι μια «τραγωδία με κωμική μορφή», αν παραλλαχθεί η ερμηνεία του C. H. Whitman (Aristophanes and the comic hero, Harvard 1963, sel. 231). Εξάλλου ποιος μπορεί να συλλάβει καλύτερα και να καταδείξει τι είναι καλό για το θέατρο, τι είναι «καλό θέατρο», τι είναι γνήσια τραγικό και πραγματικά κωμικό και το πόσο σημαντικό είναι το θέατρο για τους πολίτες, τότε και τώρα, από έναν θεατρικό ποιητή σαν τον αστείρευτο Αριστοφάνη;

Σχετικά άρθρα

Τέχνες | Ο πραγματικός λόγος που ο Van Gogh…έκοψε το αυτί του.

Μαρία Πενταγιώτισσα με τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη

Βασίλειος Μακέδος

62ο Φεστιβάλ Φιλίππων | Πρόγραμμα εκδηλώσεων

Βασίλειος Μακέδος

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X