Sparmatseto
Projects Βιβλίο Παιδί

Μικρές ιστορίες και ψυχωφελή παραμύθια | Το σύκο και το πουλί

Τις Κυριακές μετά την εκκλησία, ο παππούς με τη μεγάλη του εγγονή, μαζί, δίπλα-δίπλα
στην εξοχή, ζωγράφιζαν τα όμορφα τοπία της πατρίδας μας.
Ο παππούς της μάθαινε τα μυστικά της ζωγραφικής.
Στη Μαρία άρεσε να ρωτά τον παππού, γιατί δεν έδινε συμβουλές όπως όλοι, αλλά της
απαντούσε με μια ιστορία σαν παραμύθι.
Με τη διήγηση καταλάβαινε, και περισσότερα, και καλύτερα!
Ήθελε να ρωτήσει για μια φράση που είχε ακούσει το πρωί στην εκκλησία, και που πολλές
φορές με έμφαση είχε επαναλάβει ο ιεροκήρυκας.
-Μην αφήνετε την τύχη να αποφασίσει για εσάς. Βάλτε στόχο. Επιλέγετε εσείς το που και το
πως θα διαθέσετε τον εαυτό σας.
-Τι εννοούσε ο ιεροκήρυκας παππού, ρώτησε.
Ο παππούς, σκέφτηκε για λίγο, πριν της πει μια νέα ιστορία.
-Κουκλίτσα μου όμορφη, έτσι τη φώναζε, θα σου πω την ιστορία για ένα σύκο, που μεγάλωσε αμέριμνο ανάμεσα στα κλαδιά και τα φύλα της μαμάς συκιάς.”
“Όταν ωρίμασε με ζεστό κόκκινο-μοβ χρώμα, ένα αεράκι που φύσηξε άξαφνα, κούνησε
τόσο δυνατά το κλαδάκι που το φιλοξενούσε και το έριξε χάμω στο έδαφος!”
“Ξαφνιάστηκε, τρόμαξε, αλλά και πόνεσε!”
“Όταν συνήλθε, όταν άνοιξε τα μάτια του, πρώτα είδε τα πράσινα χορταράκια, και …!”
“Ω! Θεέ μου!!!”
“Ολόγυρά του έβλεπε ένα πανέμορφο τοπίο, έναν μεγάλο κάμπο καταπράσινο, με λόφους
στο βάθος, ρυάκια με καθαρά νερά, και μια λίμνη!”
“Όσο ήτανε ψηλά στο δέντρο, τα πυκνά του φύλα δεν άφηναν να δει την ομορφιά του τοπίου!”
“Τώρα, δεν χόρτεναι την ομορφιά που έβλεπε!”
“Τότε πρόσεξε πως στη σκιά του δέντρου είχε κι άλλα ώριμα πεσμένα σύκα.”
“Ξαφνικά, από ένα σύκο ξεπρόβαλε ένα μικρό κεφαλάκι!”
“Ήταν ένα χαρούμενο σκουληκάκι, που μασουλούσε ευχαριστημένο τη γλυκιά τροφή από
τους σπόρους!”
“Το σκουληκάκι κοίταξε προς το μέρος του, χαμογέλασε, και ξαναχώθηκε μέσα στην τρυπούλα του, στο σύκο!”
“Το σύκο μας τρόμαξε, κατάλαβε πως κάποια στιγμή όλο και κάποιο σκουληκάκι θα έκανε
τρυπούλες στα όμορφα πλευρά του!”
“Η μαγεία του τοπίου χάθηκε!”
“Ξαφνικά άκουσε θόρυβο από φτερούγες, κι ένα φτερωτό, πανέμορφο και πολύχρωμο πουλάκι, βρέθηκε λίγο πιο κει.”
“Κελαηδούσε χαρούμενα και με μικρά πηδηματάκια εδώ κι εκεί, έψαχνε κάτι για να φάει!”
“Μόλις είδε το πεσμένο μας σύκο, μ’ ένα πηδηματάκι έφτασε δίπλα του.”
“Πόσο πελώριο φαινότανε από κοντά το πουλί!”
“Ξαφνικά, το πουλί έσκυψε και του έδωσε μια δυνατή τσιμπιά.”
-Ώου! Ώου! Φώναξε το σύκο μας. Τι κάνεις; Γιατί με τσιμπάς, δεν βλέπεις ότι έπεσα και είμαι
μόνο μου, δεν με λυπάσαι καθόλου! Μα καθόλου!”
Το πουλί, απορημένο έκανε ένα πηδηματάκι πίσω.
Γύρισε το κεφαλάκι του λοξά, δεξιά και αριστερά, για να βλέπει από το κάθε του μάτι καλύτερα το σύκο. Πλησίασε, και σκύβοντας είπε:
-Γιατί φωνάζεις; Έτσι γίνεται πάντοτε. Κάθε καρπός που πέφτει, αν δεν το φάμε, θα σαπίσει
και θα χαθεί!
-Τι μας λες καημένε, φώναξε νευριασμένο το σύκο. Έπεσα που έπεσα, λίγη ζωή μου έμεινε
κι αντί να με αφήσεις να τη χαρώ, αντί να βοηθήσεις, εσύ θέλεις να με φας!!!
Το πουλάκι κοντοστάθηκε, από τα γεμάτα απελπισία λόγια του σύκου!
Γνώριζε όμως πως το σωστό ήταν να πάρει μέσα του τους όμορφους σπόρους του σύκου.
Έτσι γινότανε πάντοτε, κι έτσι πρέπει να γίνεται και στο μέλλον!
Κοίταξε το διπλανό σύκο με την τρυπούλα και το σκουληκάκι και μετά είπε:
-Αν σε αφήσω, αν δεν θελήσεις να πάρω μέσα μου τους σπόρους σου, τότε, αργά ή γρήγορα θα ‘ρθει το σκουλήκι που είδες στο διπλανό σύκο!”
“Αυτό θέλεις, ρώτησε;”
-Όχι βέβαια, είπε το σύκο. Βρε τι έχω πάθει, σώνει και καλά πρέπει να με φάτε;
Το πουλάκι έκανε μερικά πηδήματα τριγύρω του. Ήθελε να βοηθήσει, να καταλάβει, πως
δεν ήταν σωστό να μείνει το σύκο εκεί στο έδαφος!
Έσκυψε και πάλι και είπε.
-Τι θα συμβεί αν μείνεις εδώ. Θα ‘ρθει το σκουλήκι, κι αφού γευτεί τους γευστικούς
σπόρους, θα σκάψει μια τρυπούλα στη Γη και θα σε πάρει μαζί του εκεί κάτω στο σκοτάδι!”
“Αυτό θέλεις; Ρώτησε!”
Το σύκο δεν απάντησε.
Τι να έλεγε; Του ήρθανε όλα μαζεμένα και δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει! Κοίταζε το πουλί,
περιμένοντας να συνεχίσει το λόγο του.
-Και το σκουλήκι να μην έρθει, συνέχισε το πουλί, αν μείνεις εδώ στην πυκνή σκιά του
δέντρου, ακόμα κι αν φυτρώσεις, όσο η σκιά θα σου κρύβει τον Ήλιο, ποτέ δε θα μπορέσεις
να μεγαλώσεις!”
“Θα ζήσεις λίγες μόνον μέρες, και μετά, τίποτε! Δεν θα μπορέσεις να γίνεις ποτέ σου δέντρο
με κλαδιά και σύκα. Ποτέ, ποτέ!!!”
Το σύκο, αν και καταλάβαινε πιο ήταν το σωστό, στεναχωρήθηκε από όσα άκουγε, αλλά
πάλι…!
-Και τι προτείνεις, ρώτησε δύσπιστο!!! Να κάτσω, να σταθώ έτσι απλά και να με φας!
-Ναι! Απάντησε ήρεμα το πουλί!
Σήκωσε το ράμφος του προς τους λόφους απέναντι και ρώτησε:
-Βλέπεις εκείνους του λόφους;
-Αυτούς βλέπω όλη μέρα, μου αρέσουν πολύ, είπε με σιγανή φωνή το σύκο. Γι αυτό σου
φωνάζω, θέλω να μπορώ να τους βλέπω όσο μπορώ, κι εσύ μου λες πως πρέπει να με φας!!!
-Άκουσε καλέ μου φίλε, είπε με σιγανή φωνή το πουλί. Αν αφήσεις να γευτώ τους όμορφους σου σπόρους, θα είσαι μέσα μου, και μαζί, ναι! μαζί θα ταξιδέψουμε, σε ρυάκια, στη λίμνη, στον κάμπο και στις πλαγιές των λόφων!”
“Παντού, σε όλα αυτά τα όμορφα μέρη που αγάπησες, θα αφήνω λίγους από τους
σπόρους σου, να φυτρώσεις παντού, να γίνεις δέντρο, να ζήσεις χρόνια πολλά εκεί, όπου και
τώρα κιόλας αγαπάς!”
“Χωρίς εμένα, είπε το πουλί, δε θα μπορέσεις να πας πουθενά, πέρα από την τρύπα στη
Γη, ή στη σκιά που τώρα βρίσκεσαι!”
Το σύκο, έμεινε σιωπηλό με χαμηλωμένο το βλέμμα! Σκεφτόταν όλα όσα είχε ακούσει από
το πουλί. Καταλάβαινε το τι έπρεπε να κάνει, μα, όπως όλοι όσοι αγαπάμε τη ζωή, δίσταζε!
Μετά, δίχως να πει κουβέντα, το σύκο άνοιξε από μόνο του στα δυο, κάνοντας φανερούς,
όλους τους όμορφους σπόρους, που είχε μέσα του…!
Ο παππούς σταμάτησε την ιστορία, και για λίγη ώρα κανείς δεν μίλησε.
Η Μαρία σιωπηλή, θαρρείς και δεν κατάλαβε την ιστορία που της είπε ο παππούς.
Μετά από λίγο, άφησε το πινέλο και την παλέτα με τα χρώματα, και αγκάλιασε με αγκαλίτσα
ζεστή τον παππού της.
-Όμορφη η ιστορία που μου είπες παππού! Πολύ όμορφη, ευχαριστώ!
-Εγώ σε ευχαριστώ κουκλίτσα μου, είπε ο παππούς, χαίρομαι που σου άρεσε!
-Όμως, κατάλαβες το νόημα της ιστορίας με το σύκο και το πουλί;
-Ναι παππού. Κατάλαβα τι εννοούσε ο παππούλης στην εκκλησία, που έλεγε πως, εμείς
πρέπει να επιλέγομαι το που θα προσφέρουμε τους δικούς μας καρπούς.”
“Με την ιστορία σου, κατάλαβα πως δεν πρέπει να το αφήνουμε στην τύχη, γιατί ίσως καταλήξουμε με κάποιο σκουληκάκι σε μια τρύπα στη Γη.”
“Να τους προσφέρουμε στους φτερωτούς μας φίλους, τους Αγγέλους, ε παππού! Και τότε
πράγματι θα τους έχουμε κερδίσει, αφού θα μας μεταφέρουν εκεί όπου κιόλας τώρα αγαπάμε.”
“Αυτό δεν λέει και η δική σου ιστορία παππού;”
Ο παππούς, φανερά συγκινημένος έγνεψε Ναι με το κεφάλι του και την αγκάλιασε σφικτά!
-Φωτισμένο είσαι κουκλίτσα μου, φωτισμένο παιδί κι ευλογημένο!
Από τότε, πέρασε κιόλας ένας χρόνος!
Στον κάμπο, στις πλαγιές, και δίπλα στα ρυάκια, νέα μικρά δεντράκια γεμάτα με πράσινα
πλατιά φύλλα, απολάμβαναν χαρούμενα τον Ήλιο και το δροσερό αεράκι!
Καθώς μεγάλωναν, θα γέμιζαν όλα τους τα κλαδιά με νέα όμορφα σύκα.
Τότε, στα μικρά τους κλαδιά ξαπόστεναν μικρά πανέμορφα πουλάκια, που όλη την ώρα, τιτίβιζαν γεμάτα χαρά!!!

Σχετικά άρθρα

Το φαγητό ως Τέχνη | Ένα σύντομο ιστορικό

Αντώνιος Βαρβατσούλιας

Προσεγγίζοντας τον β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – λογοτεχνία

Θανάσης Μουσόπουλος

Εξερευνώντας την Επιστήμη: Ενέργεια, στο Ίδρυμα Ευγενίδου

Ο ιστότοπος sparmatseto.gr χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Περισσότερα

X